Σελίδες

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

113. Προθυμία στήν προσευχή Β΄, Εὐεργετινός τόμ. Β΄- ὑπόθ. Ι΄, Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτου

113. Προθυμία στήν προσευχή Β΄, Εὐεργετινός τόμ. Β΄- ὑπόθ. Ι΄, Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτου, 7-2-2019, ζωντανή μετάδοση, Ἅγιον Ὅρος, http://hristospanagia3.blogspot.gr, http://hristospanagia.gr καί τό νέο ἱστολόγιο http://agiapsychanalysi.blogspot.gr , Κατέβασμα ὁμιλιῶν ἀπό τό YouTube: http://hristospanagia3.blogspot.gr/2017/12/youtube.html

Κυριακή ΙΖ Ματθαίου, ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τή θεραπεία τῆς κόρης τῆς Χαναναίας


  ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ (: Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. 15, χωρία 21 έως 27)

 Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ
(Απόσπασμα από την ομιλία ΝΒ΄ από το Υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)

     «Κα ξελθν κεθεν ᾿Ιησος νεχρησεν ες τ μρη Τρου κα Σιδνος. κα δο γυν Χαναναα π τν ρων κενων ξελθοσα κραγαζεν ατ λγουσα· λησν με, Κριε, υἱὲ Δαυδ· θυγτηρ μου κακς δαιμονζεται (:Και αφού έφυγε από κει ο Ιησούς, αναχώρησε προς τα μέρη της Τύρου και Σιδώνας. Τότε μια γυναίκα Χαναναία που βγήκε από τα σύνορα εκείνα, Του φώναξε δυνατά: ‘’Ελέησέ με, Κύριε, ένδοξε απόγονε του Δαβίδ. Η κόρη μου κατέχεται από δαιμόνιο και υποφέρει φρικτά’’)»[Ματθ.15,21-22].
   Ο ευαγγελιστής Μάρκος λέγει ότι δεν μπόρεσε να εισέλθει στην οικία διαφεύγοντας την προσοχή του πλήθους[Μαρκ.7,24: «Κα κεθεν ναστς πλθεν ες τ μεθόρια Τύρου κα Σιδνος. κα εσελθν ες οκίαν οδένα θελε γνναι, κα οκ δυνήθη λαθεν(:Έπειτα ο Ιησούς έφυγε από εκεί και πήγε κοντά στα σύνορα της Τύρου και της Σιδώνος. Κι αφού μπήκε σ’ ένα σπίτι, όπου διάλεξε να μείνει, δεν ήθελε να γίνει γνωστό ότι ήταν εκεί. Αλλά δεν μπόρεσε να ξεφύγει την προσοχή του κόσμου)»].
    Γιατί όμως πήγαινε τακτικά στα μέρη αυτά; Όταν τους απάλλαξε από την φροντίδα της τροφής, τότε πλέον προχωρεί και ανοίγει τη θύρα της σωτηρίας και στα έθνη· όπως ακριβώς λοιπόν και ο Πέτρος, αφού έλαβε εντολή πρώτα να καταργήσει αυτόν τον νόμο, αποστέλλεται στον Κορνήλιο: «το δ Πέτρου διενθυμουμένου περ το ράματος επεν ατ τ Πνεμα· δο νδρες τρες ζητοσί σε· λλ ναστς κατάβηθι κα πορεύου σν ατος μηδν διακρινόμενος, διότι γ πέσταλκα ατούςκαταβς δ Πέτρος πρς τος νδρας επεν· δο γώ εμι ν ζητετε· τίς ατία δι᾿ ν πάρεστε; ο δ επον· Κορνήλιος κατοντάρχης, νρ δίκαιος κα φοβούμενος τν Θεόν, μαρτυρούμενός τε π λου το θνους τν ουδαίων, χρηματίσθη π γγέλου γίου μεταπέμψασθαί σε ες τν οκον ατο κα κοσαι ήματα παρ σο(: Ενώ λοιπόν ο Πέτρος κυκλοφορούσε στο νου του το όραμα που είδε, και προσπαθούσε να το εξηγήσει, του είπε το Άγιο Πνεύμα με εσωτερική έμπνευση: ‘’Ιδού, τρεις άνδρες σε ζητούν. Μην τους αποφύγεις επειδή είναι εθνικοί και ακάθαρτοι.Αλλά σήκω γρήγορα, κατέβα από την ταράτσα και πήγαινε μαζί τους χωρίς να έχεις κανένα δισταγμό, διότι εγώ τους έχω στείλει να σε συναντήσουν’’.Τότε ο Πέτρος κατέβηκε στους άνδρες και τους είπε: ‘’Ιδού, εγώ είμαι εκείνος που ζητάτε. Για ποιό λόγο ήλθατε εδώ και για ποιό σκοπό; ‘’. Και αυτοί απάντησαν: ‘’Ο Κορνήλιος ο εκατόνταρχος, άνθρωπος δίκαιος και θεοφοβούμενος – και το ομολογούν αυτό όλοι όσοι τον γνωρίζουν από το ιουδαϊκό έθνος – πήρε εντολή και οδηγία από έναν άγιο άγγελο να στείλει και να σε καλέσει στο σπίτι του και να ακούσει  από σένα λόγια που θα τον οδηγήσουν στη σωτηρία’’)»[Πραξ. 10,19-21].

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α’: Ἀθηνᾶ Σγούρου

 Γεν­νή­θη­κε τό 1879 στό Χω­ριό Κου­ρα­μά­δες Κερ­κύ­ρας ἀ­πό γο­νεῖς πο­λύ φτω­χούς ἀλ­λά πο­λύ τί­μιους καί πι­στούς. Ὁ πα­τέ­ρας της λε­γό­ταν Χρι­στό­δου­λος Σγοῦ­ρος καί ἦ­ταν ἀ­πό­γο­νος Βυ­ζαντι­νῆς οἰ­κο­γέ­νειας πού εἶ­χε ἐγ­κα­τα­στα­θῆ ἀ­πό αἰ­ῶ­νες στήν Κέρ­κυ­ρα. Ἡ μάν­να της λε­γό­ταν Κων­σταντί­να Γραμ­μέ­νου. Προερ­χό­ταν ἀπό πο­λύ­τε­κνη οἰ­κο­γέ­νεια.


Ἀ­πό τά πρῶ­τα της χρό­νια ἔ­ζη­σε τήν με­γά­λη φτώ­χεια, τήν στέ­ρη­ση καί τόν θά­να­το μέ­σα στήν οἰ­κο­γέ­νειά της. Ἀ­πό τά δώ­δε­κα παι­διά πού ἔ­φε­ραν στόν κό­σμο οἱ γο­νεῖς της μό­νο πέντε ἐ­πέ­ζη­σαν καί ἀ­πό αὐ­τά ἕ­να ἦ­ταν σω­μα­τι­κά ἀ­νά­πη­ρο καί ἕ­να δι­α­νο­η­τι­κά. Τί­πο­τε δι­κό τους δέν εἶ­χαν ἐ­κτός ἀ­πό ἕ­να μι­κρό σπι­τά­κι πού ἔ­με­ναν.
Τά λί­γα κτη­μα­τά­κια πού καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν ἦ­ταν ξέ­να, ἀρ­χοντι­κά καί ἔ­δι­ναν με­γά­λο με­ρί­διο ἀ­πό τήν σο­δειά τους στούς κα­τό­χους.
 
Ἡ Ἀ­θη­νᾶ ὡς πι­ό με­γά­λη (δεύ­τε­ρη κα­τά σει­ρά), ἐ­πω­μί­στη­κε καί αὐ­τή τό βά­ρος καί τήν φροντί­δα τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της ἀ­πό ἡ­λι­κί­ας πέντε ἐ­τῶν. Ἡ μάν­να της ξε­νο­δού­λευ­ε καί τῆς ἄ­φη­νε ὅ­λη τήν εὐ­θύ­νη νά φροντί­ση τά μι­κρό­τε­ρα ἀ­δέλ­φια της. Δέν εἶχε μέ τί νά τά τα­ΐ­ση καί λυ­πό­ταν πού τά ἔ­βλε­πε πει­να­σμέ­να καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τά χορ­τά­ση. Δύ­σκο­λοι και­ροί, φτώ­χεια καί ἀ­νέ­χεια.
 
Σέ ἡ­λι­κί­α ἑ­πτά ἐ­τῶν πή­γαι­νε καί αὐ­τή μέ τήν μάν­να της στήν ξέ­νη δου­λειά, πού ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή ἦ­ταν τό­σο σκλη­ρή ἐ­νῶ ἡ ἴδια βρι­σκό­ταν σέ τό­σο τρυ­φε­ρή ἡ­λι­κί­α.
 
Ὅ­μως ἀπ᾿ αὐ­τήν τήν ἡ­λι­κί­α εἶ­χε ζῆ­λο καί ἄκου­γε μέ προ­σο­χή καί ἐν­δι­α­φέ­ρον ὅ­ταν μι­λοῦ­σαν (ἰδί­ως ὁ πα­τέ­ρας της) γι­ά τόν Θε­ό, τούς Ἁ­γί­ους, γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη καί πα­ρά­δο­σή μας. Ἔτσι ἔγι­νε φο­ρέ­ας καί βί­ω­νε τό πνεῦ­μα τῆς ἀ­γά­πης καί τῆς ἠ­θι­κῆς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου μας.
 
Παντρεύ­τη­κε σέ με­στή ἡ­λι­κί­α (27 ἐ­τῶν). Ὁ γά­μος της ἔ­γι­νε με­τά ἀ­πό πε­ρι­πέ­τει­ες καί ἐ­πει­σό­διο πού πο­λύ τήν στε­νο­χώ­ρη­σε. Στό σπί­τι πού μπῆ­κε βρῆ­κε πο­λύ ἐ­χθρι­κό κλῖ­μα ἀ­πέ­ναντί της, για­τί ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ ἄν­δρα της δέν ἤ­θε­λε μέ κα­νέ­να τρό­πο νά τήν κά­νη νύ­φη της ἐ­πει­δή ἦ­ταν πο­λύ φτω­χή.

Πνευματική πατρότητα. Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΡΟΥΣΤΙΚΩΝ. Π ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΛΑΜΠΑΚΗΣ.

 Από ένα άλλο θαυμαστό γεγονός καταλαβαίνουμε τό μέγεθος τής πνευματικής πατρότητας τού πατρός Εύμενίου.

Παίρνει μετάθεση ό πατήρ Ιερόθεος στο χωριό Σαϊτούρες, όπου ήταν εφημέριος ο πατήρ Ευμένιος, ώς ιερέας καί δάσκαλος, διαμένοντας στήν Ιερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή Αρκαδίου. Δέν είχε κλείσει άκόμη δύο χρόνια ώς ιερέας καί τον στέλνει τό Μοναστήρι για τό δεκαπεντάρι τού Αύγούστου, νά διακονήσει σέ ένα Μετόχι τού Αγίου Αντωνίου, στο Βένι τής έπαρχίας Αμαρίου. Προηγουμένως συνεννοείται ό Ηγούμενος τού Αρκαδίου μέ τον πατέρα Εύμένιο νά κάνουν τον πατέρα Ιερόθεο πνευματικό, διότι θά έπρεπε νά εξομολογεί λόγω τού Δεκαπενταύγουστου. Έτσι, τού Προφήτη Ήλία, λειτουργούσαν μαζί μέ τον Πισιδίας Ιεζεκιήλ, τον μετέπειτα Κώου, πού τον έκτιμούσε πολύ ό π. Εύμένιος μιας καί ήταν Γέροντας του. Κατά την διάρκεια τής Θείας Λειτουργίας περνούσε ό π. Εύμένιος μπροστά άπό τον πατέρα Ιερόθεο καί έλεγε:
-Κέλευσον, κελεύσατε.
Κάποιον θά προορίζουν γιά πνευματικό σκεφτόταν ό π. Ιερόθεος, χωρίς νά πηγαίνει ό νους του ότι θά ήταν εκείνος, διότι συλλειτουργούσαν πολλοί ιερείς. Πριν τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας, παίρνει ό πατήρ Εύμένιος ένα έπιγονάτιο, πλησιάζει τον πατέρα Ιερόθεο καί τον οδηγεί στον Επίσκοπο, όπου εκείνος τον χρίζει Πνευματικό, χωρίς νά προλάβει νά πει ούτε λέξη. Από μέσα του, όμως, είχε μεγάλη άνησυχία καί στενοχώρια. Σκεφτόταν ότι είναι καλόγερος τού Αρκαδίου, έγινε πνευματικός δίχως νά πάρει εύχή άπό τον Ηγούμενο καί θά νομίζουν ότι εκείνος επιθυμούσε τό όφφίκιο τού πνευματικού. Μπαίνουν στο Ιερό Βήμα καί λέει τού πατρός Εύμενίου:
-Πώς θά άντικρίσω τώρα τον π. Άνθιμο;
Εννοούσε τον Ηγούμενο τής Μονής Αρκαδίου.
-Μην στενοχωριέσαι, τού άποκρίνεται, μέ συνεννόηση τό κάναμε.
Έτσι, πηγαίνει ό πατήρ Ιερόθεος στο Μετόχι τής Μονής Αρκαδίου. Ό κόσμος ήταν πολύς, διότι είναι μεγάλο προσκύνημα. Ό νεαρός πνευματικός, ό πατήρ Ιερόθεος, τελούσε τις Ακολουθίες καί έξομολογούσε τον κόσμο.

Μιά ἁπλή «ἀνάγνωση» τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας

Μιά ἁπλή «ἀνάγνωση» τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας

Ἕνας ἁγιορείτης κοινοβιάτης

Πρό δύο μηνῶν περίπου, ἀλγεινή ἐντύπωσημοῦ προκάλεσε ἡ εἴδηση ὅτι ὁ Τόμος τῆςΑὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίαςκαλλιγραφήθηκε ἀπό Ἁγιορείτη, καί θέλησαγιά λόγους συνειδήσεως, ὡς Ἁγιορείτης κιἐγώ, ἄν καί ἀνάξιος, νά γράψω κάτι γιά τόθέμα αὐτό, ὡς ἕνα μικρό ἀντίβαρο στήνπαραπάνω εἴδηση. Διάβασα λοιπόν τό κείμενο τοῦ Τόμου, μετά τή δημοσίευσή του [1], καί ἔγραψα τότε τίς παρακάτω παρατηρήσεις, ἀλλά δέν τίς δημοσίευσα τελικά, περιμένοντας νά γράψουν καί νά μιλήσουν ἄλλοι, οἱ πλέον ἁρμόδιοι καί ἐνδεδειγμένοι. Κατά τό διάστημα πού μεσολάβησε, εἰπώθηκαν καί γράφτηκαν πολλά σχετικά μέ τόν Τόμο, καί δέν θά ἔπιανα νά συμπληρώσω τό παρόν, ἄν δέν εἶχε γίνει πρόσφατα γνωστό ὅτι 4-5 Ἁγιορειτικές Μονές φάνηκαν θετικές στήν πρόσκληση τοῦ Ἐπιφανίου πρός τήν Ἱερά Κοινότητα νά στείλη ἀντιπροσωπία στό Κίεβο γιά τήν ἐνθρόνισή του [2], καί ὅτι 2 ἤ 3 Ἁγιορεῖτες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἕνας ἡγούμενος (ὁ Γέροντας τοῦ ἱερομονάχου πού καλλιγράφησε τόν Τόμο) συμμετεῖχαν στήν ἀντιπροσωπία τοῦ Πατριαρχείου πού παρέστη στήν τελετή τῆς Ἐνθρόνισης.
Παραθέτω λοιπόν παρακάτω τίς παρατηρήσεις καί τόν προβληματισμό μου ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ Τόμου, καί ζητῶ τήν ἐπιείκειά σας γιά τήν ὀλιγομάθειά μου.
Μετά τήν πρώτη εἰσαγωγική παράγραφο τοῦ Τόμου, ἐρχόμενος ὁ λόγος στό κυρίως θέμα τῆς Οὐκρανικῆς Αὐτοκεφαλίας, ἀρχίζει μέ ἕνα λάθος, θά ἔλεγε κανείς χονδρό: ὅτι δηλαδή οἱ ἐκκλησιαστικοί ἄρχοντες τῆς Οὐκρανίας ἐπί 30 ἔτη ζητοῦσαν διακαῶς τήν ἐκκλησιαστική αὐτοδιοίκηση τῆς χώρας τους (γράφει ἐπί λέξει: «τῆς Οὐκρανίας, ... τὴν ὁλοτελῆ πολιτικὴν αὐτῆς ἀνεξαρτησίαν ἀπολαβούσης, τῶν δὲ πολιτειακῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν αὐτῆς ἀρχόντων ἐπὶ τριακονταετίαν ὅλην διακαῶς αἰτουμένων τὴν ἐκκλησιαστικὴν αὐτῆς αὐτοδιοίκησιν ...») πράγμα τό ὁποῖο ἀσφαλῶς δέν ἀληθεύει, ἀφοῦ οἱ καθαιρεμένοι καί ἀφορισμένοι ἤ ἀχειροτόνητοι ρασοφόροι δέν μποροῦν νά λέγονται ἐκκλησιαστικοί ἄρχοντες τῆς χώρας τους καί πολύ περισσότερο ὅταν δέν τούς ἀκολουθεῖ παρά μόνο μία μικρή μᾶλλον μερίδα τῶν πιστῶν.
Συνεχίζοντας τό κείμενο, «ὁρίζομέν τε καὶ ἀνακηρύττομεν», γράφει, «ἵνα σύμπασα ἡ ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ ... Κράτους τῆς Οὐκρανίας περιλαμβανομένη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, μετὰ τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, ... , Ἐπισκοπῶν, μοναστηρίων τε καὶ ἐνοριῶν καὶ πάντων τῶν ἐν αὐταῖς ἐκκλησιαστικῶν καθιδρυμάτων, ... , ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέφαλος, ... Πρῶτον ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς πράγμασιν ἔχουσα καὶ ἐπιγιγνώσκουσα τὸν ἑκάστοτε κανονικὸν Προκαθήμενον αὐτῆς», περί τοῦ ὁποίου διευκρινίζεται στήν τελευταία παράγραφο τοῦ κειμένου ὅτι εἶναι ὁ Ἐπιφάνιος! 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Πρός Τιμόθεον Β΄2,1-10 [ἁγίου Χαραλάμπους], Μέρος Δεύτερο

         
           Ερμηνεία του Ιερού Χρυσοστόμου στην αποστολική περικοπή
         από την Β΄«Προς Τιμόθεον» επιστολή του αποστόλου Παύλου,
                          κεφάλαιο 6,εδάφια 1-10.

[ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: η δόξα η κοσμική και η αιώνια δόξα του Θεού]

     Πρόσεχε, αγαπητέ μου: δεν υπάρχει δόξα στη γη, αλλά η πραγματική δόξα βρίσκεται στους ουρανούς· αν κάποιος θέλει να επιτύχει αιώνια άνεση, ας θλίβεται· αν κάποιος θέλει για πάντα να ευδοκιμεί και να ζει μέσα στην τρυφή ας περιφρονεί τα πρόσκαιρα. Το ότι η ατιμία είναι δόξα, ενώ η δόξα είναι ατιμία, έλα να το παρουσιάσουμε αυτό όσο είναι δυνατό, για να γνωρίσουμε την πραγματική δόξα. Δεν είναι δυνατό να δοξάζεσαι στη γη· αν όμως θέλεις να δοξάζεσαι, αυτό θα γίνεται με ατιμία. Και εμπρός ας το εξετάσουμε αυτό στα δύο πρόσωπα, του Νέρωνα και του Παύλου.
    Ο Νέρωνας είχε τη δόξα του κόσμου, ενώ ο Παύλος την ατιμία. Πώς; Εκείνος ήταν τύραννος· είχε κατορθώσει πολλά· έστησε τρόπαια, είχε άφθονα πλούτη, παντού άπειρα στρατόπεδα, το περισσότερο μέρος της οικουμένης υποταγμένο. τη βασίλιδα πόλη υποταγμένη· όλη η σύγκλητος υπέκυπτε σε αυτόν, και τα ίδια τα ανάκτορά του ήταν λαμπρά στην όψη. Είτε χρειαζόταν να οπλιστεί, έβγαινε με χρυσό και τίμιους λίθους οπλισμένος· εάν βρισκόταν σε ειρήνη, καθόταν ντυμένος με βασιλική πορφύρα.
   Είχε πολλούς ακολούθους, πολλούς υπασπιστές· αποκαλούνταν «κύριος γης και θάλασσας»· ήταν αυτοκράτορας, Αύγουστος, Καίσαρας βασιλιάς και πολλά άλλα τέτοια ονόματα είχε, που του πρόσφεραν κολακεία και υπηρεσία, και γενικά τίποτε δεν του υπολειπόταν από αυτά που συντελούν σε δόξα. Αλλά και σοφοί και δυνάστες και βασιλείς τον έτρεμαν και φοβούνταν τον άνδρα· καθόσον λεγόταν ότι είναι σκληρός και θρασύς άντρας· ήθελε αυτός να θεωρείται και Θεός και περιφρονούσε όλα τα είδωλα και τον ίδιο τον Θεό των πάντων, και λατρευόταν σαν Θεός. Τι υπάρχει ανώτερο από αυτή τη δόξα; ή καλύτερα τι υπάρχει χειρότερο από την ατιμία; Αλλά δε γνωρίζω πώς το στόμα προέτρεξε κινούμενο από την αλήθεια και έβγαλε την απόφαση πριν από την κρίση. Κατ’αρχήν όμως ας εξετάσουμε το πράγμα σύμφωνα με τη γνώμη των πολλών, σύμφωνα με τη γνώμη των απίστων, σύμφωνα με την κολακεία. Τι μεγαλύτερη δόξα από το να θεωρηθεί αυτός και θεός; Πραγματικά είναι μεγάλη ατιμία αυτό, ενώ είναι κανείς άνθρωπος να επιθυμεί με μανία τέτοια πράγματα· κατ’αρχήν όμως ας εξετάσουμε το πράγμα σύμφωνα με τη γνώμη των πολλών. Τίποτε λοιπόν δεν του έλειπε από την ανθρώπινη δόξα, αλλά σαν θεός λατρευόταν απ΄όλους.

Μόρφου Νεόφυτος: «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶναι ὁ θαυμαστὸς προφήτης τοῦ γένους μας ποὺ δοκιμάζει τὴν πίστη καὶ τὴν ἀπιστία πολλῶν»

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου

Τὸν ἅγιο Παΐσιο τὸν γνώρισα τὸ 1982, ὅταν ἤμουν φοιτητὴς Νομικῆς. Ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ περίμενε ν’ ἀκούσει κάτι πονεμένο γιὰ νὰ ἔχει καρδιακὴ προσευχή, κι ἦταν πάντοτε ἐν ἀναμονὴ στὸ ἀκουστικό τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἕνας ἀσκητὴς γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ ἄνοιγες τὴν καρδιά σου καὶ σοῦ ἄνοιγε τὸν νοῦ. «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πάσι».
Ἐπέμενε νὰ μὴν πάω στὸ Ἅγιο Ὅρος μοναχὸς «Στὴν Κύπρο νὰ πᾶς» μοῦ εἶπε. «Νὰ κάνετε βάσεις πνευματικές, κι αὐτὲς οἱ βάσεις θὰ διώξουν τὶς βάσεις». Ὅταν τοῦ εἶπα δὲν κατάλαβα τὸ τελευταῖο, μοῦ εἶπε χαριτολογώντας: «Ἀμερικανάκι εἶσαι καὶ δὲν καταλαβαίνεις; Ἑλληνικὰ μιλῶ...
Τὸ πρόβλημα τῆς Κύπρου εἶναι πνευματικό. Τώρα ἐφαρμόζεται ὁ πνευματικὸς νόμος. Ὅταν φτιάξετε μοναστήρια, ἐνορίες, οἰκογένειες ὀρθόδοξες, τότε οἱ βάσεις τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς κατοχῆς θὰ ἐξαφανιστοῦν».

Τά ἄφθορα λείψανα τῆς Ἁγίας Ἀγάθης καί ἡ κρύπτη στήν Κατάνη τῆς Σικελίας

 Τα άφθορα λείψανα της Αγίας Αγάθης και η κρύπτη στην Βασιλική της Αγίας Αγάθης στην Κατάνη της Σικελίας

     5η Φεβρουαρίου του έτους 251.Οι χριστιανοί της πόλεως έσπευσαν στην φυλακή και παρέλαβαν το ιερό σκήνωμα της Αγίας για να το ενταφιάσουν. 
Όταν τοποθετούσαν το λείψανο στην προετοιμασμένη σαρκοφάγο, εμφανίστηκε ένας λαμπροφορεμένος νέος συνοδευόμενος από εκατό παιδιά, όλοι τους άγνωστοι στην πόλη της Κατάνης. Ο νέος κρατούσε μια μαρμάρινη πλάκα την οποία τοποθέτησε επάνω στον τάφο της Αγίας και η οποία έγραφε στα λατινικά τα εξής λόγια: «Mentem sanctam, spontaneam, honorem Deo et patriae liberationem» δηλαδή : «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εις Θεόν και πατρίδος λύτρωσις».

Τί σημαίνει ἐκκοσμίκευση τοῦ Χριστιανοῦ ἤ τῆς Ἐκκλησίας;

 – π. Σάββα, τί σημαίνει ἐκκοσμίκευση τοῦ Χριστιανοῦ ἤ τῆς Ἐκκλησίας;

Αρχ. Σάββας Αγιορείτης: 

- Σημαίνει ὅτι ἔχουμε ὡς κριτήριο ὅλων, αὐτό πού ἐπικρατεῖ καί πιστεύει ὁ κόσμος καί ὄχι αὐτό πού λέει ὁ Θεός.

9 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Νικηφόρου Μάρτυρα, Μαρκέλλου καὶ Παγκρατίου, Φιλαγρίου Ἐπισκόπου, Ἄμμωνος καὶ Ἀλεξάνδρου ἐκ Κύπρου, Ρωμανοῦ τοῦ Κίλικος, Πέτρου Δαμασκηνοῦ, Νικηφόρου καὶ Γενναδίου Ὁσίων, Ἀνακομιδὴ Λειψάνων Ἰννοκεντίου ἐκ Ρωσίας.

Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Βαλεριανοῦ (253-259 μ.Χ.) καὶ Γαληίνου (259-268 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια.
Δυστυχῶς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, ποὺ ὀνομαζόταν Σαπρίκιος, ἔθρεψε στὴν ψυχή του ἀνεξήγητο μῖσος κατὰ τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐνέμενε στὴν ταπεινοφροσύνη. Ἡ ἀποστροφὴ τοῦ ἱερέως Σαπρικίου τὸν λυποῦσε χωρὶς νὰ τὸν παροργίζει. Καὶ προσευχόταν μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ πρὸς τὸν Θεό, γιὰ νὰ μαλακώσει ἡ σκληρότητα τοῦ ἀδελφοῦ του.
Ὅταν τὸ ἔτος 257 μ.Χ. ξέσπασε μεγάλος διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, συνελήφθησαν πολλοὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Σαπρίκιος. Μόλις ὁ Ἅγιος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, ἔτρεξε κοντά του καὶ παρακάλεσε τὸν Σαπρίκιο νὰ τοῦ δώσει τὸν ἀσπασμὸ καὶ τὴν εὐλογία του. Ὁ Σαπρίκιος τὸν κοίταξε περιφρονητικὰ καὶ ἀρνήθηκε, λησμονώντας ὅτι ἡ πίστη χωρὶς τὴν ἀγάπη δὲν ὠφελεῖ. Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Νικηφόρος δὲν ἀπελπίσθηκε.
 Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Σαπρίκιο νὰ ὑποφέρει μὲ καρτερία τοὺς βασανισμούς, ζήτησε ἀκόμη περισσότερο τὴν συνδιαλλαγὴ μὲ αὐτόν, ποὺ ἔφερε στὸ σῶμα του τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ. Τὸν πλησιάζει καὶ πάλι, ἀσπάζεται τὶς πληγές του καὶ τὸν ἱκετεύει νὰ τὸν συγχωρήσει.

9 Φεβρουαρίου. Ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς. Νικηφόρου μάρτυρος. Ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ - Ἡμέρας. Σαβ. ιζ΄ ἑβδ. ἐπιστ. (Α΄ Κορ. ιδ΄ 20-25).
Α Κορ. 14,20      Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε.
Α Κορ. 14,20            Αδελφοί, μη γίνεσθε σαν μικρά παιδιά κατά τον νουν και κατά την σκέψιν, αλλά να γίνεσθε απονήρευτοι και αθώοι σαν τα νήπια κατά την κακίαν. Κατά δε τον νουν και την σύνεσιν και την ορθοφροσύνην να γίνεσθε τέλειοι.