Ζώντας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κοινωνοῦμε μέ τόν Χριστό μας ἀλλά καί μεταξύ μας. Μετέχουμε στή Θεία Χάρη καί στά χαρίσματα ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου.
Στήν Ἐκκλησία ἐπικοινωνοῦν τά μέλη μέ τήν Κεφαλή. Ὁ Θεός ἀκούει τά αἰτήματα τῶν μελῶν τοῦ σώματός Του καί ὅταν κρίνει ὅτι εἶναι γιά τό καλό τους τά ἐκπληρώνει.
Δίδασκε- σύμφωνα μέ μαρτυρία πνευματικοῦ του παιδιοῦ- ὁ Γέροντας Πορφύριος: «Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίνει κάτι, πού ἐπίμονα τοῦ ζητοῦμε, τότε δύο πράγματα μποροῦν νά συμβαίνουν: Ἤ δέν μᾶς τό δίνει γιά τό καλό μας, ἤ ἐμεῖς δέν ξέρουμε πῶς καί πότε νά τοῦ τό ζητήσουμε, χωρίς νά ἀποκλείεται νά συμβαίνουν καί τά δύο μαζί. Ὅσον ἀφορᾶ τήν πρώτη περίπτωση, κανείς δέν μπορεῖ νά γνωρίζει τό γιατί. Καί τοῦτο, διότι εἶναι ἀνεξερεύνητες οἱ βουλές τοῦ Κυρίου! Γι’ αὐτό σιωπῶ. Γιά τήν δεύτερη, ὅμως, περίπτωση, θά μποροῦσα νά σοῦ πῶ πάρα πολλά. Πρῶτα-πρῶτα, ὅταν ζητᾶμε κάτι ἀπό τόν Θεό, δέν πρέπει νά στυλώνουμε τά πόδια μας καί νά τοῦ λέμε: Τώρα θέλω αὐτό. Διότι, κάτι τέτοιο, δέν εἶναι μόνον ἀπαράδεκτον, ἀλλά ἀποτελεῖ καί μεγάλη ἀσέβεια πρός τόν Δημιουργό μας. Ποιός εἶσαι ἐσύ, ἤ ἄν θέλεις, ποιός εἶμαι ἐγώ, πού μπορῶ νά ζητήσω ἀπαιτητικά κάτι ἀπό τόν Θεό μας καί μάλιστα νά τοῦ προσδιορίσω καί τόν χρόνο χορηγήσεώς του;»[1].