Σελίδες

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Πῶς διορθώνουμε τήν φαντασία μας, α΄καί β' μέρος_Ἁγίου Νικοδήμου_Ἀόρατος πόλεμος_κείμενο+ mp3

Π. Σάββας 2010-10-21_Πῶς διορθώνουμε τήν φαντασία μας_Ἁγίου Νικοδήμου_Ἀόρατος πόλεμος_mp3

Ὁμιλία τοῦ π. Σάββα στό Φροντιστήριο Κυκλαρχισσῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης στίς  21-10-10.
 Γιά νά κατεβάσετε καί νά ἀποθηκεύσετε τήν ὁμιλία πατῆστε δ (δεξί κλίκ, 'Ἀποθήκευση προορισμοῦ ὡς, ἄν ἔχετε Interntet Explorer ἤ Ἀποθήκευση δεσμοῦ ὡς, ἄν ἔχετε Mozilla. Στή συνέχεια δῶστε τό ὄνομα πού θέλετε καί πατῆστε ΟΚ γιά νά ἀποθηκευθεῖ ἡ ὁμιλία).
Τό κείμενο πού ἀναλύεται στήν ὀμιλία παρατίθεται ἐδῶ:

+
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΕΤΟΣ 2009-2010
Βιβλίο πρός μελέτην: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ,
γίου Νικολάου Καβάσιλα, PG 150, 368-492.

ΣΥΝΑΞΙΣ ΚΒ’: Προετοιμασία γιά τή Θεία Λειτουργία
Πῶς διoρθώνουμε τήν φαντασία μας (β‘ μέρος).
ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, Ἀόρατος πόλεμος, Α΄μέρος, κεφ. ΚΕ΄

ταν βλέπεις τι νος σου κουράζεται καί δέν μπορε πιά νά μείνει μέσα στήν καρδιά καί στήν προσευχή το νο πού γίνεται μέσα σ’ ατή, τότε χρησιμοποίησε καί τόν β΄ τρόπο, δηλαδή, φησέ τον νά βγαίνει ξω καί νά σχολεῖται μέ μελέτες καί παρατηρήσεις καί σέ νοήματα θεία καί πνευματικά, τόσο σ’ ατά πού περιέχονται μέσα στίς Γραφές, σο καί ατά πού βρίσκονται στά κτίσματα, διαίτερα στά νοητά, τά ποα λέγονται στήν καθομιλουμένη μεταφυσικά καί φηρημένα τς λης.
Γιατί, ατά τά πνευματικά νοήματα, συγγεν μέ τόν νο χουν καί τήν λεπτότητα καί τήν διότητα το ϋλου, δέν τόν φήνουν νά παχαίνει, λλά τόν κάνουν μέ εκολία νά πιστρέψει στόν τόπο τς καρδις καί νά νωθεῖ πάλι μέ τήν νοερή μνήμη το Θεο. Γι’ ατό λέει, Θεος Μάξιμος, «τι μόνη πράξις δέν μπορε νά κάνει τόν νο παθ, ν δέν τόν διαδέχονται πολλές καί ποικίλες θεωρίες». Πρόσεξε μως, νά μή σχολεῖσαι στούς λόγους τν λικν σωμάτων καί ζώων, δηλαδή στά λεγόμενα φυσικά, φο εσαι κόμη ἐμπαθς. Γιατί μή ντας νος σου λεύθερος πό τίς μοχθηρές φαντασίες τν ασθητν, πρίν νά διαπεράσει μέσα στούς πνευματικούς καί ϋλους λογισμούς, πού βρίσκονται μέσα στά σώματα καί στά ζα, πιάνεται πό μόνο τήν ξωτερική μορφή τους καί τήν πιφάνεια καί εχαριστημένος σέ ατή, ποκτ ψεύτικες δοξασίες καί πάθη, πως λέγει γιος Μάξιμος, ντί νά βρεῖ πάθεια καί λήθεια, καθώς τό παθαν τόσοι καί τόσοι φιλόσοφοι, πού καλονται φυσικοί.
χρησιμοποίησε καί τόν γ΄ τρόπο γιά νάπαυση καί παρηγοριά το νο σου δηλαδή, φαντάσου τά μυστήρια της ζως καί το πάθους το Κυρίου, δηλαδή τήν Γέννησή του στό σπήλαιο, τήν παπαντή του στό Ναό, τήν Βάπτισή του στόν ορδάνη, τήν Σαρανταήμερη νηστεία του στήν ρημο, τό κήρυγμα το Εαγγελίου του, τά διάφορα θαύματα πού κανε, τήν Μεταμόρφωσή του στό Θαβώρ, τό νίψιμο τν ποδιν τν μαθητν του, τήν παράδοση τν μυστηρίων, τήν προδοσία του, τά πάθη του, τόν Σταυρό του, τόν πιτάφιό του, τήν νάστασή του καί τήν νάληψή του, τά κάθε εδους βάσανα τν Μαρτύρων καί τίς μακροχρόνιες σκήσεις τν σίων.
Τό διο, μπορες, κόμη γιά τήν συντριβή τς καρδις σου καί τήν μετάνοια, νά φαντάζεσαι τό μυστήριο καί τήν φοβερή ρα το θανάτου σου, τήν τρομερή μέρα τς Κρίσεως, τά διάφορα εδη τν αωνίων κολάσεων, δηλαδή, τίς λίμνες τς αώνιας φωτις, τίς κατασκότεινες καί πόγειες φυλακές, τούς πολύ κρύους τάφους, τά σκουλίκια πού πίνουν αμα, τήν συντροφιά μέ τούς δαίμονες, φαντάσου κόμη καί τήν πόλαυση τς περίγραπτης χαρς καί τήν οράνια κείνη βασιλεία τν δικαίων τήν αώνια δόξα καί μακαριότητα, τόν χο κείνων πού ορτάζουν τήν νωση μέ τόν Θεό καί τήν παντοτεινή γνωριμία καί συγκατοίκηση λων τν γίων [1]
λλά, γνώριζε, τι δέν σο λέω νά σχολεῖσαι πάντα μέ ατά, λλά νά τά μεταχειρίζεσαι μόνο κάποτε κάποτε καί μερικές φορές, ς πού νά ξεκουρασθεῖ νος σου καί πάλι νά πιστρέψει στήν καρδιά καί κε νά ργάζεται τό φάνταστο καί σχημάτιστο, διά μέσου τς καρδιακς μνήμης το Θεο. Γιατί, πως λα τά φερέοικα ζα, δηλαδή ατά πού κουβαλνε μαζί τό σπίτι τους, (σάν τά σαλιγκάρια καί τίς χελνες) καί τά στρακα, δέν ναπαύονται πουθενά λλο, παρά μέσα στά στρακα, πού εναι ντυμένα καί μέσα στίς τρύπες τους, τσι καί νος, μέ φυσικό τρόπο, σέ τίποτα λλο δέν ναπαύεται τόσο, σο, στό νά βρίσκεται μέσα στό σμα πού φοράει, δηλαδή, μέσα στό θάλαμο τς καρδις καί στόν σωτερικό νθρωπο καί πό κε, σάν πό καμία πολεμήστρα, νά πολεμᾶ τούς λογισμούς καί τούς χθρούς καί τά πάθη, πού κε μέσα εναι κρυμμένα, ν καί ο περισσότεροι νθρωποι ατό δέν τό γνωρίζουν[2].
Πάνω πό λα σου λέω, τι γιά νά πολεμς καί νά προφυλάγεσαι καλά, μήν φήνεις τήν φαντασία καί τήν νθύμησή σου νά θυμᾶται λα κενα, πού εδες κουσες μυρίστηκες γεύτηκες πιασες καί διαιτέρως, τά σεμνα καί κακά. Γιατί χει πιβεβαιωθεῖ μέ τήν δοκιμή, πώς περισσότερο πόλεμο κάνει κάποιος νά λευθερωθεῖ πό τήν φαντασία καί τήν νθύμηση νός πράγματος, παρά πό τήν δία τήν ασθησή του. πειδή τό νά δεῖ κανείς - ποθετικά λέμε - νά μήν δεῖ να πρόσωπο μέ πάθος, ατό εναι εκολο καί πόλεμο τόσο δέν χει, ταν μως τό δεῖ καί τό περιεργασθεῖ, δέν εναι πλέον εκολο, λλά χρειάζεται πόλεμος καί γώνας, γιά νά βγάλει τήν νθύμηση το προσώπου κείνου πό τήν φαντασία του.
Καί πολλές φορές, μία μονάχα, μπαθής καί περίεργη ματιά, πού ρίξαμε σέ να μορφο πρόσωπο, μς ντυπώνει στή φαντασία τόσο βαθιά τήν νθύμησή του, πού πολεμομε σαράντα πενήντα χρόνια, μέχρι καί ατά τά γηρατειά μας καί δέν μπορομε νά ξαλείψουμε κείνη τήν νθύμηση καί φαντασία. Καί εναι ξιο γιά γέλια, τι τό πρόσωπο κενο γερνάει καί σχημαίνει πεθαίνει καί γίνεται χμα καί πολλές φορές μες ο διοι πιάνουμε μέ τά χέρια μας τά στ του στόν τάφο, λλά φαντασία μας κρατε τόσο σφικτά καί δυνατά τήν εκόνα του, πού πάντα τό νομίζει γιά νέο καί γιά ζωντανό καί τσι σάν παράλογη καί τυφλή, μς κάνει νά μαρτάνουμε μέ ατό στή καρδία, σάν νά ταν καί ληθινό, τόσο ταν εμαστε ξύπνιοι, σο καί ταν κοιμώμαστε[3].
κόμη σοῦ πενθυμίζω, νά φυλαχθεῖς καλά καί νά μή πιστεύεῖς τελείως νά δέχεσαι ς ληθινό, ν δεῖς ξύπνιος ν κοιμσαι, μέσα πό τήν καρδιά σου ξω κανένα σχμα, πως φς φωτιά σάν εδος γγέλου γίου κάτι λλο παρόμοιο, ,τι κι ν εναι.


ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!



[1] Ἄν μέ αὐτά τά θεία νοήματα καί τίς μελέτες ζωγράφιζες, ἀδελφέ, τόν χάρτη τῆς φαντασίας σου, ὄχι μόνο θά γλυτώσεις ἀπό τίς πονηρές ἐνθυμήσεις καί κακούς λογισμούς, ἀλλά καί θά ἐπαινεθῇς μέ παρρησία σέ ἐκείνη τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, γιατί λέγει ὁ μέγας Βασίλειος στόν λόγο περί Παρθενίας, ὅτι κάθε ἄνθρωπος πού βρίσκεται στό σῶμα του, παρομοιάζεται μέ ἕνα ζωγράφο, πού ζωγραφίζει κάποια εἰκόνα μέσα σέ ἀπόκρυφο τόπο. Καθώς λοιπόν ὁ ζωγράφος ἐκεῖνος, ὅταν βγάλει ἔξω στό θέατρο τήν εἰκόνα του, ἐπαινεῖται μέν ἀπό τούς θεατές, ἄν ζωγράφισε ἐπάνω σέ αὐτή χαρακτῆρες ἁγίων καί ἄλλα ὡραῖα καί ἀξιοθέατα πράγματα, κατηγορεῖται ὅμως, ἄν ζωγράφισε σέ αὐτή σιχαμερά, ἄσεμνα καί ἀξιομίσητα πράγματα, κατά αὐτό τόν τρόπο καί κάθε ἄνθρωπος, ὅταν μετά τό θάνατον βρεθεῖ στήν Κρίσι τοῦ Θεοῦ, θά ἐπαινεθεῖ καί θά μακαρισθεῖ ἀπό Θεό καί Ἀγγέλους καί Ἁγίους, ἄν στόλισε τόν νοῦ του καί τήν φαντασία του μέ λαμπρά, θεῖα καί πνευματικά νοήματα. Καί πάλι, θά ντραπεῖ καί θά κατακριθεῖ, ἄν γέμισε τήν φαντασία του μέ πάθη, μέ ἄσεμνα καί αἰσχρά εἴδωλα καί εἰκόνες. Καί ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος θαυμάζει πῶς πό τν ασθητν δημιουργεται στήν ψυχή μέ τήν φαντασία νοητό φς, τό ποο παρέχει ζωή αώνια νοητό σκοτάδι κολαστήριο (Φιλοκαλία).
[2] Καί ὅτι μέν τά πάθη καί οἱ λογισμοί βρίσκονται κρυμμένα στή καρδιά καί ἀπό κεῖ βγαίνουν καί μᾶς πολεμοῦν, τό μαρτυρεῖ ὁ Κύριος, λέγοντας : «Ἀπό τήν καρδιά βγαίνουν σκέψεις πονηρές, φόνοι, μοιχεῖες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες. Αὐτά εἶναι πού μολύνουν τόν ἄνθρωπο» (Ματθ. 15,18-19). τι μως καί ο χθροί δαίμονες τριγύρω πό τήν καρδιά κρύβονται καί βρίσκονται (κάτ’ νέργεια μως καί χι κάτ’ οσία, πως λέγει μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, Κυριακή Δ΄ Νηστειν) καί ατό τό διο μαρτυρε γιος Διάδοχος (ὁ ἐπίσκοπος Φωτικῆς), λέγοντας τι πρό μέν το γίου Βαπτίσματος, Θεία Χάρις παρακινε τόν νθρωπο στά καλά πό μέσα, δέ σατανς παραφυλάει στά βάθη τς ψυχς καί τς καρδις φο δέ  βαπτισθεῖ νθρωπος, δαίμονας πηγαίνει ξω πό τήν καρδιά, ν χάρις μέσα (κεφ. ος΄). Πλήν καί μετά τό Βάπτισμα (λέγει διος γιος κεφ. πβ΄), παραχωρονται νά βρίσκονται στά βάθη τοῦ σώματος (καί μπορεῖ νά πεῖ κάποιος στήν ἐπιφάνεια τῆς καρδιᾶς), γιά δοκιμασία τοῦ αὐτεξουσίου καί ἀπό κεῖ ἐρεθίζουν τόν νοῦ μέ τήν ὑγρότητα τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν. Γι’ αὐτό λένε οἱ Πατέρες, ὅτι οἱ δαίμονες δέν ἀγαποῦν νά γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι αὐτοί βρίσκονται μέσα τους, γιά νά μήν διώχνουν ἀπό ἐκεῖ καί τούς πολεμοῦν μέ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο λέγεται μέσα στή καρδιά, ὅπως προείπαμε. Ὅτι οἱ δαίμονες βρίσκονται μέσα μας, συμφωνεῖ καί ὁ θεολόγος Γρηγόριος, λέγοντας, ὅτι ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος, πώς τό ἀκάθαρτο πνεῦμα, ἀφοῦ ἐξέλθει ἀπό τόν ἄνθρωπο, πάλιν παίρνει ἑπτά ἄλλα πνεύματα καί εἰσέρχονται καί κατοικοῦν σέ αὐτόν τόν ἄνθρωπον (Μάτθ. 12,43), αὐτό, λέω, μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος, ὅτι γίνεται μετά τό Βάπτισμα, παραχωροῦντος τοῦ Θεοῦ νά μπαίνουν οἱ δαίμονες στόν βαπτισθέντα, γιά τούς πονηρούς λογισμούς καί τά λόγια καί τά κακά ἔργα, πού θά κάνει μετά τό Βάπτισμα (Λόγ. εἰς τά Φῶτα, βλ. καί τό Κ΄ κεφάλ. τοῦ β΄ μέρους).
[3] Βλέπε ὅτι σου ἔφερα παράδειγμα ἀπό τήν φαντασία πού γεννᾶται ἀπό τήν ὄραση. Γιατί γνώριζε, Πώς ἄλλη αἴσθηση δέν μᾶς πολεμάει τόσο, ὅσο ἡ ὅραση. Καί καθώς αὐτή εἶναι ἡ βασιλικώτερη, ἡ λεπτότερη, ἡ καθαρώτερη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες καί ἡ συγγενής μέ τό νοῦ κατά τήν λαμπρότητα καί τό ἀσώματο, ὅπως λένε οἱ θεολόγοι, ἔτσι καί οἱ φαντασίες πού γίνονται ἀπό αὐτή, πολύ δύσκολα σβύνουν. Κατά δεύτερο τρόπο μας πολεμοῦν οἱ φαντασίες ἐκείνων τῶν αἰσχρῶν καί πονηρῶν λόγων, πού ἀκούσαμε καί αὐτό γνώριζε, ὅτι καθώς, ὅταν ἐνεργοῦν οἱ ἄλλες αἰσθήσεις, τά μάτια δέν εὐχαριστοῦνται, ἄν δέν βλέπουν καί αὐτά ἐκεῖνο πού αἰσθάνονται οἱ λοιπές αἰσθήσεις, ἔτσι καί ἡ φαντασία, δέν εὐχαριστεῖται, ἄν ἵσως δέν κάνει ὁρατά, ὅλα ὅσα ἀκούγονται καί γεύονται καί μυρίζονται καί πιάνονται κατά τόν Θεσσαλονίκης Γρηγόριο (Φιλοκαλία).

Γιά πληρέστερη κατανόηση τοῦ Θέματος παραθέτουμε καί τό Α΄ μέρος τοῦ κεφαλαίου περί Φαντασίας ἀπό τόν Ἀόρατο Πόλεμο. 

+
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΕΤΟΣ 2009-2010
Βιβλίο πρός μελέτην: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ,
γίου Νικολάου Καβάσιλα, PG 150, 368-492.

ΣΥΝΑΞΙΣ ΚΑ’: Προετοιμασία γιά τή Θεία Λειτουργία
Πῶς διoρθώνουμε τήν φαντασία μας (α‘ μέρος).
ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, Ἀόρατος πόλεμος, Α΄μέρος, κεφ. ΚΕ΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΕ΄  Πῶς πρέπει νά διορθώνουμε τήν φαντασία καί τήν νθύμησή μας.
φο μιλήσαμε σχετικά γιά τήν διόρθωση τν ασθήσεών μας, πακόλουθο εναι νά πομε δ καί πῶς πρέπει νά διορθώνουμε τήν φαντασία καί νθύμησή μας, πειδή καί κατά τήν γνώμη λων σχεδόν τν φιλοσόφων, φαντασία καί νθύμηση, δέν εναι τίποτα λλο, παρά μία ποτύπωση λων κείνων τν ασθητν πραγμάτων, πού εδαμε, κούσαμε καί μυριστήκαμε καί γευτήκαμε καί πιάσαμε. Καί γιά νά π μέ συντομία, φαντασία καί νθύμηση, εναι μία σωτερική κοινή ασθηση, ποία φαντάζεται καί θυμται καθαρά λα, σα ο ξωτερικές πέντε ασθήσεις μας πρόλαβαν νά προαισθανθον. Καί κατά κάποιο τρόπο, μέν ασθηση καί τά ασθητά, παρομοιάζονται μέ τήν σφραγίδα, ν φαντασία, μέ τό ποτύπωμα τς σφραγίδας.
φαντασία ατή καί νθύμηση μς δόθηκε μετά τήν παράβαση γιά νά τήν μεταχειρισθομε, ταν ο ξωτερικές μας ασθήσεις συχάζουν καί ταν δέν χουμε μπροστά μας παρόντα τά ασθητά κενα πράγματα, πού πέρασαν πό τίς ασθήσεις καί τυπώθηκαν σέ ατήν. Γιατί εναι δύνατο νά χουμε πάντα παρόντα λα σα γνωρίσαμε καί κούσαμε καί μυρίσαμε καί γευθήκαμε καί πιάσαμε, γι’ ατό τά φέρνουμε μπροστά μας μέ τήν φαντασία καί τήν νθύμηση, πού τά χει τυπωμένα καί τσι μιλομε γί ατά καί σκεπτόμαστε, σάν νά τά εχαμε καί μπροστά μας.
Γιά παραδειγα· σύ πγες μία φορά καί εδες τήν Σμύρνη, πειτα φυγες πό κε καί πλέον δέν τήν βλέπεις μέ τήν ξωτερική ασθηση τν ματιν, λλά μως μέ τήν σωτερική ασθηση δηλαδή, μέ τήν φαντασία καί νθύμηση, ταν θέλεις, φέρνεις τήν Σμύρνη μπροστά σου καί τήν βλέπεις, σάν νά ταν καί παρόν, μέ τό διο σχμα καί διάστημα καί μέγεθος καί τοποθεσία, πού χει· χι πώς τότε πηγαίνεις καί βλέπεις τήν Σμύρνη, (καθώς νομίζουν μερικοί μαθες). λλά βλέπεις τήν εκόνα τς Σμύρνης, τήν ποία χει τυπωμένη μέσα φαντασία καί νθύμησή σου. Ατή φαντασία τν ασθητν εναι, πού μς νοχλε καί μέσα στόν πνο καί μς κάνει νά βλέπουμε τά διάφορα καί πολυποίκιλα νειρα, στά ποα πρόσεχε νά μή πιστεύεις ποτέ.
πειδή μως φαντασία ατή, εναι μία παράλογη καί χοντρή ποτύπωση τν πέντε ασθήσεων καί φαντάζεται τά ασθητά μέ τό σχμα καί χρμα καί τό μέγεθός τους, πως επαμε :
Α. Νά γνωρίζεις, δέ τι Θεός, πως εναι ξω πό λες τίς ασθήσεις μαζί καί τά ασθητά καί πέρα πό κάθε σχμα καί χρμα καί διάστημα καί τόπο, ς ντελς σχημάτιστος καί μορφος καί πάρχει παντο καί πάνω πό λα, τσι εναι καί ξω πό κάθε φαντασία. Καί στή συνέχεια, γνώριζε, τι φαντασία εναι μία δύναμις τς ψυχς, πού δέν χει πιδεξιότητα νά νωθεῖ μέ τόν Θεό, γι’ ατά της τά λαττώματα (Βλέπε στή Φιλοκαλία, πού λέγει, τι «καμία φαντασία δέν χει θέση στήν περίπτωση το Θεο. Διότι γενικά εναι πάνω πό κάθε ννοια»).
Β΄. Γνώριζε, τι καί ωσφόρος καί πρτος τν γγέλων, ντας πρίν νώτερος τῆς παράλογης φαντασίας καί πέρα πό κάθε σχμα καί χρμα καί ασθηση ς νος λογικός καί ϋλος καί σχημάτιστος καί σώματος, στερα φο φαντάσθηκε καί σχημάτισε μέ τό νο το τήν σοθεία, πεσε πό κείνη τήν μορφη καί σχημάτιστη καί παθ καί νιαία, σώματη κατάσταση το νο, κάτω στή πολυσχημάτιστη καί πολυμέριστη καί παχυλή ατή φαντασία, πως εναι γνώμη πολλν θεολόγων καί τσι, πό γγελος σχημάτιστος, ϋλος καί παθής, γινε διάβολος, λικός, κατά κάποιο τρόπο, πολυσχημος καί μπαθής[1]. Γι’ ατό καί νομάζεται πό τούς θείους Πατέρες ζωγράφος πού μιμεται τά πάντα καί φίδι πολύμορφο καί τρώει τήν γ τν παθν, φαντασιοκόπος καί λλα παρόμοια νόματα. πό τόν διο τό Θεό παρομοιάζεται ς δράκος μέ σμα, μέ ορά, μέ νερα, μέ πλευρά, μέ ράχη, μέ μύτη, μέ μάτια, μέ στόμα, μέ χείλη, μέ δέρμα, μέ σάρκα καί μέ λλα παρόμοια μέλη. Καί βλέπε στό Μ΄καί ΜΑ΄ κεφάλαιο το ώβ. ποτε, πό ατά μάθε, γαπητέ, τι φαντασία μέ διάφορες μορφές, καθώς εναι φεύρεση καί καρπός το διαβόλου, τσι το εναι καί πολύ πιθυμητή. πειδή, σύμφωνα μέ τούς γίους[2] ατή εναι τό γεφύρι, μέσα πό τό ποο περνώντας ο δολοφόνοι δαίμονες, νώνονται μέ τήν ψυχή καί τσι τήν κάνουν κατοικητήριο ασχρν καί πονηρν καί βλάσφημων λογισμν καί λων τν καθάρτων ψυχικν καί σωματικν παθν.
Γ. Γνώριζε, τι κατά τόν θεολογικώτατο γιο Μάξιμο καί πρωτόπλαστος δάμ κτίστηκε πό τόν Θεό χωρίς φαντασία. πειδή, νος κείνου, καθαρός, μοναδικός καί πράγματι νος ν, δέν τυπωνόταν, οτε σχηματιζόταν πό τίς ασθήσεις καί τά διάφορα εδη τν ασθητν. λλά χωρίς νά μεταχειρισθεῖ τήν κατώτερη δύναμη τς φαντασίας καί νά φαντασθεῖ σχήματα καί χρώματα καί εδη καί διαστήματα, παρατηροσε μέ τήν νώτερη δύναμη τς ψυχς, δηλαδή τήν διάνοια, μόνους γυμνούς καί ψιλούς τους λόγους τν ντων, ϋλα, καθαρά καί πνευματικά[3]. λλά νθρωποκτόνος διάβολος, καθώς ατός πεσε πό τήν φαντασία, τσι κανε καί τόν δάμ, νά σχηματίσει τόν νο του μέ τήν σοθεΐα καί νά πέσει πό τήν δια ατή τήν φαντασία καί τσι πό κείνη τήν νοερά, σάγγελο, νιαία, λογική καί σχημάτιστη ζωή, γκρεμίστηκε ταλαίπωρος, στήν ασθητική, πολυμέριστη καί πολυσχημάτιστη φαντασία ατή καί τήν κατάσταση τν λόγων ζώων. πειδή φαντασία εναι κυρίως δίωμα τν λόγων ζώων καί χι τν λογικν.
φο γιά μία φορά πεσε νθρωπος σέ ατήν τήν κατάστασh, ποιός μπορε νά πεῖ, σέ πόσα πάθη, σέ πόσα κακά καί σέ πόσες πλάνες κατακρεμίστηκε μέσα πό τήν φαντασία; Γέμισε τήν θική φιλοσοφία πό διάφορες πάτες[4]. Γέμισε τή φυσική πό πολλές ψευτοδοξασίες[5], καί γέμισε τήν θεολογία πό ψεύτικα καί σάπια δόγματα. Γιατί, πολλοί, καί μεγάλοι καί νεώτεροι, θέλοντας νά θεωρήσουν καί νά μιλήσουν σχετικά μέ τό Θεό κα τά σχετικά (μέ Αὐτόν)· θέλοντας νά ὁμιλήσουν περί τν πλν, σχημάτιστων κα φάνταστων μυστηρίων, που νεργε νώτερη πό λες τίς δυνάμεις, δύναμις τς ψυχς, δηλαδή, νος, πρίν κόμη νά καθαρίσουν τό νο τους πό τά μπαθ σχήματα καί εκόνες τς φαντασίας τν ασθητν πραγμάτων, ντί γιά τήν λήθεια βρκαν τό ψέμα. Καί τό μεγαλύτερο κακό εναι, τι καί τό ψέμα ατό, τό σπάστηκαν καί τό κρατον δυνατά σάν λήθεια καί ντως ν· ντί γιά θεολόγοι, φάνηκαν φαντασιολόγοι, φο παραδόθηκαν σέ δόκιμο νο, κατά τόν πόστολο.
Λοιπόν, σύ δελφέ, άν γαπς νά λευθερωθεῖς μέ εκολία πό τίς πλάνες ατές καί τά πάθη, άν πιθυμεῖς νά ξεφύγεις πό τίς διαφόρες παγίδες καί τεχνάσματα το διαβόλου καί άν πιθυμεῖς νά νωθεῖς μέ τόν Θεό καί νά πετύχεις τόν θεο φωτισμό καί τήν λήθεια, πολέμα, λλά μέ λες σου τίς δυνάμεις πολέμα, νά ξεγυμνώσεις τόν νο σου πό τά σχήματα καί τά χρώματα καί τά διαστήματα, καί γενικά πό κάθε φαντασία καί νθύμηση τν ασθητν πραγμάτων, καί καλν καί κακν.
πειδή λα ατά εναι σάν μολυσμοί καί λάσπες καί σκοτεινιά, πού μολύνουν τήν καθαρότητα καί επρέπεια καί λαμπρότητα το νο καί παχαίνουν τήν ϋλία του. Καί σχεδόν, κανένα πάθος[6] ψυχικό σωματικό δέν μπορε νά πλησίασει τόν νο, παρά διά μέσου της φαντασίας ατς τν ασθητν. γωνίσου λοιπόν νά φυλάξεις ατό τό νο σου χρωμάτιστο, σχημάτιστο, μορφο καί καθαρό, καθώς τό πλασε Θεός.
Ατό βέβαια μέ λλο τρόπο δέν γίνεται, παρά ν τόν πιστρέφεις καί τόν μαζέψεις μέσα στό στενό τόπο τς καρδις σου καί λου του σωτερικο νθρωπου· καί κε μέσα νά τόν συνηθίζεις νά βρίσκεται πότε μέν προσευχόμενος μέ πένθος, μέ τόν σωτερικό λόγο τς καρδις, καί λέγοντας· «Κύριε ησο Χριστέ Υέ το Θεο, λέησον μέ»· καί νά προσέχει μόνον τά λόγια της προσευχς ατς, (πως σχετικά μέ ατό σοῦ λέω στό κς΄ κεφάλαιο), λλοτε παρατηρώντας τόν διο σου τόν αυτό, μλλον διά μέσου τοῦ αυτο σου κατανοώντας τόν Θεό καί ναπαυόμενος[7]. Ατή θεωρία καί μελέτη λέγεται κυκλική καί πλανής[8]. Γιατί, πως τό φίδι, ταν θέλει νά βγάλει τό παλιό του δέρμα, πηγαίνει καί περνάει πό στενό τόπο, πως λένει ο φυσιολόγοι, τσι καί νος, μέσα πό τό στενό τόπο τς καρδις καί τς Νοερς Προσευχς πού βρίσκεται μέσα σέ ατήν, φιλτράρεται, βγάζει τό φόρεμα τς φαντασίας τν ασθητν καί κακν προλήψεων καί γίνεται καθαρός, λαμπρός καί κατάλληλος στήν νωση το Θεο γιά τήν μοιότητα πού παίρνει μέ ατόν. Καί πάλι, καθώς τό νερό, σο νώνεται καί περνάει στριμωγμένο μέσα πό τούς στενούς σωλνες, τόσο λεπταίνει καί δυναμώνεται καί νεβαίνει σέ ψος· τσι καί νος, σο σχολεται μέ τήν κριβ μελέτη τς καρδις καί τή δική του θεωρία, τόσο λεπταίνει, τόσο δυνατώτερος γίνεται καί ψηλότερος πό κάθε πάθος καί πίθεση λογισμν καί πό κάθε σχμα καί εδος, χι μόνον τν ασθητν, λλά καί τν νοητν, μέ τό νά μένουν λα ατά ξω διότι κε μέσα δέν μπορον νά μπον[9]. άν καμμιά φορ πάει νος σου στά ξωτερικά πού βλέπεις καί στίς φαντασίες το κόσμου, πάλι ξαναγύρισέ τον μέσα στόν θάλαμο τς καρδις, ως του νά συνηθίσει.
Ατός εναι πρτος καί κυριώτερος τρόπος, τόν ποον πρέπει νά χεις παντοτεινό ργο γιά νά διορθώσεις, γαπητέ, τήν φαντασία καί τήν θύμησή σου· τί λέω; Νά διορθώσεις καί νά ξαφανίσεις πό τήν ρίζα, τίς κακές προλήψεις ατς καί τά εδωλα. Ατός ποος τρόπος, σο εναι καρποφόρος καί φέλιμος, τόσο εναι καί κουραστικός· καί σο εναι κουραστικός, τόσο εναι καί δυσκολοεπιχείρητος (γιά νά μήν π καί δυσκολοπίστευτος), κοντά στούς πολλούς καί μάλιστα στούς δικούς μας σοφούς καί διδασκάλους το τωρινο αώνα, ο ποοι δέν θέλουν νά πιστέψουν στήν διδασκαλία το γίου Πνεύματος καί τόσων καί τόσων θεοφόρων Πατέρων, πού διδάσκουν ατόν τόν τρόπο στό νεοτύπωτο βιβλίο τς Φιλοκαλίας, τό ποο εναι πιό πολύτιμο πό κάθε βαρύτιμο πετράδι, στερονται δίκαια τούς καρπούς το γίου Πνεύματος, τούς ποίους πολαμβάνουν πολλοί μαθες καί γράμματοι: «Τά πέκρυψε ατά Θεός, κατά τό λόγιο, πό σοφούς καί συνετούς καί τά φανέρωσε στά νήπια» (Λούκ. 10,21). Γιατί, σοι δέν πιστεύουν σ’ ατή τή νοερή ργασία, οτε νά καταλάβουν μπορον τήν φέλεια πού προέρχεται πό ατή κατά τό:  «ν δέν πιστεύσετε, δέν θά καταλάβετε» (σ. 7,9).

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩι ΘΕΩι ΔΟΞΑ





[1] πότε καί Σιναΐτης θεοφόρος Γρηγόριος, τσι λέγει περί τν Δαιμόνων. «ντας κάποτε καί ατοί νοερά ντα, φο ξέπεσαν τς ϋλίας καί τς λεπτότητος κείνης, κάθε νας πόκτησε κάποιο λικό πάχος, χοντας σμα νάλογο μέ τήν τάξι καί τήν νέργεια τήν ποία χει κάνει πό τήν ξι τν παθν» (Κεφ. ρκγ΄ Φιλοκαλ.). Καί συνεχίζοντας παρακάτω λέγει· «πό τήν ξι τν παθν, γιναν κάπως λικοί» (ο δαίμονες δηλαδή).
[2] Βλέπε στό ξδ΄ κεφάλαιο Καλλίστου καί γνατίου τν Ξανθοπούλων. Φιλοκαλία.

[3] πότε καί νέος δάμ, Κύριος μν ησος Χριστός, ν καί εχε τήν φυσική τν ντων φιλοσοφία καί γνώση (σχετικά μέ τήν ποία βλέπε στό νβ΄ κεφ.), δέν εχε μως καί τόν παθητικό ατόν καί σύμφωνο νο, δηλαδή τήν φαντασία τν ασθητν, λλά τόν νεργείᾳ καί παθ, ατόν πού πιβάλλεται μέσως στούς σώματους λόγους τν πάρξεων, πως εναι γνώμη τν θεολόγων. πότε θεολόγος κενος, Γεώργιος Κορέσσιος, σέ μία πό τίς θεολογικές πορίες καί λύσεις του σχετικά μέ τήν νσαρκη οκονομία, επε τά ξς· «ταν ξιος μισθο Κύριος... ξ ατίας τς αξανομένης πιστήμης (δηλαδή τς δυσικς γνώσεως τν ντων) πού πάρχει μέσως στό Χριστό καί δέν μποδίζονταν πό τίποτε ( πό τόν πνο), δηλαδή πό τίς φαντασίες το πνου πό κάποια λλη ατία, πως συμβαίνει μέ τόν νο τν νθρώπων διότι νος το Χριστο δέν ξαρτόταν πό τίς φαντασίες, πράγμα πού γίνεται μπόδιο στήν μετάδοση τν νοητν στούς ϋλους λόγους)». Σέ πόδειξη ατοῦ, οτε λίγο συντείνει καί κενο πού λέγει Βουλγαρίας Θεοφύλακτος (ρμην. το δ΄ το κατά Λουκᾶν) τι Κύριος δέν φανταζόταν τά βασίλεια το κόσμου πού το φανέρωνε χθρός.
[4] Βλ. στό τέλος ατο τοῦ διου κεφαλαίου.
[5] Βλέπε πιό μπροστά σέ ατό τό διο κεφάλαιο.
[6] Γιατί ν καί τύχει καί συναρπασθεῖ κανείς πό τά μάτια του καί δεῖ μέ μπάθεια κανένα μορφο πρόσωπο, πολεμήσει μως καί δέν τυπώσει στήν φαντασία του τήν εκόνα το προσώπου κείνου, βυθίζοντας τόν νο του μέσα στήν καρδιά του, γλυτώνει πό τόν δονικό συνδυασμό τν λογισμν, γλυτώνει πό τήν πάλη, γλυτώνει πό τήν συγκατάθεση καί τελευταία γλυτώνει καί δέν πέφτει στήν διάπραξη τς μαρτίας. Γι’ ατό καί θεολόγος Γρηγόριος επε τά ξς: «Μέ συνήρπασε φις, λλά δέν μέ συνέλαβε. Δέν στησα εδωλο τς μαρτίας. πείρα εναι εδωλο, ποφύγαμε τήν διάπραξη. Ατά εναι τά στάδια τς πλάνης του χθρο». άν μως φήσει κάποιος νά τυπωθεῖ στήν φαντασία του εκόνα καί νθύμηση το προσώπου κείνου, εκολα μπορε νά πέσει στούς μεγαλύτερους βαθμούς τς μαρτίας ως καί στήν διάπραξη ατς τς μαρτίας· στε τό κάθετί στή φαντασία μένει.
[7] Γι’ ατό λέει μέγας Βασίλειος, ταν νος δέν σκορπίζεται στά ξωτερικά πράγματα, οτε πλώνεται στό κόσμο πό τίς ασθήσεις, γυρίζει στόν αυτό του καί μέσα πό τόν αυτό του νεβαίνει στήν ννοια το Θεο· «νος μή σκεδαννύμενος πί τά ξω, μηδέ πό τν ασθητηρίων ες τόν κόσμον διαχεόμενος, πανεισι μέν πρός αυτόν, δί αυτο δέ, πρός τήν το Θεο ννοιαν ναβαίνει» (πιστολ. α΄).
[8] Γιατί τρες εναι ο κινήσεις τς ψυχς, κατά τόν ρεοπαγίτη Διονύσιο:
α) κυκλική, ποία γίνεται ταν ψυχή γυρίζει πό τά πολλά καί πό ξω πράγματα, πρτα μαζεύεται στόν αυτό της, πειτα νώνεται μέ τίς νιαες καί γγελικές δυνάμεις καί τσι νώνεται μέ τό χωρίς ρχή καί τέλος γαθό, δηλαδή τόν Θεό,
β) λικοειδής, ποία γίνεται, ταν ψυχή κινεῖται καί παίρνει τίς θεες γνώσεις, χι τελείως νοερά καί νιαία καί μετάβατα, λλά μεταβατικά καί μέ σκέψη, πό να νόημα σέ λλο φερομένη, μέ νέργειες, μέ κάποιο τρόπο νακατεμένη πό τήν κυκλική κίνηση καί πό τήν εθεία,  
γ) ἡ εθεία κίνησις εναι, ταν ψυχή βγαίνει στή θεωρία τν γύρω πό ατήν ασθητν πραγμάτων καί πό τά πό ξω καί ασθητά, σάν πό κάποιες εκόνες διάφορες καί πολλές, ναβαίνει στίς πλές καί νιαες θεωρίες. (Περί θείων νομάτων, κέφ. δ΄).
Λέγεται κυκλική νωτέρα καί πρώτη κυρία κίνηση τς ψυχς, γιατί, καθώς, παραδείγματος χάρι, ταν ο δυό κρες μίας βέργας νωθον, γίνεται στεφάνι καί κύκλος, τσι καί ταν νοερά καί γνωστική δύναμις καί νέργεια τς ψυχς, ποία βρίσκεται ξαίρετα στόν γκέφαλο, ς σωματικό ργανο, νωθεῖ μέ τήν νοερή οσία τς ψυχς πού βρίσκεται στό κέντρο τς καρδις καί τό κε καθαρώτατο ζωτικό πνεμα, πως σέ να σωματικό ργανο, κατά τό Εαγγέλιο καί τούς νηπτικούς Πατέρες (Φιλοκαλία), ἔτσι πό τήν νωση καί πιστροφή τν δυό ατν, κάποιος κύκλος γίνεται καί μέ τόν κύκλο ατόν νώνεται νος μέ τήν θεία χάρη, ποία βρίσκεται στό μέσο τς καρδις.
[9] Γιά νά ναφέρω κάποιο καλύτερο παράδειγμα· πως ο κτῖνες το λίου, σο πομακρύνονται πό τό κέντρο καί τό μέσον τοῦ γυαλιο, πού νάβει τήν σκα, τόσο σθενέστερες, ραιότερες καί σκοτεινότερες γίνονται, καί σο συμμαζεύονται στό κέντρο, τόσο δυνατότερες, πυκνότερες καί λαμπρότερες γίνονται, κατά ατό τόν τρόπο καί νος καί ο γνωστικές δυνάμεις τς ψυχς, σο μαζεύονται στό κέντρο τς καρδις, τόσο δυνατότερες καί λαμπρότερες γίνονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου