41. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγαπᾶ καί τόν ἀδελφό του (Α΄ Ἰωαν. 4, 20-21), Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου καί Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, 28-7-2019, Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτη
ζωντανή μετάδοση, Ἱ.Μ. Ἁγίας Τριάδος Ἐδέσσης, http://hristospanagia3.blogspot.gr, http://hristospanagia.gr καί τό νέο ἱστολόγιο http://agiapsychanalysi.blogspot.gr
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ
Σελίδες
▼
Παρασκευή 16 Αυγούστου 2019
Ὁσίου Γέροντος Σωφρονίου: «Ἀπ’ ὅλα τὰ πλησιάσματα πρὸς τὸν Θεὸ τὸ καλύτερο εἶναι ἡ προσευχὴ»
Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ,
«Ἡ ζωή Του, ζωή μου»
Τὸ νὰ προσεύχεται κάποιος ἔτσι κάθε πρωὶ δὲν εἶναι εὔκολο. Ἀλλὰ ἐὰν προσευχόμαστε μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας καὶ μὲ μεγάλη προσοχή, ἡ μέρα μας σφραγίζεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ κάθε γεγονὸς παίρνει διαφορετικὸ χαρακτήρα. Ἡ εὐλογία ποὺ ζητήσαμε ἀπὸ τὸν ὕψιστο Θεό, θὰ φέρει μίαν ἀγάπη, εἰρήνη στὶς ψυχές μας, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσει καὶ θαυμαστὰ στὸν τρόπο κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβανόμαστε καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βλέπει μὲ διαφορετικὸ φῶς τὸ περιβάλλον του. Ἡ φροντίδα ἐπιταχύνεται καὶ ἡ πραγματικὴ ἀξία τῆς ζωῆς ἐκτιμᾶται. Μὲ τὸν καιρὸ ἡ προσευχὴ θὰ εἰσέλθει στὴ φύση μας, μέχρις ὅτου σιγὰ-σιγὰ ἕνας νέος ἄνθρωπος γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ ἀληθινὰ στέλνει τὴν εὐλογία του σ’ ἐμᾶς, ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ ἐξωτερικὲς πιέσεις. Ἀναγκαῖο εἶναι νὰ διατηρήσουμε αὐτὸ τὸ σύνδεσμο ἀγάπης μὲ τὸν Θεό. Δὲν θὰ νοιαστοῦμε τί θὰ σκεφθεῖ ὁ κόσμος ἢ πῶς θὰ μᾶς μεταχειριστεῖ. Θὰ παύσουμε νὰ φοβόμαστε ὅτι θὰ χάσουμε τὴν εὔνοιά του. Θὰ ἀγαπᾶμε τοὺς συνανθρώπους μας χωρὶς νὰ ἀναρωτιόμαστε ἂν αὐτοὶ μᾶς ἀγαποῦν. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τῶν ἄλλων γιὰ μᾶς δὲν πρέπει ν’ ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία μας. Στὴν πραγματικότητα μπορεῖ νὰ μὴ γίνουμε ἀρεστοὶ στοὺς ἄλλους ἐξαιτίας τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ πνεύματός μας.
Εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὶς μέρες μας νὰ μποροῦμε νὰ μὴν ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους σχετιζόμαστε, γιατί διαφορετικὰ κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε καὶ πίστη καὶ προσευχή. Ὁ κόσμος ἂς μᾶς κρίνει σὰν ἀνάξιους προσοχῆς, ἐμπιστοσύνης καὶ σεβασμοῦ. Αὐτὸ δὲν παίζει κανένα ρόλο, ἂν εἴμαστε ἀρεστοὶ στὸ Κύριο.
Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης
Ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση
Ὁ Καθηγούμενος τοῦ Ζωγράφου Εὐθύμιος γεννήθηκε στίς 26–10–1926 στό χωριό Ἔντσεβτσι τῆς ἐπαρχίας Βελίκο Τίρνοβο τῆς Βουλγαρίας. Στήν βάπτιση τοῦ δόθηκε τό ὄνομα Μπογκομίλ. Ἀπό μικρός διεκρίνετο γιά τήν ἐξυπνάδα καί τήν σεμνότητά του. Τελείωσε ἀριστοῦχος τό Γυμνάσιο.
Ὁ πατέρας του εἶχε σκοπό νά τόν ἀφήση διάδοχο στίς δουλειές του, ἀλλά ὅταν ὁ Μπογκομίλ τελείωσε τήν στρατιωτική του θητεία ἀνα κοίνωσε στούς γονεῖς του ὅτι θέλει νά γίνη ἱερέας στό χωριό του.
Γράφτηκε στήν Ἱερατική Σχολή πού τότε βρισκόταν στή Μονή Τσερεπίς. Τελείωσε σέ τρία χρόνια μέ ἄριστα καί ἐπέστρεψε στό χωριό του ὅπου ὅλοι τόν περίμεναν νά χειροτονηθῆ. Ἦταν ἀγαπητός σέ ὅλους γιά τήν πραότητά του, τήν σεμνότητα, τόν ἥσυχο καί ἀγαθό χαρακτῆρα του. Ἔπρεπε ὅμως πρῶτα νά βρῆ πρεσβυτέρα. Ἐπειδή ἦταν ἄπειρος ἀπό τέτοια, παρεκάλεσε γνωστό του ἱερέα νά τοῦ βρῆ ἐκεῖνος πρεσβυτέρα. Αὐτή ὅμως πού τοῦ βρῆκε δέν ἦταν κατάλληλη. Τότε ἔφυγε ἀπό τό χωριό του καί γιά δέκα χρόνια, ἀπό τό 1951 μέχρι τό 1961, ἐργάσθηκε...
σέ οἰκοδομικές ἐργασίες. Τηροῦσε ὅμως τίς εὐλαβικές ἀρχές του καί παρέμενε πιστό τέκνο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀρχές τοῦ 1962 πῆγε νά μονάση στήν Μονή τῆς Μεταμορφώσεως Πρεομπραζένσκι κοντά στό Βελίκο Τίρνοβο. Μετά τήν καθιερωμένη δοκιμασία ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Εὐθύμιος καί τό ἔτος 1963 χειροτονήθηκε ἱερέας. Ὅταν ἄκουγε τόν κανόνα τοῦ Ὄρθρου ἔκανε σταυρό καί μετάνοια σέ κάθε τροπάριο. Ὅταν πήγαιναν ἐκεῖ μαθητές τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς καί ζητοῦσαν τήν εὐλογία του, τούς εὐλογοῦσε, ἀλλά φιλοῦσε καί αὐτός τό χέρι τους.
Τό 1964 τόν ἔστειλαν γιά ἐφημέριο στό κοντινό γυναικεῖο Μοναστήρι Πέτρου καί Παύλου. Τό Μοναστήρι εἶχε καῆ καί ὁ παπα–Εὐθύμιος ἐργαζόταν μέ τίς ἀδελφές γιά τήν ἀνοικοδόμηση. Ἔκαναν βαρειές χειρωνακτικές ἐργασίες. Μόνοι τους ἔκαναν πλιθιά ἀπό χῶμα. Παρά τήν κούραση ὅμως ποτέ δέν ξάπλωνε στό κρεββάτι, ἀλλά κοιμόταν λίγες ὧρες σέ μία καρέκλα. Ἀπό τήν πολλή ὀρθοστασία ἔσπασαν οἱ φλέβες στά πόδια του καί τά τύλιγε μέ γάζες. Φοροῦσε κατάσαρκα ἁλυσίδες πού τοῦ δημιούργησαν πληγές στήν πλάτη.
Τότε, ἐπειδή ἡ Ἱερά Μονή Ζωγράφου στό Ἅγιον Ὄρος ἔπασχε ἀπό λειψανδρία, ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας ἀπεφάσισε νά στείλη μερικούς μοναχούς γιά νά τήν ἐπανδρώσουν. Ὅταν πρότειναν καί στόν παπα–Εὐθύμιο, τό δέχθηκε μέ μεγάλη χαρά καί στίς 21–10–1969 ἦρθε μέ τόν παπα–Ἰωάννη ἀπό τό ἴδιο Μοναστήρι στό Ζωγράφου.
Ἡγούμενος τότε ἦταν ὁ Ρουμᾶνος παπα–Δομέτιος, ἀπό τό Βατοπεδινό Κελλί τοῦ Ἁγίου Ὑπατίου. Εἶχαν συμφωνήσει νά ἀναλάβη αὐτός Ἡγούμενος προσωρινός, χωρίς νά ἐγκαταλείψη τό Κελλί του, καί ὅταν βρεθῆ κάποιος Βούλγαρος, νά παραδώση σ᾿ αὐτόν τήν ἡγουμενία. Μετά τήν ἔλευσή του ὁ παπα–Εὐθύμιος κέρδισε τήν ἐμπιστοσύνη τῶν πατέρων. Τό 1971 τόν ἔκαναν Προϊστάμενο καί στίς 3–11–1975 τόν ἐξέλεξαν ὁμόφωνα Ἡγούμενο γιά τήν ἀρετή του. Αὐτός ὅμως ἀπό ταπείνωση δέν ἤθελε μέ κανένα τρόπο νά ἀναλάβη. Ἀρνιόταν σταθερά, ἀλλά καί οἱ πατέρες ἐπέμεναν. Τότε τοῦ ἐμφανίστηκε ἡ Παναγία καί τοῦ εἶπε: «Πρέπει νά δεχθῆς, δέν ὑπάρχει ἄλλος». Ἔτσι ἔγινε Ἡγούμενος μέ ἐντολή τῆς Παναγίας. Κράτησε ὅμως τήν ἁπλότητα καί τήν ταπείνωση καί ὡς Ἡγούμενος γιά 25 χρόνια.
Ποτέ του δέν προέβαλλε τόν ἑαυτό του καί δέν φαινόταν σάν Ἡγούμενος, ἀλλά προσπαθοῦσε νά εἶναι στήν ἀφάνεια. Ἦταν πρῶτος στά διακονήματα καί θυσιάστηκε γιά τό Μοναστήρι του.
Ἐκτός ἀπό τά καθήκοντα τοῦ Ἡγουμένου ἐκτελοῦσε καί καθήκοντα γραμματέα. Διάβαζε τά γράμματα καί ἀπαντοῦσε. Στήν Βουλγαρία εἶχε μάθει λίγα Ἑλληνικά, ἀλλά στό Μοναστήρι τά καλλιέργησε περισσότερο, ὥστε νά μπορῆ νά διαβάζη, νά γράφη στήν καθαρεύουσα καί νά συνεννοῆται μέ τούς Ἕλληνες προσκυνητές καί τούς κρατικούς ὑπαλλήλους.
Ὁ ἴδιος ἔκανε καί τόν Οἰκονόμο. Μόνος του μετέβαινε στήν Θεσσαλονίκη νά ψωνίση γιά τίς ἀνάγκες τοῦ Μοναστηριοῦ. Πηγαίνοντας στήν ἀγορά μέ μία γαλάζια παλαιά τσάντα ποτέ δέν χρησιμοποίησε ταξί, ἀλλά κουβαλοῦσε μόνος του στά χέρια τά ψώνια στό Κονάκι. Ὅταν τελείωνε, πήγαινε πάλι μέ τό λεωφορεῖο στό πρακτορεῖο Χαλκιδικῆς καί ἀπό κεῖ στό Μοναστήρι μέ ὅλα τά πράγματά του.
Κατά τήν διαμονή του στήν πόλη περνοῦσε πολύ ἁπλά καί ἀσκητικά. Ποτέ δέν παρέλειπε τίς ἀκολουθίες. Τίς ἔκανε ὅλες μέ τό κομποσχοίνι, τό Ψαλτήρι καί ἕνα προσευχητάριο, γιατί δέν ὑπῆρχαν τά ἀπαραίτητα βιβλία. Ὅταν ἐρχόταν ἡ ὥρα τῆς ἀκολουθίας, κλεινόταν στό δωμάτιό του καί προσευχόταν. Ἔκανε μάλιστα πολλές μετάνοιες καί, ἄν κάποιος χτυποῦσε τήν πόρτα, δέν ἄνοιγε. Τήν πόρτα ὅμως δέν τήν κλείδωνε καί, ἂν κάποιος ἔμπαινε μέσα γιά νά τόν ρωτήση κάτι, ἔλεγε τά ἀπαραίτητα καί συνέχιζε.
Τό πρωΐ ἔκανε τόν Ὄρθρο καί καθυστεροῦσε. Πολλές φορές ὁ Ἐπίτροπος πού ἦταν μαζί του ἔχανε τήν ὑπομονή του. Χτυποῦσε τήν πόρτα, γιά νά τελειώση ὁ Γέροντας καί νά προλάβουν τίς δουλειές. Ἀλλά ὁ Γέροντας δέν βιαζόταν. Ἔπρεπε πρῶτα νά τελειώση ὅλα τά πνευματικά του καθήκοντα καί τότε ξεκινοῦσαν γιά τίς δουλειές τους, χωρίς νά πάρουν πρωϊνό.
Ὅταν τό ἀπόγευμα ἐπέστρεφαν κατάκοποι στό κονάκι, μέχρι νά μαγειρέψουν κανένα λάχανο, ὁ Ἐπίτροπος πεινοῦσε καί ἔπαιρνε λίγο ψωμί καί κανένα φροῦτο. Ὁ Γέροντας ὑπομονετικά ἑτοίμαζε τό φαγητό καί ἔτρωγε μόνο στήν τράπεζα. Ἐκτός τραπέζης ποτέ δέν ἔτρωγε τίποτε, οὔτε στό Μοναστήρι οὔτε ἐκτός.
Σέ Ἑστιατόρια ποτέ δέν πήγαινε γιά φαγητό. Ἔλεγε ὅτι αὐτό δέν ἁρμόζει στόν μοναχό. Μόνο μία φορά πού ὁ Ἐπίτροπος ἐπέμενε πολύ, κάνοντας ὑπακοή πῆγαν νά φᾶνε σ᾿ ἕνα Ἑστιατόριο. Ἀλλά, ἐνῶ ἔτρωγαν, φαινόταν ὅτι στενοχωριέται πολύ. Ὅταν δέν εἶχαν φαγητό στό κονάκι, ἔσπαζε μερικά καρύδια καί περνοῦσε τό βράδυ.
Κάποτε πῆρε ἀπό τήν Τράπεζα γιά τίς ἀνάγκες τῆς Μονῆς περίπου ἕνα ἑκατομμύριο δραχμές. Γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, τό 1986, ἦταν ἀρκετά χρήματα. Φαίνεται ὅτι κάποιος τόν παρακολούθησε καί μόλις βγῆκε, ἅρπαξε τήν παλαιά τσαντούλα του μέ τά χρήματα καί ἐξαφανίστηκε μέ μεγάλη ταχύτητα πάνω σέ μηχανή. Ὁ Γέροντας πρόλαβε μόνο νά φωνάξη: «Περίμενε, γιατί τά παίρνεις; Αὐτά εἶναι μοναστηριακά χρήματα».
Τό βράδυ ἀνέφερε τό γεγονός στόν Ἐπίτροπο, ἀλλά τό ἔλεγε ἥσυχα, χωρίς καθόλου νά εἶναι στενοχωρημένος. Μετά κοιμήθηκε ἀμέσως σάν νά μήν εἶχε συμβῆ τίποτε. Πιθανῶς εἶχε κάνει πολλή προσευχή γιά τόν κλέφτη.
Ὅταν ἦταν στήν πόλη, δέν μετεωριζόταν κοιτάζοντας τί συμβαίνει γύρω του. Ἦταν προσεκτικός. Γι᾿ αὐτό κατώρθωνε νά διαφυλάσση τήν καλή του πνευματική κατάσταση. Καί ὅταν ἐπέστρεφε στό Μοναστήρι, ἀμέσως ἔπαιρνε ἐφημερία, γιατί ἦταν λίγοι οἱ ἱερεῖς. Ἀπό τό ταξίδι κουρασμένος ὅπως ἦταν, ἔβαζε τό πετραχήλι καί ἄρχιζε τόν Ἑσπερινό. Τήν ἄλλη μέρα στήν θεία Λειτουργία διαβάζοντας τό Εὐαγγέλιο πρός τό τέλος ἡ φωνή του ἄλλαζε ἀπό τήν κατάνυξη καί τά μάτια του γέμιζαν δάκρυα, ὅπως συχνά τοῦ συνέβαινε. Ἡ ἔξοδός του στόν κόσμο δέν τόν ἀλλοίωνε, γιατί εἶχε νήψη καί ἔβγαινε ἀπό ἀνάγκη. «Προερχόμενος ὁ λόγῳ, οὐ προερχόμενος»[1].
Κατάνυξη αἰσθανόταν καί ὅταν τήν Κυριακή ἑσπέρας διάβαζε τούς Χαιρετισμούς τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Ἦταν ἄριστος λειτουργός καί ἤξερε πολλές εὐχές ἀπό στήθους. Λειτουργοῦσε ἁπλά, ταπεινά καί μέ συναίσθηση. Ὅταν δέν λειτουργοῦσε, καθόταν στόν χορό καί τοῦ ἄρεσε πολύ νά διαβάζη καί νά ψέλνη. Διάβαζε Ψαλτήρι, Κανόνες, Ὧρες, ἀργά καί καθαρά, χωρίς νά βιάζεται. Ὅταν στόν ἄλλο χορό δέν ὑπῆρχε κανείς, τότε ἀγόγγυστα ἔλεγε ὁ ἴδιος καί τά τοῦ ἄλλου χοροῦ. Οὔτε παρατηροῦσε τούς μοναχούς γιά τίς ἐλλείψεις οὔτε κατέκρινε κάποιον, ἀλλά πάντα ἦταν εἰρηνικός καί σιωπηλός.
Ἐπειδή τότε οἱ πατέρες τῆς Μονῆς προέρχονταν ἀπό διάφορα μοναστήρια τῆς Βουλγαρίας, δέν τηροῦσαν αὐστηρή κοινοβιακή τάξη. Ὁ Γέροντας, ὅταν δέν τοῦ τό ζητοῦσαν, δέν ἐπενέβαινε στήν προσωπική τους ζωή. Τούς φερόταν μέ ἀγάπη μητρική, ἀλλά γιά δύο πράγματα ἦταν ἀνένδοτος. Δέν ἐπέτρεπε συνομιλίες στήν Ἐκκλησία καί, ἂν δύο πατέρες ἦταν μαλωμένοι, ἐπέμενε πρίν ἀπό τόν Ὄρθρο νά ἔχουν συμφιλιωθῆ.
Ἐπιζητοῦσε οἱ ἀκολουθίες νά γίνωνται μέ τάξη καί εὐλάβεια, χωρίς νά συντομεύωνται. Κάποτε ἀπό λάθος τοῦ τυπικάρη δέν διάβασαν ἕναν κανόνα στήν Θεοτόκο. Ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας πῆρε κάποιον μοναχό ὕστερα καί τόν διάβασαν μόνοι τους στό παρεκκλήσι τῆς Παναγίας. Ἂν καί νύσταζε, πολεμοῦσε τόν ὕπνο καί διάβασαν τόν κανόνα.
Πῶς νά μή νυστάζη ὁ Γέροντας πού συνεχῶς ἔτρεχε στά διακονήματα καί κοιμόταν ἐλάχιστα ἤ καί καθόλου ὁρισμένες νύχτες; Συχνά συνέβαινε τό ἑξῆς: Ἐπέστρεφε ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, ἔπαιρνε ἐφημερία καί μετά τόν Ἑσπερινό πήγαινε μέχρι ἀργά τή νύχτα νά ζυμώση καί νά κάνη τά πρόσφορα. Ὕστερα ἑτοιμαζόταν γιά νά λειτουργήση καί πήγαινε ἀμέσως στήν Ἐκκλησία, χωρίς νά κλείση μάτι. Φυσικό λοιπόν ἦταν νά νυστάζη μέ τόση κούραση καί χωρίς ὕπνο.
Κάποτε πού μετέφερε χόρτα μέ τό τρακτέρ τόν πῆρε ὁ ὕπνος πάνω στό τιμόνι καί ἔπεσε μέ τό τρακτέρ στό ποτάμι. Τότε, τοῦ ξαναεμφανίσθηκε ἡ Παναγία. Τόν ἔσωσε, χωρίς νά πάθη τίποτε, καί τοῦ εἶπε: «Δέν πρέπει νά κάνης ὑπερβολές. Ἄν δέν εἶχα ἔρθει, τί θά πάθαινες!».
Ἄλλη φορά μετά τό Ἀπόδειπνο πῆγε στό Κελλί πού ὀνομάζεται «Πατητήρια», γιά νά βγάλη τό ρακί. Εἶχε ρωτήσει μέ ταπείνωση ὁ Ἡγούμενος τόν Ἐπίτροπο, ἂν θά πάη κάποιος μοναχός μαζί τους, ἀλλά ὁ Ἐπίτροπος ἔκρινε καλύτερα νά μείνη ὁ Ἡγούμενος μέ τούς ἐργάτες, γιά νά μήν κάνουν κατάχρηση μέ τό ρακί. Ξενύχτησε μέ τούς ἐργάτες. Τό πρωΐ κατά τίς 3 ἔφερε τό ρακί καί τό ἔβαλε στό ὑπόγειο. Ὕστερα φόρεσε τό ράσο καί τό κουκούλι καί πῆγε στήν Ἐκκλησία. Ὁ Ἐκκλησιαστικός τά εἶδε αὐτά ὅταν πῆγε νά χτυπήση τό τάλαντο. Καί ὅταν κάποιος ἀπό τούς πατέρες τόν κατέκρινε γιατί νύσταζε στήν ἀκολουθία, ὁ Ἡγούμενος πού ἄκουσε δέν μίλησε, ἀλλά μίλησε ὁ Ἐκκλησιαστικός καί θαύμασαν τήν ταπείνωση καί τήν αὐταπάρνηση τοῦ Γέροντα.
Ἄλλη φορά ἔψαχνε ὅλη τή νύχτα νά βρῆ κάποια ἔγγραφα στό Ἀρχεῖο καί δέν κοιμήθηκε καθόλου. Τήν ἄλλη μέρα πῆγε στήν Σιμωνόπετρα γιά νά φωτοτυπήση τά ἔγγραφα. Τοῦ πρότειναν νά λειτουργήση καί προετοιμάστηκε, χωρίς πάλι νά κοιμηθῆ.
Πρός ὅλους ἔδειχνε ἀγάπη, χωρίς νά διακρίνη ἐθνικότητα, θέση κοινωνική καί ἄλλα παρόμοια. Ὅσοι τόν γνώρισαν ὁμολογοῦν τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη του, ἀπό τούς Ἀστυνομικούς στό φυλάκιο τῆς Μονῆς μέχρι Ἀρεοπαγίτες ἀπό τήν Ἀθήνα.
Ὁ κ. Κυριάκος Κεσκεσιάδης πού ὑπηρέτησε ὡς Ἀστυνομικός στό Ζωγράφου γιά πολλά χρόνια, ἔλεγε: «Ὁ Γέροντας ποτέ του δέν ἀρνήθηκε καμμία ἐξυπηρέτηση στούς Ἀστυνομικούς καί στούς ἐργάτες. Εἴχαμε φιλία καί πολλές φορές πήγαινα στό Ἡγουμενεῖο. Συχνά συνέβαινε, ὅταν μιλούσαμε, νά νυστάζη ἀπό τήν κούραση. Πήγαινε καί ἔκανε ὅλες τίς δουλειές. Δέν εἶχε βοηθούς. Πάντα ἦταν μέ τό χαμόγελο καί ποτέ δέν θύμωνε.
»Μία φορά συνέβη τό ἑξῆς: Εἶχα βγῆ γιά κυνήγι καί ἤμουν μέσα στό ποτάμι σέ κάτι βάτα. Ὅταν νύχτωσε, κάποια στιγμή ἄκουσα νά πλησιάζη κάτι κάνοντας θόρυβο καί σπάζοντας τά κλαδιά. Δέν ἦταν γουρούνι, γιατί θά μέ μύριζε. Ἔφεξα μέ τόν φακό, φώναξα καί ἄκουσα ν᾿ ἀνεβαίνη πάνω στόν δρόμο. Σκέφτηκα ὅτι μπορεῖ νά εἶναι κάποιος κλέφτης καί ἔτρεξα πίσω του. Τελικά εἶδα τόν Γέροντα πού προσπαθοῦσε νά μπῆ στό αὐτοκίνητο. Τόν ρώτησα:
–Γιατί δέν ἀπάντησες;
–Φοβήθηκα, δέν ἤξερα ποιός εἶναι.
–Τί ἔψαχνες ἐκεῖ κάτω; Ρώτησα πάλι.
–Ἕνα χόρτο γιά νά τό βάλω μέσα στά βαρέλια τοῦ κρασιοῦ καί ἐπειδή ἤξερα ὅτι ἐκεῖ φυτρώνει».
Ὁ κ. Γεώργιος Σιδηρόπουλος, τελωνειακός, ἀναφέρει: «Στό Ἅγιον Ὄρος ὑπηρέτησα τό 1977 καί ἀπό τό 1987 ἕως τό 1992 στό Ζωγράφου. Πρίν πάω μόνιμα στό Ζωγράφου, πήγαινα γιά προσκύνημα καί ἔβλεπα τόν Γέροντα. Τόν γνώρισα σάν ἕναν ἀληθινό μοναχό, ἄνθρωπο τῆς προσευχῆς. Ἦταν Ἡγούμενος, ἀλλά στήν ὄψη ἦταν σάν ἀσκητής, ἀναχωρητής. Ἀγαποῦσε ὅλους, καί τούς πατέρες καί τούς προσκυνητές καί τούς ἐργάτες, ἐνῶ πολλές φορές τούς ἐξυπηρετοῦσε μόνος του στήν τράπεζα καί στό Ἀρχονταρίκι. Πάντοτε φαινόταν κουρασμένος, ἀλλά ποτέ δέν ἀρνήθηκε νά δεχθῆ κάποιον γιά ἐξομολόγηση ἤ συζήτηση. Εἶχε πολλή ὑπομονή καί καλωσύνη καί ποτέ δέν παραπονιόταν.
»Ὅταν πῆγα νά ὑπηρετήσω στό Ζωγράφου, τό κτίριο ὅπου στεγαζόταν τό Τελωνεῖο ἦταν σέ ἄσχημη κατάσταση. Ὁ Γέροντας ἐνδιαφέρθηκε καί μέ ἐνθάρρυνε νά κάνω ὑπομονή, ἐνῶ συγχρόνως ἔστειλε ἐργάτες νά κάνουν τίς ἀπαραίτητες διορθώσεις.
»Τόν ἔβλεπα νά δουλεύη παντοῦ· στήν Ἐκκλησία, στό Ἀρχονταρίκι, στήν τράπεζα, στόν κῆπο. Ὅταν ἦταν ἀνάγκη ἔκανε καί τόν ὁδηγό γιά νά μεταφέρη προσκυνητές ἤ πατέρες.
»Κάποτε πλησίαζε ἡ πανήγυρη τῆς Μονῆς καί συζητούσαμε γιά τό πῶς θά οἰκονομήσουμε τά ψάρια. Τοῦ πρότεινα νά πάω ἔξω καί νά ἀγοράσω. Ὁ ἴδιος ὅμως μοῦ πρότεινε νά ρίξουμε δίχτυα στήν θάλασσα. Πιάσαμε 80 κιλά ψάρια πού ἔφτασαν γιά τήν πανήγυρη.
»Ἄλλη φορά ἦταν χειμῶνας καί ἔρριξε πάνω ἀπό ἕνα μέτρο χιόνι. Οἱ προσκυνητές εἶχαν ἀποκλειστῆ καί ἀνησυχοῦσαν. Ὁ Γέροντας εἶπε “θ᾿ ἀνοίξουμε τό μονοπάτι”, καί ξεκίνησε πρῶτος· τόν ἀκολούθησαν καί ἄλλοι καί ἄνοιξαν τό μονοπάτι.
»Ὅταν τόν ἐπισκεπτόμουν στό Ἡγουμενεῖο, διεπίστωσα ὅτι, ὅταν ἤθελε νά ξεκουραστῆ, δέν ξάπλωνε, ἀλλά καθόταν σέ καρέκλα. Τόν ρώτησα:
–Γιατί δέν ξαπλώνεις;
–Ὁ μοναχός πρέπει πάντα νά εἶναι ἕτοιμος, σέ ἐγρήγορση, γιατί δέν ξέρει πότε θά τόν καλέσει ὁ Κύριος, εἴτε ἐδῶ νά τοῦ ἀναθέση κάποια διακονία εἴτε νά τόν πάρη κοντά Του.
»Ὁ Γέροντας μοῦ συνέστησε νά ξεκουράζωμαι καί ἐγώ σέ καρέκλα, καί προσπαθοῦσα νά τόν μιμοῦμαι. Ἐπίσης ὁ Γέροντας δέν ἀναπαυόταν στήν πολλή ζέστη τόν χειμῶνα. Ἔλεγε: “Ἡ ζέστη μᾶς κάνει χαλαρούς καί ἡ καλοπέραση δέν ἁρμόζει σέ μοναχό”.
»Μέ βοήθησε νά καταλάβω τό νόημα τῆς ζωῆς.
Μέ συμβούλευε: “Νά ἀγαπᾶς τόν πλησίον ὅπως τόν ἑαυτό σου”. Ἀπό τόν Γέροντα διδάχθηκα νά προσπαθῶ νά κάνω τό καλύτερο δυνατό γιά τούς ἀνθρώπους. Ἀπ᾿ αὐτόν ἔμαθα τίς βασικές ἀρετές, τήν ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον.
»Αἰσθανόμουν χαρά νά εἶμαι μαζί του. Κάπου-κάπου μοῦ ἔκανε τήν τιμή νά ἔρχεται στό Τελωνεῖο καί νά συνομιλῆ μαζί μου. Ἦταν πολύ ταπεινός.
»Οἱ προσκυνητές, ὅταν τόν ἔβλεπαν, μοῦ ἔλεγαν: “Αὐτός ὁ μοναχός πρέπει νά εἶναι πολύ εὐλαβής καί ἐργατικός”. Καί ὅταν τούς ἔλεγα ὅτι εἶναι Ἡγούμενος, χαίρονταν ἀκόμη περισσότερο.
»Ὅταν ἔπιανα λίγα ψάρια, ἔδινα καί στόν Γέροντα, ὅταν ἐρχόταν νά μέ δῆ στό Τελωνεῖο. Δέν ἤθελε νά πάρη τίποτε. Ἔπαιρνε μόνο μισό ψαράκι, γιά νά μήν στενοχωρηθῶ.
»Ὅταν ἔμενα μόνος μου στό Τελωνεῖο στόν Ἀρσανᾶ, δέν φοβόμουν γιατί ἔλεγα: “Ἔχω τόν ἅγιο Γεώργιο πού μέ φυλάει, καί τόν Γέροντα πού προσεύχεται γιά μένα”. Μέχρι σήμερα, ὅταν τόν θυμοῦμαι, αἰσθάνομαι μεγάλη χαρά».
Κάποιος ἱεροδιάκονος Ἁγιορείτης ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία του νά μή βγῆ ποτέ ἀπό τό Ὄρος, καί προσευχόταν γι᾿ αὐτό στήν Παναγία. Ὅταν ὁ Γέροντας τό ἔμαθε, εἶπε: «Αὐτό εἶναι τό πρῶτο πρᾶγμα πού πρέπει νά ζητήση ὁ καλός μοναχός ἀπό τήν Παναγία. Ὅσες φορές ὁ μοναχός βγαίνει ἔξω στόν κόσμο, χάνει ἀπό τόν μισθό του».
Ὁ κατά σάρκα πατέρας τοῦ π. Μάρκου ἀπό τήν Κωνσταμονίτου ἦταν παρών κάποτε στόν Ἀρσανᾶ ὅπου ἕνας λαϊκός ἀπό τήν Χαλκιδική γιά ἄγνωστο λόγο ἄρχισε νά βρίζη τόν Γέροντα μέ ἄπρεπα λόγια. Ὁ ταπεινός Γέροντας κατέβασε τό κεφάλι του καί δέν εἶπε τίποτε. Στήν θέση πού στεκόταν ὁ λαϊκός ὑπῆρχε μία παλαιά πέτρινη γέφυρα. Μετά ἀπό μία ἑβδομάδα ὁ ἴδιος λαϊκός βρισκόταν πάλι σ᾿ αὐτή τήν θέση κάτω ἀπό τήν γέφυρα. Ξαφνικά χωρίς καμμία φανερή αἰτία ἡ γέφυρα σωριάστηκε καί ὁ ἄνθρωπος πέθανε κάτω ἀπό τίς πέτρες.
Μαρτυρία Ἁγιορείτου:
«Ὁ γέροντας Εὐθύμιος ἦταν σεμνός, σοβαρός, καί ταυτόχρονα μειλίχιος, χαρούμενος, ἐργατικός καί φιλακόλουθος. Ἐμφορεῖτο ἀπό φόβο Θεοῦ καί ἀπό βαθειά συναίσθηση τῆς μοναχικῆς του ἰδιότητος καί τῆς διακονίας του στό Μοναστήρι.
»Παρ᾿ ὅλο πού ἦταν προσηνής καί ζοῦσε σάν ἁπλός μοναχός καί δέν ἀπολάμβανε τίς τιμές τοῦ ἀξιώματός του ὡς Ἡγούμενος, ἐν τούτοις δέν μποροῦσες νά χάσης τόν σεβασμό καί τό ἀπαρρησίαστο, διότι ἦταν πνευματικός μοναχός πού μέλημά του ἦταν ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔνιωθες ὅτι βιώνει καταστάσεις πνευματικές.
»Πάντα ζοῦσε μέ τήν ἀγωνία γιά τό Μοναστήρι του πού ἔπασχε ἀπό λειψανδρία καί εἶχε πολλά κτιριακά προβλήματα. Κατάφερε ὅμως παρά τίς δυσκολίες νά κρατήση τό Μοναστήρι, διότι εἶχε πίστη στόν Θεό, ἀγάπη στόν ἅγιο Γεώργιο καί φρόντιζε ὅσο μποροῦσε γιά τά ὑλικά καί τά πνευματικά».
Ὅσες φορές κάποιος δύστροπος μοναχός τοῦ φερόταν ὑβριστικά ἀποκαλώντας τον «ψοφίμι», ὁ Γέροντας δέν μιλοῦσε καθόλου. Ἀργότερα αὐτός ὁ μοναχός εἶχε πολλούς πειρασμούς καί τελικά ἔφυγε ἀπό τό Μοναστήρι. Ἦταν ταμίας, καί ὅταν παρέδωσε τό ταμεῖο, βρῆκαν ἐλλείψεις. Μερικοί πρότειναν νά τόν δικάσουν, ἀλλά ὁ ἀνεξίκακος Γέροντας πῆρε τό μέρος του: «Δέν εἶναι σωστό, εἴμαστε μοναχοί», εἶπε.
Ὁ Ἡγούμενος Εὐθύμιος ἦταν ἄνθρωπος εὐλαβής, μέ ἐσωτερική κρυφή ἐργασία καί ἀγαποῦσε τήν προσευχή. Ἔλεγε πάντοτε τήν εὐχή καί διάβαζε τά βιβλία τῶν νηπτικῶν πατέρων, ἰδιαιτέρως τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου καί τόν Βίο καί τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ἔλεγε σέ ὑποψήφιο μοναχό ὅτι τό βιβλίο εἶναι σάν καθρέφτης, γιατί μέ αὐτό βλέπεις τόν ἑαυτό σου, τήν κατάστασή σου.
Δέν ἔλειπε ἀπό τήν ἀκολουθία καί παρά τίς πολλές του ὑποχρεώσεις εὕρισκε τόν χρόνο νά κάνη τά πνευματικά του καθήκοντα.
Κάποτε νοσηλευόταν στό Νοσοκομεῖο, γιατί ἔπεσε ἀπό μία λωτιά. Ἐκεῖ δέν ἄφηνε τά πνευματικά του καί προσπαθοῦσε νά τά τελειώνη, πρίν ξυπνήσουν οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς τοῦ θαλάμου του. Καθήμενος στό κρεββάτι ἔλεγε κάπως γρήγορα τήν εὐχή. Τότε τοῦ ἐμφανίστηκε γιά τρίτη φορά ἡ Παναγία. Τήν εἶδε καθαρά, ἐνῶ ἀπό εὐλάβεια καί συστολή δέν τόλμησε νά σηκώση τά μάτια του γιά νά τήν ξανακοιτάξη. Ἄκουσε νά τοῦ λέη νά μή βιάζεται ὅταν προσεύχεται.
Αὐτό τό γεγονός ἀναγκάστηκε νά τό διηγηθῆ σέ κάποιον ἱερομόναχο πού τώρα εἶναι Μητροπολίτης στήν Βουλγαρία, γιατί κάποτε ἔκαναν ἀκολουθία στό Κονάκι στήν Θεσσαλονίκη καί ὁ τότε ἱερομόναχος διάβαζε γρήγορα γιά νά προλάβουν τίς δουλειές.
Ὁ γέροντας Εὐθύμιος ἀγαποῦσε τίς ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες καί συμμετεῖχε μέ χαρά. Ἔψελνε πολύ γλυκά καί μέ εὐλάβεια, ἂν καί δέν ἤξερε πολλά μουσικά. Συχνά, ὅταν ἔψελνε κάποιο τροπάριο, τόν ἔπνιγε ἡ κατάνυξη καί ἀδυνατοῦσε νά τό τελειώση.
Ἦταν πραγματικός ἡσυχαστής, ἂν καί ὅλη μέρα δέν σταματοῦσε νά ἐργάζεται παντοῦ. Κάποιος μοναχός τοῦ πρότεινε ν᾿ ἀφήσουν τό Μοναστήρι καί νά ἡσυχάσουν στόν Ἀρσανᾶ. Ὁ Γέροντας πού ζοῦσε στήν καρδιά του τήν ἡσυχαστική ζωή, δέν δέχθηκε, ἂν καί τό ἐπιθυμοῦσε: «Καλή εἶναι ἡ ἡσυχία, ἀλλά δέν μπορῶ νά ἀφήσω τό Μοναστήρι», εἶπε.
Ἦταν πραγματικός Ἡγούμενος καί ἐφάρμοσε πλήρως καί κατά γράμμα τό ρητό: «Καί ὁ ἡγούμενος ἔστω ὡς ὁ διακονῶν». Ἔκανε ὅλες τίς δουλειές, σάν νά ἦταν ὁ τελευταῖος ἐργάτης. Μετά τήν ἀκολουθία φοροῦσε ἕνα παλαιό ζωστικό κοντό, καί πήγαινε νά καθαρίση τόν δρόμο πρός τίς μάννες τοῦ νεροῦ, ἤ ἔφτιαχνε τίς βλάβες στόν ἀγωγό τοῦ νεροῦ. Κάποτε πού εἶχε μία σοβαρή βλάβη πῆγαν πολλοί, καί ἐπειδή δέν τελείωνε ἡ δουλειά, οἱ ἄλλοι κουράστηκαν καί ἔφυγαν. Τελικά ἔμεινε ὁ Γέροντας μέ τόν Ἐπίτροπο καί ἔσκαψαν γιά νά βροῦν τήν βλάβη. Καί ἐνῶ εἶχε νυχτώσει, ὁ Γέροντας συνέδεσε μέ πολλή τέχνη τούς σωλῆνες καί γύρισε στό Μοναστήρι στή μία μετά τά μεσάνυχτα. Ὁ ἀγωγός δουλεύει μέχρι σήμερα.
Ὁ ἴδιος διόρθωνε τίς σκεπές, μάζευε τά καρύδια καί τά ἄλλα φροῦτα καί ἀνέβαινε στά δένδρα ὥς τήν κοίμησή του. Ἦταν μάγκιπας καί προσφοράρης. Ἔκανε τό κρασί καί ἔβγαζε τό ρακί τίς νύχτες, μόνος του ἤ μέ ἕναν λαϊκό ἐργάτη· μέ τόν Μῆτσο τόν μάγειρα κουβαλοῦσε ζεστό νερό γιά νά μήν ἐνοχλῆ ἄλλους.
Ὅταν κάποιος μοναχός ἦρθε ἀπό τήν Βουλγαρία γιά νά μονάση στό Ζωγράφου, ὁ Γέροντας κατέβηκε μέ τά μουλάρια στόν Ἀρσανᾶ, γιά νά τόν περιμένη. Τόν δέχθηκε μέ ἀγάπη καί ἐγκαρδιότητα, τοῦ φίλησε τό χέρι καί τόν ἀσπάστηκε. Μαζί πῆγαν στίς Καρυές γιά νά τακτοποιήσουν τά χαρτιά, ἐνῶ στό Κονάκι ὁ Γέροντας μαγείρεψε φασόλια καί τοῦ παρέθεσε τράπεζα.
Παρ᾿ ὅλα αὐτά μερικοί τόν κατηγοροῦσαν ὅτι δέν κάνει ἔργα στό Μοναστήρι. Ἀλλά τότε ἦταν δύσκολη ἡ κατάσταση. Ἄν καί ἤθελε, δέν μποροῦσε νά κάνη πολλά πράγματα, διότι ἔλειπαν τά χρήματα καί ἡ Μονή ἔπασχε ἀπό λειψανδρία.
Προσπαθοῦσε νά βοηθήση τό Μοναστήρι, ἀλλά ἡ καρδιά του δέν κολλοῦσε σέ τίποτε ὑλικό. Εἶπε σέ νέο μοναχό πού τοῦ πρότεινε κάποια σχέδια γιά τήν ὑλική ἄνοδο τῆς Μονῆς: «Καλά εἶναι αὐτά (οἱ οἰκοδομές κ.λπ.), ἀλλά νά μήν κολλᾶμε ἐκεῖ ὑπερβολικά».
Ἦταν ἀσκητικός. Ἐνῶ κουραζόταν τόσο πολύ, ἔτρωγε λίγο. Ἤθελε τό φαγητό νά εἶναι ἁπλά μαγειρεμένο. Ὅταν ὁ Ἐπίτροπος πρότεινε νά βάλουν καί ἄλλα πράγματα συμπληρωματικά, ὁ Γέροντας ἔλεγε: «Δέν εἶναι ἀνάγκη. Ἔχομε στήν τράπεζα ἀρκετά πράγματα. Εἴμαστε μοναχοί. Πρέπει νά τρῶμε πιό ἁπλά καί λίγα πράγματα». Ἀλλά ἐπέμενε πάντοτε νά ὑπάρχη ἀρκετό ψωμί. Ἂν τοῦ πρότειναν νά φάη κάτι, ἔστω καί ἐλάχιστο, μετά τό Ἀπόδειπνο, δέν δεχόταν.
Ποτέ του δέν κατέκρινε κανέναν. Κακός λόγος δέν ἔβγαινε ἀπό τό στόμα του. Εἶχε λεπτότητα, ἀρχοντιά, καί δέν μιλοῦσε περιφρονητικά γιά κανέναν.
Ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Μονῆς εἶχαν πάει τοὐλάχιστον μία φορά στά Ἱεροσόλυμα. Ὁ Γέροντας δέν πῆγε ποτέ. Τόν τελευταῖο χρόνο τῆς ζωῆς του εἶπε σέ κάποιον: «Κάθε θεία Λειτουργία εἶναι σάν νά πᾶς στά Ἱεροσόλυμα».
Ἀγαποῦσε ἐξ ἴσου ὅλους. Αὐτό τό ὁμολογοῦν Βούλγαροι, Ἕλληνες, Ρῶσσοι καί ὅσοι τόν γνώρισαν. Ἀγαποῦσε θερμά τήν Πατρίδα του, ἀλλά μέ πνευματικό τρόπο, χωρίς ἐθνικισμό.
Τότε πού στήν Βουλγαρία ἐπικρατοῦσε ἡ ἀθεΐα τῶν κομμουνιστῶν, ὁ Γέροντας μέ πρωτοβουλία δική του ἐξέδωσε πνευματικά βιβλία καί τά ἔστελνε στήν Βουλγαρία γιά νά στηρίξουν τούς πιστούς. Ἂν καί τό Μοναστήρι δέν εἶχε πολλά ἔσοδα, δαπάνησε γι᾿ αὐτό τό σκοπό τριάμισι ἑκατομμύρια δραχμές.
Ὁ ἴδιος ἦταν τελείως ἀκτήμων. Γιά ἕνα διάστημα ἔστελναν ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας μία χρηματική βοήθεια στόν κάθε μοναχό. Ὁ Γέροντας ποτέ δέν ἄγγιξε αὐτά τά χρήματα. Τά ἔβαζε σέ μία γωνιά καί μετά ἔλεγε στόν Ἐπίτροπο νά τά πάρη καί νά τά βάλη στήν Ἐκκλησία.
Πάντοτε φοροῦσε παλαιά. Κάποτε ἀγόρασε ἕνα κοντό ζεστό γιά τόν χειμῶνα. Ἕνας μοναχός τόν ρώτησε γιατί δέν ἀγόρασε καί γι᾿ αὐτόν. Τήν ἄλλη μέρα τοῦ τό ἔδωσε καί αὐτός ἔβαλε πάλι τό παλαιό κοντό του. Ἔπλενε τά ροῦχα μόνος του μέ τά χέρια μέ κρύο νερό ἀκόμη καί τόν χειμῶνα.
Ὑπεραγαποῦσε καί εὐλαβεῖτο πολύ τήν Παναγία. Ἔλεγε πολλές φορές μέ κατάνυξη, πώς αὐτή μόνη της ἀνέβηκε τά σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ, ὅταν ἦταν τριῶν χρόνων.
Ἂν καί εἶχε πολλά τάλαντα καί πολλές γνώσεις, ποτέ δέν καυχιόταν, ἀλλά ἀντιθέτως, ὅταν ἔκανε κάποια ἐργασία, πάντοτε ρωτοῦσε κάποιον ἄλλον πῶς νά τήν κάνη, γιά νά μήν κάνη τό θέλημά του. Στήν Γεροντική Σύναξη ἔλεγε τήν γνώμη του, ἀλλά δέν προσπαθοῦσε νά τήν ἐπιβάλη. Σιωπηλά προσευχόταν καί μετά ἀπό συζητήσεις γινόταν αὐτό πού ἤθελε ὁ Γέροντας.
Γιά ἄσκηση, σπάνια ἄναβε σόμπα. Ὅταν ἤθελε καμμία φορά νά ζεσταθῆ καί ἡ ὥρα ἦταν προχωρημένη, πήγαινε στό μαγειρεῖο καί καθόταν δίπλα στήν σόμπα. Ἀλλά ἐπειδή πάντα τοῦ ἔλειπε ὕπνος, ἀμέσως ἀποκοιμόταν. Ὁ Μῆτσος ὁ λαϊκός μάγειρας ἀπό σεβασμό στεκόταν δίπλα του, γιά νά τόν φυλάη μήν πέση ἀπό τήν καρέκλα. Ἀλλά καί αὐτός νύσταζε καί κοιμόταν ὄρθιος.
Ποτέ του δέν ξάπλωσε σέ κρεββάτι γιά νά ἀναπαυθῆ. Καθόταν σέ μία καρέκλα ἤ σ᾿ ἕναν καναπέ διότι ἤθελε σάν τόν στρατιώτη νά εἶναι πάντα ἕτοιμος. Ἔτσι τόν βρῆκαν οἱ πατέρες, καθισμένον στόν καναπέ, μετά ἀπό τήν ἀγρυπνία τῶν Εἰσοδίων, στίς 21–11–1994, ἐνῶ ἡ καθαρή ψυχή του εἶχε πετάξει στούς οὐρανούς κοντά στόν Χριστό πού ἀγάπησε ἀπό μικρός καί διηκόνησε ποικιλοτρόπως σέ ὅλη του τήν ζωή.
Οἱ πατέρες παρατήρησαν πάνω στό κρεββάτι του ἕνα παχύ στρῶμα σκόνης καί ἀράχνες.
Σ᾿ αὐτή τήν ζωή ὁ γέροντας Εὐθύμιος δέν χόρτασε τόν ὕπνο, δέν ξεκουράστηκε σάν ἄνθρωπος, ἀλλά τώρα ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος Κριτής, ἂς τόν ἀναπαύση ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι.
Ὅσοι τόν γνώρισαν, τόν θυμοῦνται μέ συγκίνηση ὡς ἅγιο ἄνθρωπο.
Τήν εὐχή του νά ἔχουμε. Ἀμήν.
1. Κλῖμαξ ΚΖ’ (Α΄), δ’.
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2019/07/blog-post_98.html#more
Ἡ Ἁγία Ἄννα μετά τῆς Θεοτόκου-Ἡ θαυματουργή εἰκόνα ἀπό τήν Σμύρνη
Αυτή η εικόνα της Αγίας Άννας με την δωδεκάχρονη Παναγία μας, έχει έρθει από την Σμύρνη. Σώθηκε μέσα από την φωτιά στην πλατεία, εκεί που καίγονταν όλες οι εικόνες της Μητρόπολης της Σμύρνης,της Αγίας Φωτεινής. Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης οδηγούσε σε αυτήν την εικόνα τα άτεκνα ζευγάρια. Τους έβαζε να νηστεύουν σαράντα ημέρες με προσευχή και παράκληση στην Αγία, κι έπειτα να πηγαίνουν και να κοινωνούν. Και ήταν πολλά τα ζευγάρια που αποκτούσαν παιδί. Η εικόνα ήταν γεμάτη από τα τάματα αφού τελούσε πολλά θαύματα, ακόμη και στους μουσουλμάνους.
Βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αναλήψεως στα Σκούρτα Βοιωτίας. Πολλά είναι τα ζευγάρια που προσέρχονται να επικαλεστούν την βοήθεια της Αγίας Άννας για να αποκτήσουν παιδάκι. Τα ονόματά τους γράφονται σε ιδιαίτερο δίπτυχο και μνημονεύονται στην αγία Πρόθεση μέχρι να συλλάβουν παιδί.
Η ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
Η Γιασεμή είχε πάει στην Σμύρνη να πάρει τα κορίτσια της ξαδέλφης της για να φύγουν. Ήταν από τους τελευταίους Έλληνες της μαρτυρικής πόλης. Στο δρόμο της λοιπόν, και ενώ όλοι κοιτάζουν πώς να σωθούν από την κόλαση της ήδη φλεγόμενης πόλης, βλέπει έξω από την Αγία Φωτεινή να καίνε τις εικόνες. Είχε μαζί της κι έναν υπάλληλο Τούρκο, τον Αλί. Βγάζει από την τσέπη του φουστανιού της ότι χρήματα είχε πάνω της και του λέει:
«Βρε Αλί, πάρε αυτά, δώστα στον στρατιώτη να σε αφήσει να περάσεις και πήγαινε να πάρεις μια εικόνα. Θα μας κάψει ο Θεός να βλέπουμε να καίγεται η κληρονομιά μας.»
Πήγε ο Αλί, άρπαξε μια εικόνα και όταν την έφερε είδε η Γιασεμή ότι ήταν η εικόνα που είχε κάνει δώρο η μητέρα της στην Αγία Φωτεινή, από ευγνωμοσύνη στην Αγία Άννα, γιατί της χάρισε το πρώτο παιδί. Αυτή η εικόνα κοσμούσε τον Μητροπολιτικό ναό της Σμύρνης και θαυματουργούσε.
Ξαναβρέθηκε λοιπόν στα χέρια της Γιασεμής που την κρατούσε σαν θησαυρό και την έφερε στην Χίο και από εκεί, μετά από χρόνια ήρθε στην Ιερά Μονή.
πηγή
https://proskynitis.blogspot.com/2019/07/h.html
Πατὴρ Ἰωάννης Ῥωμανίδης: «Τὸ ἄκτιστο Φῶς, εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως»
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία», τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Σ. Ῥωμανίδου (†)
Ὅταν κάποιος δῆ τὸν Θεόν, ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς καταργοῦνται καὶ μένει μόνον ἡ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ λέγει ξεκάθαρα ὁ ἀπόστολος Παύλος. Ἡ πίστις δηλαδὴ πρὸς τὸν Θεὸν μαζὶ μὲ ὅλα τὰ συναφῆ νοήματά της, καθὼς καὶ ἡ ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ συναφῆ νοήματά της καταργοῦνται, ὅταν κανεὶς βλέπη τὸν Θεόν, ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη. Τὰ νοήματα ἀντικαθίστανται τότε ἀπὸ τὴν ἴδια τήν θέα τοῦ ἀγαπωμένου. Τότε ὁ ἄνθρωπος δοξάζεται, δηλαδὴ βλέπει τὸν Χριστὸ ἐν δόξῃ, και μετέχει στήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ὑφίσταται μέθεξι Θεοῦ.
Οἱ ἄνθρωποι συνήθως ἀντιμετωπίζουν τοὺς συνανθρώπους των μὲ βάση τὶς ἤδη διαμορφωμένες γι’ αὐτοὺς ἀντιλήψεις. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνος ποὺ ἀντικρύζει τὸν Χριστὸν κατὰ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, δηλαδὴ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστὸς μὲ τὴν δεδοξασμένη Θεανθρώπινη Του φύσι, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήση τότε στὸν νοῦ του κανένα ἀνθρώπινο νόημα ἢ προηγούμενη γνώμη, ποὺ ἐνδεχομένως εἶχε σχηματίσει γιὰ τὸν Χριστό, διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπολύτως στὴν ὑλικὴ ἢ ἄϋλη δημιουργία, τίποτε τὸ κτιστὸ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ νὰ μοιάζη μὲ τὴν ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς δόξης τοῦ δεδοξασμένου Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον τώρα ἀντικρύζει.
Ἁπλῶς δέχεται τὸν Χριστὸ ὅπως τὸν βλέπει. Οὔτε νὰ Τὸν περιγράψη μπορεῖ οὔτε νὰ μιλήση γι’ Αὐτὸν μὲ ἀντικειμενικότητα μπορεῖ. Διότι δὲν ὑπάρχουν ἀνθρώπινες λέξεις, ποὺ νὰ μποροῦν νὰ περιγράψουν τὴν ἄκτιστη πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ, τῆς θεϊκῆς φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου.
Λόγος περί ὁμοφυλοφιλίας καί οἱ ἀναφορές στήν Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ
Σύμφωνα με σύγχρονους άγιους (Άγιος Πορφύριος ο Αγιορείτης, Γέροντας Αναστάσιος της ιεράς μονής Κουδουμά στην Κρήτη και άλλους) ο κάθε άνθρωπος ορίζεται σαν ψυχοσωματική οντότητα (30% σωματική και 70% ψυχική).Η σωματική ανθρώπινη διάσταση αφορά την γονιδιακή κληρονομικότητα των προγόνων μας (κυτταρική μνήμη, D.N.A.). Και η σύγχρονη Γενετική μοριακή βιολογία παραδέχεται αυτό που οι Ορθόδοξοι Άγιοι Πατέρες ονομάζουν σωματικά αδιάβλητα (=ακατηγόρητα) πάθη, που κληρονομούνται από τους προγόνους στους απογόνους μέσω D.N.A.Η χαρτογράφηση του ανθρώπινου D.N.A. που ολοκληρώθηκε σχεδόν απόλυτα, από το 1995-2005 μ.Χ. κατέπληξε όλον τον κόσμο γιατί επιβεβαίωσε ότι τα 24.000 (περίπου) ανθρώπινα γονίδια, που κληρονομούμε άκοντες (=μη θέλοντες) από τις αλλεπάλληλές γενιές των φυσικών μας προγόνων ευθύνονται αμεσότατα για τις ροπές που έχουμε σε γήρας, θάνατο σωματικό, πάθη, διάφορες αρρώστιες (σχεδόν όλες τις αρρώστιες) όλων των σωματικών ανθρωπίνων συστημάτων: κυκλοφορικό, νευρικό, γενετικό κλπ). Μέσα σε αυτές τις κληρονομούμενες γενετικές ροπές, συμπεριλαμβάνονται και τάσεις για εγκληματική και αντικοινωνική παραβατικότητα (ροπή για έγκλημα, για βία, για αλκοολισμό, ναρκωτικά και σεξουαλική διαστροφή).Θυμάμαι χαρακτηριστικά, που γεννήθηκαν δυο δίδυμα ετεροζυγωτικά (διαφορετικό ωάριο και σπερματοζωάριο) αγοράκια στην γειτονιά μου –μέσα στην δεκαετία του 1960-1970. Το ένα αγοράκι έγινε υπέρ-γυναικάς και το άλλο το αδελφάκι του ασυναίσθητα ‘’ενστικτωδώς’’ έβαζε ‘’χέρι’’ σε άλλα αγοράκια και εξελίχθηκε σε μεγάλο ομοφυλόφιλο. Και οι δυο μάλιστα ζουν ακόμη και είναι και ευλαβέστατοι και ορθοδοξότατοι, δηλαδή αμαρτωλοί μεν αλλά ασυμβίβαστοι και αγωνιζόμενοι μετανοούντες δε.Κάθε ένας μας, σίγουρα, έχει παρόμοιες εμπειρίες στο οικογενειακό ή το οικείο περιβάλλον του! Στην τραγική περίπτωση των δυο ετεροζυγωτικών δίδυμων αγοριών υπήρχαν από ‘’γεννησιμιού’’ τους και ορμονικές διαφορές. Το ομοφυλόφιλο αγοράκι είχε ελάχιστη αδρεναλίνη και τεστοστερόνη και περισσότερα οιστρογόνα (γυναικείες ορμόνες). Εδώ, ολοφάνερα, έχουμε κληρονομημένη γενετική ανωμαλία που ο Χριστός επιτρέπει για λόγους που ξέρει Αυτός [1] . Επίσης, όπως μας έλεγε ο Άγιος Πορφύριος ο Αγιορείτης στο Μήλεσι, όλα τα αγοράκια και τα κοριτσάκια κάπου στην αρχή της εφηβείας τους (περίπου από 11-13 ετών) και για ένα εξάμηνο, περίπου, έχουν μια μικρή αύξηση των αντιθέτων του φύλου τους ορμονών για να ομορφαίνουν (τα αγοράκια μικρή αύξηση οιστρογόνων – τα κοριτσάκια μικρή αύξηση αδρεναλίνης και τεστοστερόνης).Σε εκείνη ακριβώς την προσωρινή σωματική ‘’φάση’’ τα ταγκαλάκια (οι δαίμονες) πολεμούν εντονότατα τους αθώους και απονήρευτους έφηβους με πονηρούς λογισμούς ομοφυλοφιλίας για να τους δώσουν μπερδεμένη δισεξουαλική κατεύθυνση.Αυτό το ξέρανε από παλιά στην Κρήτη γι’ αυτό, και σήμερα ακόμη, πολλοί γονείς αγοριών, κυρίως, στα πρώιμα εφηβικά τους στάδια τα οδηγούν –δυστυχώς- να πορνεύσουν για να τα σιγουρέψουν, να ΄΄αντρέψουν΄΄ γιατί φοβούνταν μη τους εξελιχθούν, τα αγόρια τους σε ‘’αδελφές’’. Ο αντίστοιχος μικρότερος φόβος για τα κορίτσια τους, οδηγούσε τους γονείς τους να τα προξενέψουν και να τα παντρέψουν νωρίς.Αυτές τις πρόωρες ανωμαλίες σεξουαλικής τάσης τις φοβόταν πολύ και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (345-407 μ.Χ.) και στους περίφημους λόγους του περί γάμου συνιστούσε στους γονείς της εποχής του να παντρέψουν το ταχύτερο δυνατό τα παιδιά τους.
Μαῦρες σελίδες στήν ἱστορία της γράφει ἡ Ἱ.Μ. Ξενοφῶντος.
Οι σχισματικοί της Ουκρανίας πανηγυρίζουν για άλλη μία νίκη επί του Αγίου Όρους. Το δημοσίευμα είναι στα Ουκρανικά από ιστοσελίδα των Ουκρανών σχισματικών γι’ αυτό θα περιοριστώ σε λίγα.
Αναφέρει ότι την 9η Αυγούστου, ημέρα εορτής του Αγίου Παντελεήμονος (παλαιό ημερολόγιο), μία ομάδα προσκυνητών της «επισκοπής» Ρίβνε και Όστρο μαζί με «κληρικούς» συμμετείχαν στην Θεία Λειτουργία της Ι.Μ. Ξενοφώντος όπου χοροστάτησε ο Ηγούμενος της Μονής Αλέξιος. Μαζί με την αδελφότητα του Μοναστηριού συμμετείχε και «κληρικός» της «επισκοπής» Λβιβ.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο Ηγούμενος συγχάρηκε τους Ουκρανούς για τον «Τόμο Αυτοκεφαλίας» και τους διαβεβαίωσε ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους προσεύχονται για την Ουκρανία. Επίσης εξέφρασε τον σεβασμό και την ευλάβειά του στον «ευλογημένο προκαθήμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας Επιφάνιο».
Ο Ηγούμενος της Ι.Μ. Ξενοφώντος Αλέξιος έχει δείξει από την αρχή με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις θέσεις του στο Ουκρανικό. Συμμετείχε αυτοπροσώπως στην ενθρόνιση του σχισματικού Επιφάνιου.
Τήν ἐβάπτισεν ὁ Χριστός!!!
ΤΗΝ ΕΒΑΠΤΙΣΕΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ!!!
Εὑρισκόμενος -χάριτι Θεοῦ, γιά πολλοστήν φοράν- εἰς τό Ἅγιον Ὄρος, εἶχα τήν μεγάλην εὐλογία νά συνομιλήσω καί πάλι, μεταξύ ἄλλων, μέ τόν πολυσέβαστον Ἀρχιμανδρίτην Παρθένιον, Γέροντα τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου τοῦ Ἁγίου Παύλου. Στά πλαίσια τῆς εὐλογημένης συζητήσεως, ὁ Γέροντας ἀναφέρθηκε καί στά μαρτύρια τῆς Ἁγίας Χριστίνης, ἑστιάζοντας στήν Βάπτισή της, ἀπό τόν Κύριον, στήν μέση τοῦ πελάγους!
16 Αὐγούστου. Ἡ ἐξ Ἐδέσσης ἀνακομιδή τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνος, ἤ τοι τοῦ ἰεροῦ μανδηλίου. Ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα.
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ. 16ης Αὐγ. (Α΄ Τιμ. γ΄ 13 - δ΄ 5).
Α Τιμ. 3,13 οἱ γὰρ καλῶς
διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται
καὶ πολλὴν παῤῥησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ.
Α Τιμ. 3,13 Διότι εκείνοι, οι οποίοι με σύνεσιν και φόβον Θεού
διηκόνησαν καλώς και διακονούν, αποκτούν καλόν βαθμόν, προάγονται δηλαδή στο
αξίωμα του ιερέως και του αρχιερέως· επί πλέον δε αποκτούν τόλμην και θάρρος να
ομολογούν και να κηρύττουν την πίστιν στον Ιησούν Χριστόν.