Σελίδες

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Ἐντυπώσεις ἀπό ἕνα ταξίδι στή Σοβιετική Ρωσία


Αποσπάσματα από το υπό έκδοσιν βιβλίο "Η Αγία Ρωσία στη Σοβιετική Ένωση" του μοναχού Μητροφάνους Χιλανδαρινού, που περιέχει εντυπώσεις από την συμμετοχή Αγιορείτικης αντιπροσωπείας στις εορτές του αγίου Σεργίου του Ραντονέζ του έτους 1976.
Από την πόρτα της εκκλησίας και προς όλες τις πλευρές οι πιστοί στεκόταν ο ένας δίπλα στον άλλον. Στριμωχνόταν, για να κάνουν χώρο να περάσουμε. Σταματούσαμε και ξανά μετατοπιζόταν μπροστά. Στο βάθος αυτής της χαμηλής σπηλαιώδους εκκλησίας τελέσθηκε η θεία Λειτουργία. Η χορωδία έψαλλε αυθόρμητα και αρμονικά. Γύρω μας ελαφρές αναπνοές που προσευχόταν και ήχοι της ήσυχης προσηλώσεως προς τον Θεό και τους Αγίους.

Δεξιά μας ακουγόταν μία ομιλία, η οποία παρετείνετο, ένας συνεχής λόγος που όμως δεν ήταν κήρυγμα. Άρχιζε να με ενοχλή. Ο πατήρ Αθανάσιος με ρώτησε με τα μάτια τι είναι αυτό. Δεν γνώριζα την απάντηση και ξεκινήσαμε προς το σημείο εκείνο. Διεισδύσαμε ανάμεσα στους κίονες οι οποίοι στήριζαν την επίπεδη επιφάνεια πάνω από τα κεφάλια μας. Γύρω από αυτούς τους κίονες υπάρχουν εικόνες και κανδήλια. Εδώ και εκεί στα μανουάλια έκαιγαν κεριά. Στο μισοσκόταδο διακρίναμε τα πρόσωπα των πιστών. Τα μάτια, αυτά τα μάτια τους!... Πόσο κοντά στην ψυχή αυτού που πιστεύει είναι εκείνος που προσεύχεται! Τον κοιτάζεις, δεν γνωρίζεις το όνομά του και ποτέ πια δεν θα τον δης, και εκείνος μένει μέσα σου, και εσύ μέσω αυτού γίνεσαι δυνατώτερος, ικανότερος, ευτυχέστερος...
Τώρα βλέπουμε περί τίνος πρόκειται. Ο πατήρ Κοσμάς, ιατρός και ιερομόναχος, ο οποίος χθες μας φωτογράφησε και σήμερα θα μας δώση τα σλάιτς (από το εργαστήριό του) ως ενθύμιο - αυτός είναι εκείνος που ακουγόταν. Νάτος, φορώντας το πετραχήλι του ακόμη ομιλεί. Αλλά περί τίνος πρόκειται; Περί τίνος ομιλεί μέσα στην διάρκεια της θείας Λειτουργίας, εδώ στην άκρη, στο βάθος του ναού; Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στα λεγόμενά του. Ανέβλυζαν όπως εκείνοι οι κρουνοί στη βρύσι μπροστά στην εκκλησία. Ο λόγος αναφερόταν λίγο στην οικογένεια, λίγο στις ουρές μπροστά από τα καταστήματα στην πόλι, στην εργασία, στο ναό. Ήταν πνευματικά σχόλια της πρακτικής καθημερινής ζωής. Πάνω σ' αυτά τα κοινωνικά στιγμιότυπα αυτός τώρα έκανε προφανώς κατήχηση. Με τα γεγονότα που παρουσίαζε ήθελε να δείξη τις αμαρτίες και τα λάθη που γίνονται, να οδηγήση τους παρόντες στην αυτοεξέτασι· πώς να μαζέψουν με την σκούπα της συντετριμμένης ειλικρίνειας, κατά την εξομολόγησι που θα ακολουθήση, όσο το δυνατόν περισσότερα πεπραγμένα αμαρτήματα, τα σφάλματα και τα πλημμελήματα, για να συμμετάσχουν όσο το δυνατόν πιο άξια στο άγιο Μυστήριο του Σώματος και Αίματος του Χριστού. Ω, πώς η Εκκλησία, όταν είναι ζωντανή, βρίσκει τρόπους να βοηθήση τους πιστούς της!
Ένας από τους νεωκόρους πλησίασε τον π. Κοσμά και τον πληροφόρησε σε ποιο σημείο είχε φθάσει η Λειτουργία. Τώρα τα λόγια του π. Κοσμά πήραν άλλο ρυθμό και τόνο. Διάβασε την ευχή προ της Εξομολογήσεως, ανασήκωσε το πετραχήλι και το έβαλε στο κεφάλι του πλησιέστερου προς αυτόν πιστού. Ξαφνικά ακούστηκαν λόγια ανάμικτα με μισοσβησμένους λυγμούς. Δημόσια εξομολόγησι του πλήθους! Μια ασυνήθιστη κινητικότητα κατέλαβε όλους όσους βρισκόταν γύρω από τον π. Κοσμά. Χαμηλόφωνες εκκλήσεις, αναστεναγμοί προσευχής. .. Το πετραχήλι μετεκινείτο από κεφάλι σε κεφάλι. Συχνά ο πατήρ Κοσμάς πρόσθετε δυο λόγια σκύβοντας στο αυτί του εξομολογουμένου. Θέαμα πρωτοφανές, συγκλονιστικό. Βίωμα μοναδικό. Να οι ημέρες των Αποστόλων! Η Εκκλησία του Θεού (ο λαός) συνειδητοποιούσε τον εαυτό της: η φύσι της είναι πάντα το πάθος. Μόνο διά του πάθους έρχεται η Ανάστασι. Και πράγματι, αυτό συνετελείτο εκεί μπροστά μας μέσω της Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας...
Η χορωδία έψαλλε το Κοινωνικό. Όσοι είχαν εξομολογηθή πλησίαζαν με την σειρά το Άγιο Ποτήριο. Η εξομολόγησι σ' εκείνο το μέρος, στο βάθος της εκκλησίας μέσα στο σπήλαιο, διαρκούσε ακόμη. Οι πυκνές σειρές γινόταν λεπτότερες, ο κύκλος γύρω από τον π. Κοσμά μίκραινε. Ήρθε ξανά ο νεωκόρος. Είπε ότι η ουρά αυτών που κοινωνούσαν ήταν προς το τέλος. Για να μη διακοπή η τέλεσι της Θείας Λειτουργίας, ο π. Κοσμάς κάλεσε τους παρόντες να τοποθετήσουν το χέρι τους ο ένας στον ώμο του άλλου. Άπλωσε πάνω από τα κεφάλια τους το πετραχήλι σ' όλο το μάκρος του και διάβασε τη συγχωρητική ευχή. Τώρα όλος αυτός ο χώρος έμεινε κενός. Εμείς παρατηρούσαμε τον π. Κοσμά δίπλα στο αναλόγιο με το Ευαγγέλιο και αυτός στράφηκε προς εμάς τους δύο και μας έκανε νόημα να πλησιάσουμε. Καθώς ασπαζόμασταν το Ευαγγέλιο και τον Σταυρό που κρατούσε στο χέρι του, και πριν προλάβουμε να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας για αυτό που ζήσαμε, παρατηρήσαμε το αριστερό του χέρι με τον δείκτη τεντωμένο προς το δάπεδο. Κάτω στο μαρμάρινο δάπεδο σαν να υπήρχε χυμένο νερό. Στην επιφάνεια του καθρεπτιζόταν οι μικρές φλόγες των κεριών και τρεμόπαιζε η κοκκινωπή λάμψη του κανδηλίου. Τον κοιτάξαμε με απορία, μη ξέροντας τι να σκεφτούμε. Συγκινημένος άρχισε να λέγη: «Αυτά είναι τα δάκρυα της μετανοίας του Ρωσικού λαού. Από αυτά ζει η Εκκλησία». Και οι τρεις μείναμε σιωπηλοί για λίγο. Ο π. Κοσμάς πήρε το Ευαγγέλιο και έφυγε προς το ιερό και εμείς οι δύο κοιταχτήκαμε και συγκλονισμένοι πήγαμε να πάρουμε αντίδωρο...
●●●
Γύρω από την εκκλησία, κάτω από τα δένδρα, υπάρχουν παγκάκια. Όλα είναι γεμάτα. Πώς και πότε να επιστρέψη αυτός ο λαός εκεί από όπου ήλθε; Γι' αυτόν εδώ είναι σαν το σπίτι του. Κανείς δεν βιάζεται. Εδώ τους βλέπουμε να μιλούν μεταξύ τους, ενώ αυτό δεν συμβαίνει στο τρόλεϋ, το τραίνο ή το μετρό. Σ' αυτά τα δημόσια μέσα κυκλοφορίας όλοι διαβάζουν, ακριβώς για να μη συνομιλούν - έτσι μας δήλωσε κάποιος εμπιστευτικά - άλλος βιβλίο, άλλος περιοδικό, άλλος εφημερίδα. Η Ρωσία είναι χώρα αναγνωστών. Αλλά ποιος γνωρίζει, αν διαβάζουν όλοι και αν διαβάζουν συνέχεια; Ο καθένας όμως κοιτάζει στο κείμενο μπροστά του. Τι μοίρα, τι συνήθειες, τι τρόπος ζωής εκεί, εκτός της Εκκλησίας!
Εγώ περιεργαζόμουν τα γύρω, γυρεύοντας το «πνευματικό ραντάρ» να με οδηγήση σε κάποιον ή να τραβήξη κάποιον προς το μέρος μου. Ξεκίνησα να πάω προς το παγκάκι, όπου υπήρχε μία ολόκληρη oικογένεια: ο πατέρας και η μητέρα λίγο πιο πάνω απ’ τα τριάντα, και δυο παιδάκια. Θυμήθηκα ότι το ένα από αυτά το είχα προσέξει χθες βράδυ που ο προηγούμενος της μονής Ιβήρων παρακολουθούσε εκστατικός τα παιδιά που στεκόταν ώρες ακίνητα μπροστά στο ιερό.
Τότε μας πλησίασε ένας από τους νεωτέρους αδελφούς του μοναστηριού, μου παρουσίασε αυτήν την οικογένεια σαν υποδειγματική «κατ' οίκον εκκλησία» και μετά με κάλεσε να πάω μαζί του. Κατεβήκαμε από τις σκάλες κάτω στη «χαράδρα». Εκεί μου είπε ότι μας περιμένει το γεύμα στην τράπεζα της αδελφότητος, όμως είχαμε ακόμη ώρα... Σ' αυτό το διάστημα ήθελε να αποτραβηχτούμε εκεί σ' ένα μικρό κτίριο, για να μιλήσουμε. Αυτό ήταν στο «οικονομείο» του μοναστηριού. Περάσαμε από την άκρη του σταύλου και έρριξα μια ματιά στο εσωτερικό. Ήταν «καθαρός σαν φαρμακείο», όπως λέει ο λαός. Σ' ένα χώρισμα χοροπηδούσαν τα μοσχάρια. Ο ζωηρός μικρός που στην Θεία Λειτουργία κρατούσε το εξαπτέρυγο πολεμούσε τώρα να γυρίση ένα ζωηρό πουλάρι πίσω στην θέσι του, στην άκρη του σταύλου. Μπήκαμε σ' ένα από τα κατοικημένα κτίρια, όπου βρίσκεται το τμήμα εθελοντικής υπηρεσίας. Η φρέσκια ευωδία του χόρτου, η παρουσία μιας μεγάλης ανθοδέσμης από τριαντάφυλλα μέσα σε βάζο πάνω στο τραπέζι μπροστά μας και το θυμίαμα από τα ράσα μας συμπλήρωναν την εξοχική ατμόσφαιρα.
Ο συνομιλητής μου μού έθεσε μερικές ερωτήσεις σχετικά με την ζωή και τον κόσμο από τον οποίο ήλθαμε. Ήταν ιδιαίτερα περίεργος για την μοναχική ζωή του Άγιου Όρους. Μού είπε ότι σύντομα απ’ αυτό το μοναστήρι θα ξεκινούσαν τρεις μοναχοί για τον Άγιο Παντελεήμονα του Άθωνα. «Ναι, είπα, ήδη γνώρισα τον πατέρα Μ., τον οποίο μου έδειξαν». Και τότε πήρε αυτός το λόγο, πριν προλάβω να του κάνω τις δικές μου ερωτήσεις. Προφανώς δεν ήθελε να χάνη χρόνο. Ήδη κατά την σύντομη εισαγωγή αντιλήφθηκα τον σκοπό της συνομιλίας μας και άκουγα ήρεμος και σιωπηλός, παρατηρώντας το πνευματώδες, νεανικό του πρόσωπο και τα έξυπνα, ζεστά μάτια του. «Το κράτος καταδιώκει την Εκκλησία, μέχρι του σημείου να χρησιμοποιή την ίδια εναντίον του εαυτού της. Απαιτεί από την Εκκλησία να διακηρύττη στο Εξωτερικό ότι στη Ρωσία υπάρχει ελευθερία της θρησκείας. Έτσι με τα δικά μας χέρια κλείνει τις εκκλησίες. Διότι, όταν κάποιος στο Εξωτερικό μιλάη και γράφη για την μεγάλη θρησκευτική ελευθερία μας, εδώ αμέσως ο διωγμός ενισχύεται. Ενώ όταν κάποιος μιλάη και γράφη για τον εδώ διωγμό, τότε το κράτος χαλαρώνει τα μέτρα του. Το καθεστώς ακολουθεί σατανική πολιτική».
Τον ρώτησα, τι στάσι πρέπει να κρατούμε στις συναντήσεις μας μ' εκείνους τους ανθρώπους της Εκκλησίας που ακολουθούν αυτή την αντιεκκλησιαστική πολιτική. «Συμπεριφερθείτε απέναντι στον καθένα όπως ακριβώς αρμόζει στον βαθμό του, αλλά μην λέτε τίποτα περιττό. Να ξέρετε ότι αυτοί δεν είναι άθεοι (και για τους μοναχούς και για τον λαό παρατηρήσαμε ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σ' όλες τις εκφάνσεις της ζωής σε πιστούς και άθεους), αλλά ο καθένας είναι υπόλογος στην συνείδησί του για ό,τι πράττει. Διότι κάποιοι συνεργάζονται με την εξουσία κατ' ανάγκην, ενώ άλλοι όχι. Για μας είναι πολύ δύσκολο: Αν πης ότι υπάρχει ελευθερία, σε κεντά η συνείδησί. Αν πης ότι δεν υπάρχει, τότε καταστράφηκες. Αλλά ο λαός μας δεν αγαπά τους ιερείς που λένε ότι υπάρχει ελευθερία. Οι προϊστάμενοί μας στην Εκκλησία κατ' ανάγκην κάνουν πολιτική με το καθεστώς. Η πολιτική όμως είναι πολύ άβολο πράγμα. Αν οι προϊστάμενοί μας τάσσονταν εναντίον του καθεστώτος, αυτό θα το έπαιρνε αυτό σαν αφορμή και θα προξενούσε μεγάλες ζημιές στην Εκκλησία. Από το 1960 ως το 1965 έκλεισε περισσότερα από 50 μοναστήρια, περίπου 7.000 εκκλησίες και πέντε ιερατικές σχολές. Σήμερα ζητά από τους προϊσταμένους μας μόνο ένα: να λένε πως υπάρχει ελευθερία. Αυτό τους χρειάζεται για το Εξωτερικό και για τις περιοχές της Ρωσίας, όπου κυκλοφορούν ξένοι. Για τα μάτια των ξένων υπάρχει ελευθερία. Εσείς στην Μόσχα είδατε την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Έχει άμεση ανάγκη επισκευής, αλλά το κράτος δεν το επιτρέπει. Αυτοί θέλουν να χαθούμε. Περιμένουν την δική τους μέρα και εμείς την δική μας, και έτσι ο αγώνας είναι μεγάλος».
Σηκώθηκε. Μήπως σκέφθηκε ότι είχε πει αρκετά ή είχε τελειώσει ο ελεύθερος χρόνος του; Δεν μπορούσα να κρίνω. Όταν πλησίασε κοντά μου, πρότεινα το χέρι, αλλά αυτός είπε σιγανά στο αυτί μου: «Προσευχηθείτε στο Άγιον Όρος για τον Πατριάρχη μας. Κάποτε ήταν ηγούμενος αυτού του μοναστηριού. Αυτός το έκανε μεγάλο. Και τότε εξορίσθηκε στην Σιβηρία. Από εκεί, μετά από εννέα χρόνια, οδηγήθηκε στην επαρχία Κρουτίτσκα για επίσκοπος, και κατόπιν έγινε Πατριάρχης. Τώρα δεν είναι εκείνος που ήταν εδώ στο Πετσόρ. Τον άλλαξαν. Προσευχηθήτε για την υγεία του». Μετά μου έσφιξε το χέρι και με άφησε να προσπεράσω, για να βγω. Όταν πια έξω απ’ το κτίριο έστρεψα πίσω το κεφάλι μου, κατάλαβα ότι είχε μπει σε κάποιον άλλο εσωτερικό χώρο. Τότε ξεκίνησα να κάνω ένα γύρο, για να βρω τους δικούς μου.
●●●
Μετά τον Εσπερινό μέρος της ομάδας μας ξεκίνησε πάλι για το μεγάλο κτίριο του μοναστηριού, ενώ τρεις από εμάς είμασταν καλεσμένοι από τρεις ντόπιους πατέρες σ' ένα από τα κελλιά τους. Το σαμοβάρι ήταν ζεστό και τα φλυτζάνια μπροστά μας. Δεν έβλεπα κάποιο ιδιαίτερο λόγο γι’ αυτήν την πρόσκληση, αλλά μας τον αποκάλυψαν προτού σερβίρουν το τσάι. Ο πιο ηλικιωμένος άρχισε την διήγησι, ετοιμασμένη, φαίνεται, εκ των προτέρων γι' αυτήν εδώ την συνάντηση: «Εμείς γνωρίζομε τον αγώνα σας στο Άγιον Όρος. Όλοι εμείς οι ορθόδοξοι μοναχοί έχουμε σαν υπόδειγμα τους αρχαίους διδασκάλους μας από τον Μέγα Αντώνιο και τον Μέγα Παχώμιο μέχρι τον δικό μας π. Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ, τους στάρετς του Κιέβου και της Όπτινα και τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης, ο οποίος, αν και έγγαμος ιερέας, έζησε σαν μοναχός. Αυτός είναι για μας σήμερα ιδιαίτερο πρότυπο, επειδή και εμείς είμαστε περικυκλωμένοι από τον κόσμο. Είμαι ευγνώμων στους άγιους προσκυνητάς μας που μας προσθέτουν δύναμι, για να κρατηθούμε σ' αυτό το μέρος και σ' αυτή την εποχή.
Αλλά εσείς οι Αγιορείτες δεν γνωρίζετε το μέγεθος του αγώνα με τον καθημερινό φόβο από τους άθεους που έχουν δύναμι και ήδη επί 60 χρόνια μας εξουσιάζουν. Κανείς στον κόσμο δεν γνωρίζει τι μας κάνουν. Το μοναστήρι μας το 1963 είχε 120 μοναχούς. Ένα βράδι βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά μας φορτηγά. Η αστυνομία ζήτησε να παρουσιασθούμε όλοι μπροστά στην είσοδο κι εμείς, χωρίς να προαισθανώμαστε τι θα γίνη, βγήκαμε μαζί με τον ηγούμενο. Όταν στην απαίτησή τους να ανεβούμε στα φορτηγά εμείς ρωτήσαμε που θα μας πάνε, αυτοί δεν ήθελαν να απαντήσουν, αλλά μάς έσπρωχναν βάναυσα για να μπούμε. Τότε μας κατέλαβε ένα κακό προαίσθημα και στραφήκαμε προς την είσοδο, για να επιστρέψουμε στο μοναστήρι. Αυτοί χρησιμοποίησαν βία, για να μας εμποδίσουν. Ο ευσεβής λαός μας όμως, ο οποίος εκείνη την ώρα βρισκόταν εδώ, μπήκε ανάμεσα σε μας και την αστυνομία και ώρμησε προς αυτήν. Επειδή υπήρχαν πάρα πολλές γιαγιούλες, αυτοί, παρ' όλη τους την βαναυσότητα, υποχώρησαν μπροστά στα ρυτιδωμένα πρόσωπα και τα κλαμμένα μάτια τους. Μας άφησαν και έφυγαν.
Όταν επανακτήσαμε την ειρήνη μας με την προσευχή, και όταν σε αίτηση του ηγουμένου μας προς την ανώτερη εκκλησιαστική αρχή δεν δόθηκε καμμία εξήγησι για την επιδρομή της αστυνομίας, το δεχθήκαμε σαν κάποιο λάθος και συνεχίσαμε την ζωή μας φυσιολογικά.
Μετά από δέκα ήμερες παρατηρήσαμε ότι ο λαός δεν ερχόταν όπως πριν. Μία νύχτα, ενώ ξεκουραζόμασταν, το μοναστήρι γέμισε από θορύβους: ακούσθηκαν φωνές, κραυγές, έκκλησι για βοήθεια. Εμφανίσθηκαν πολλοί αστυνομικοί. Βιαζόμασταν να πάρουμε ό,τι είναι πιο απαραίτητο από τα πράγματα. Μονομιάς βρεθήκαμε μέσα στα φορτηγά και τότε άρχισε ένα ξέφρενο ταξίδι μέσα στη νύχτα με επικίνδυνες κλίσεις στις στροφές. Όταν ξημέρωσε, τα φορτηγά σταμάτησαν κι εμείς κατεβήκαμε. Γύρω μας και από τις δύο πλευρές του ξέφωτου, υπήρχε δάσος. Μας τοποθέτησαν στην σειρά. Οι αστυνομικοί στεκόταν σε μικρή απόστασι από μας και έπαιζαν στα χέρια τους τα περίστροφα. Σκεφθήκαμε ότι θα μας σκοτώσουν. Οι νεώτεροι από μας αναστατώθηκαν.
Τελικά οι διώκτες μας ξεκίνησαν για τα φορτηγά. Ένας μάς γνωστοποίησε με χυδαία και απειλητική φωνή ότι είμαστε ελεύθεροι και ότι μπορούμε να πάμε όπου θέλουμε. Αυτοί έφυγαν και εμείς μείναμε.
Κανείς μας δεν είχε διαβατήριο. Αλλά και να το είχαμε, θα μας ήταν άχρηστο. Ισχύει μόνο για την περιοχή όπου έχει εκδοθή. Ο θεσμός του διαβατηρίου σε μας σημαίνει περιορισμό, φυλάκισι σ' έναν ορισμένο τόπο. Όταν εγκαταλείπη κανείς αυτόν τον τόπο και μεταβαίνη σ' άλλη περιοχή χωρίς άδεια, τότε ακολουθεί η αληθινή φυλακή ή τα καταναγκαστικά έργα. Η ελευθερία την οποία μας έδωσαν ήταν γεμάτη αβεβαιότητα και κινδύνους.
Ψάλλαμε από κοινού την Παράκλησι στην Παναγία. Μοιρασθήκαμε σε ομάδες και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση προς τον ιερό μας χώρο στο Ποτσάγιεβ, ρωτώντας καθ' οδόν για τον δρόμο μας. Όταν προ της αναχωρήσεως μετρηθήκαμε, είδαμε ότι περίπου δέκα δικοί μας είχαν μείνει στο μοναστήρι. Αναρωτηθήκαμε τι συνέβη με εκείνους και ταυτόχρονα σκεφθήκαμε με τρόμο τι θα γίνη με μας.
Το τι υποφέραμε, για να επιστρέψουμε, δεν είναι εύκολο να περιγραφή. Ο Θεός μας οδηγούσε και οι καλοί χριστιανοί μας πρόσφεραν ψωμί και μας έδειχναν τον δρόμο. Εκείνοι τους οποίους βρήκαμε στο μοναστήρι μας διηγήθηκαν ότι πολλοί ευσεβείς πιστοί μας από τις κοντινές και μακρινότερες περιοχές συγκεντρώθηκαν και δημιούργησαν ζωντανό τείχος γύρω από το μοναστήρι. Δεν επέτρεψαν αυτό το ιερό μέρος να περάση στα χέρια του άθεου κράτους, αν και κινδύνευε η ζωή τους. Τελικά πέτυχαν. Έτσι το μοναστήρι μας διαφυλάχθηκε με την αποφασιστικότητα των πιστών μας.
Μόνο να ξέρετε ότι ελευθερία δεν υπάρχει εδώ ούτε σήμερα. Εσείς ως επισκέπτες αυτό δεν το βλέπετε. Ο σύντροφος Χρουτσώφ τότε έκλεισε 65 μοναστήρια και 7000 ναούς. Διασώθηκαν μόνο τρία ανδρικά μοναστήρια. Το σημερινό καθεστώς δεν δίνει άδεια να έλθη κάποιος ελεύθερα σ' αυτά για να μονάση. Ο λαός αγαπά την Εκκλησία και θέλει να έρχεται στα μοναστήρια. Αυτός θα γέμιζε όλα τα μοναστήρια, όσα και αν ήταν, αλλά κανείς δεν μπορεί να έλθη σ' αυτά, αν δεν το επιτρέψη η εξουσία. Η εξουσία μας κάθε ευσεβή άνθρωπο τον θεωρεί ως διανοητικά καθυστερημένο. Για να πάρη ο υποψήφιος την έγκριση για είσοδο στο μοναστήρι, πρέπει να δείξη πιστοποιητικά από ψυχιατρική κλινική ότι έχει χρόνια ψυχική ασθένεια. Αλλά και τέτοιους ο Κύριος μας και ο όσιος Ιώβ θεραπεύει. Πολλές φορές η Χάρι του Θεού ανοίγει την καρδιά των γιατρών και δίνουν τέτοια πιστοποιητικά σε υγιείς. Έτσι τώρα είμαστε 45 και μπορούμε να δοξάζουμε τον Θεό και να υπηρετούμε τον λαό Του σ' αυτό το ιερό σκήνωμα».
Καθώς λεγόταν αυτά και μεταφραζόταν, δεν ήπιαμε ούτε μισό φλυτζάνι τσάι. Οι πατέρες μας πρότειναν να προσθέσουν λίγο ζεστό τσάι, αλλά εμείς δεν είμασταν συνηθισμένοι στο σαμοβάρι, όπως αυτοί, και ευγενικά αρνηθήκαμε. Τότε ένας άλλος από τους ντόπιους μοναχούς ήθελε να μας διηγηθή κάτι ακόμα. Φαινόταν ότι ήθελαν να εκμεταλευθούν αυτήν την ευκαιρία και να εγκαταλείψουν, τουλάχιστον προς στιγμήν, το πνευματικό γκέττο τους. Ενώ συνομιλούσα με τον πρώτο, ο τρίτος τη τάξει πρόσθεσε ότι ούτε μέσα στο ίδιο το μοναστήρι δεν επιτρέπεται να εκφράζεται κανείς ανοικτά ή να εμπιστεύεται οποιονδήποτε. «Εμείς εδώ γεννιόμαστε χωρίς αίσθησι για συνωμοσία», πρόσθεσε ο πρώτος. «Αλλά αυτό στο τέλος-τέλος είναι καλό. Όσο πιο άδειοι είμαστε από τα ανθρώπινα σχέδια και τις επιθυμίες, τόσο πιο γεμάτοι είμαστε με τον Χριστό. Γνωρίζουμε ότι μόνο με τον Σταυρό Του μπορεί να νικηθή το κακό μας».
Κοίταζα τον δεύτερο απ’ αυτούς κατά σειράν με την προσδοκία ότι θα πει εκείνο το οποίο ήθελε. Και άρχισε: «Εμείς ζούμε στην εποχή του Αντίχριστου. Ο θεός επέτρεψε στον λαό μας μεγάλη αθλιότητα. Το καθεστώς μας δεν ανέχεται κανένα καλό και για κανέναν. Ο πατέρας μου μού διηγείτο πώς ήταν κάποτε, πριν απ’ αυτό το καθεστώς. Οι καλύτεροι άνθρωποι στο χωριό, τους οποίους εκτιμούσαν σαν πρότυπα ευσεβείας και οι οποίοι με την οικογένειά τους και την οικονομική τους κατάστασι έδειχναν πώς και πόσο μπορούν να προαγάγουν ολόκληρο το χωριό, εκλεγόταν ως πρόεδροι της Κοινότητας. Μετά την επανάσταση αυτοί οι καλοί άνθρωποι εξαφανίσθηκαν απ’ το χωριό και ποτέ δεν ακούσθηκε τίποτε γι' αυτούς. Τα πάντα άλλαξαν. Στην πρώτη θέσι ήλθαν οι τελευταίοι του χωριού, οι πριν ονομαστοί «αλογοκλέφτες» (επειδή περνούσαν τα σύνορα, έκλεβαν καλά άλογα στην Αυστρία και τα πουλούσαν εδώ). Αυτοί έγιναν οι πρώτοι. Τέτοιοι υπάρχουν μέχρι σήμερα στην εξουσία και βασανίζουν τον λαό». Έκλεισε τον λόγο του με κάποια ταραχή. Και ο πρώτος πρόσθεσε: «Όλοι το γνωρίζουμε και το αισθανόμαστε ότι μόνο ο Θεός μπορεί να μας βοηθήσει. Γι' αυτό η προσευχή και η μετάνοια είναι τα ισχυρότερα όπλα μας εναντίον του κακού. Γι' αυτό η πίστη στον λαό μας γίνεται όλο και δυνατώτερη και η μετάνοια όλο και μεγαλύτερη».
Παρατηρούσα και τους τρεις. Τα σοβαρά και αξιοπρεπή πρόσωπα τους μαρτυρούσαν πνευματικότητα ώριμων ανθρώπων. Ήταν ολοφάνερο ότι αυτοί έφερναν μέσα τους μεγάλη πείρα από την πραγματικότητα της ζωής και του δύσκολου ρόλου τους στον πνευματικό αγώνα με το κυρίαρχο κακό. Αυτοί δίνουν νόημα στην ζωή αυτού του λαού που πάσχει συνδέοντας τον με τον Θεό διά μέσου της μυστηριακής ζωής στην Εκκλησία. Και ο λαός τους αντιπροσφέρει την αφοσίωσί του και την πνευματική του αύξησι. Πόσο υψηλά είναι όλα αυτά!...
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ ΝΕΟΜΒΡΙΟΣ 1988
ΤΕΥΧΟΣ 1
 http://www.impantokratoros.gr/sowietikh-enosh-diogmoi.el.aspx

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου