Σελίδες

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία [10]

Οἱ Χριστιανοὶ δὲν κάμουν ἕνα ἀτομικὸ ἀγώνα ἠθικῆς τελειώσεως, δὲν αὐτοσχεδιάζουν στὴν ἄσκηση καὶ στὴν προσευχή, δὲν ἀκροβατοῦν ἀγωνιζόμενοι μὲ ἀμφίβολες μεθόδους ψευδοκατανύξεως, δὲν πιέζονται γιὰ νὰ νοιώθουν μία συναισθηματικὴ εὐσεβιστικὴ χαλάρωση.
Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ
Ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ
Κριτικς τοποθετήσεις στό βιβλίο
«Παγκοσμιότητα καί Ορθοδοξία»
ρχιεπ. λβανίας κ. ναστασίου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Β. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία.
   Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ λοιπὸν δὲν ἔχουν θρησκευτικὲς ἐμπειρίες ποὺ εἶναι ἀτομικὲς ἐμπειρίες ψυχολογικῆς, κτιστῆς τάξεως στὶς ὁποῖες συχνότατα παρεμβαίνει ὁ δαιμονικὸς παράγοντας μὲ τὸ προκάλυμμα τῆς ἐνοράσεως καὶ τῆς διαισθήσεως καὶ πολλὲς φορὲς μὲ τὴ βοήθεια ἐκστατικῆς μουσικῆς καὶ χοροῦ, κραυγῶν καὶ ναρκωτικῶν οὐσιῶν.
Οἱ ὀρθόδοξοι πιστοὶ μετέχουν τῆς ἐν Χριστῷ  ἐ κ κ λ η σ ι α σ τ ι κ ῆ ς  ἐμπειρίας. Κοινωνοῦν μὲ τὸν Χριστό, κοινωνοῦν μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα ἐργαζόμενοι τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀσκούμενοι καὶ προσευχόμενοι, ταπεινούμενοι καὶ ἑξαγορευόμενοι καὶ λαμβάνοντες τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἐργασίας καὶ τῆς προαιρέσεώς τους. Ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, γιὰ τὸ φωτισμὸ καὶ τὴ θέωσή τους.
Σηκώνονται καὶ πέφτουν, ξεφεύγουν ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, πληγώνονται καὶ χάριτι Θεοῦ θεραπεύονται. Ποῦ γίνονται αὐτά; Ἐν τὴ Ἐκκλησία. Οἱ Χριστιανοὶ δὲν κάμουν ἕνα ἀτομικὸ ἀγώνα ἠθικῆς τελειώσεως, δὲν αὐτοσχεδιάζουν στὴν ἄσκηση καὶ στὴν προσευχή, δὲν ἀκροβατοῦν ἀγωνιζόμενοι μὲ ἀμφίβολες μεθόδους ψευδοκατανύξεως, δὲν πιέζονται γιὰ νὰ νοιώθουν μία συναισθηματικὴ εὐσεβιστικὴ χαλάρωση.
Τὴν ὁδὸ τῆς ἐν Χριστῷ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς-ἐμπειρίας ὑποδεικνύει ὁ Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος στοὺς Ἐφεσίους κάμπτει τὰ γόνατά του προσευχόμενος στὸν Θεὸ ὥστε «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐν ἀγάπη ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι, Ἴνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ ὕψος καὶ βάθος, γνῶναι τὲ τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἴνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ. Τῷ δὲ δυναμένω ὑπὲρ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοὺ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν... αὐτῶ ἡ δόξα ἐν τὴ Ἐκκλησία καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τὰς γενεᾶς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων, ἀμὴν» (Ἐφεσ.3,14-21).
Παραθέτουμε τὸ σχολιασμὸ αὐτοῦ του ἐδαφίου ἀπὸ τὸν μακαριστὸ ἅγιο Γέροντα Ἰουστίνο Πόποβιτς, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε ὅτι κατὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μόνο ἐν τὴ Ἐκκλησία «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε ἀληθινὰ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ εἶναι γνησία καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἡ ἐμπειρία μας:
«... ὅπως δὲν ἔχει ὅρια ἡ πίστη μας στὸν Χριστό, ἔτσι δὲν ἔχει ὅρια καὶ ἡ ἀγάπη μας γι' Αὐτόν. Μόνο οἱ ἄνθρωποι τῆς μεγάλης πίστης εἶναι "ριζωμένοι καὶ θεμελιωμένοι" στὴν ἀγάπη Του. Καὶ ὅποιος εἶναι στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ριζωμένος καὶ θεμελιωμένος, αὐτὸς μὲ τὴν πίστη ἀναπτύσσεται σὲ ὅλες τὶς ἔνθεες τελειότητες ποὺ δὲν ἔχουν τέλος, «αὔξει τὴν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ» (Κόλ. 2, 19), «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. 4, 13) καὶ καθίσταται ζωντανὸς ναὸς τῆς Παναγίας Τριάδος (Ἰω. 14,23)...
Στὸν ἀγώνα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης, ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν εἶναι μόνος, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἁγίους «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις». Γιατί ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη ὁδηγοῦν στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὅσοι εἶναι σὲ Αὐτὸν καὶ ὅσοι ἑνώνονται μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μὲ τοὺς ἁγίους ἀγῶνες τῆς πίστης καὶ τῆς ἀγάπης, ἑνώνονται καὶ «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις», οἱ ὁποῖοι εἶναι σὲ Αὐτόν. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ἑνώνουν τὸν ἄνθρωπο μὲ ὅλα τὰ ὄντα ποὺ ὑπάρχουν στὸ Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησία.
Ὁ ἄνθρωπος «καθιστάμενος» μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη «σύσσωμος» του σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ζεῖ «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» καὶ σκέπτεται «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» καὶ πιστεύει «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» καὶ ἀγαπᾶ «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» καὶ προσεύχεται «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» μὲ μία λέξη: Ζεῖ μὲ τὴν «καθόλου» ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπὸ τέτοια κεχαριτωμένη διαβίωση «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» καθαρίζεται καὶ ἐνισχύεται στὸν ἄνθρωπο ἡ «ψυχικὴ ματιά», τὸ «ψυχικὸ βλέμμα», ἔτσι ὥστε αὐτὸς ὅλα τὰ βλέπει πλέον καθαρά, γνωρίζει καὶ βλέπει πλέον τὰ ἀνείπωτα πλούτη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς δικές Του θεϊκὲς τελειότητες, ποὺ εἶναι θησαυρισμένα στὸ θαυμαστὸ θεανθρώπινο μυστήριο τῆς οἰκονομίας τῆς σωτηρίας.
Ἐδῶ εἶναι καὶ τὸ βάθος τὸ θεϊκὸ καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ ὕψος καὶ αὐτὸ σημαίνει, ὅτι καὶ τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο καὶ τὸ τρίτο καὶ τὸ τέταρτο εἶναι χωρὶς ὅρια καὶ τέλος.
Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρισθεῖ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος καὶ τὸ ἀνεκλάλητο μυστήριο τῆς Θείας οἰκονομίας, τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου; Μ ό ν ο  «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις»49.
Οἱ ἅγιοι, οἱ καθ' αὐτὸ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνθρωποι, μᾶς παρέχουν τὸ ἀσφαλὲς ἔδαφος, τὸ δρόμο καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀκριβῆ πίστη «τὴν ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις» (Ἰούδα 3) καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἦθος καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄσκηση. Μὴ βαδίζοντας τὴν ὁδὸ τῶν ἁγίων, ἡ ζωή μας, ἡ πίστη μας, ἡ ἐμπειρία μᾶς μετετρέπεται σὲ ἐγωιστική, ἀτομικὴ μὲ καταφανῆ τὸν κίνδυνο τῆς πλάνης.
Ἐν προκειμένω ὁ Ἅγιος Ἀλβανίας γιὰ νὰ στηρίξει τὶς ἀπόψεις τοῦ περὶ τῆς κοινότητος τῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας ἀλλὰ καὶ τὶς ὑπόλοιπες θέσεις τοῦ περὶ τῆς ἀξίας τῶν ποικίλων θρησκευμάτων δὲν χρησιμοποιεῖ τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων, τὴ θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων παρὰ μόνο τὶς γνῶμες μερικῶν πρωτοχριστιανικῶν συγγραφέων ἀμφιβόλου ὀρθοδοξίας καὶ ἐλάχιστα ἀπομονωμένα χωρία Πατέρων ἑρμηνευόμενα αὐθαίρετα. Στενοχωρούμενος μάλιστα ποὺ δὲν βρίσκει Πατερική, ἐκκλησιαστικὴ ὑποστήριξη τῶν ἀπόψεών του, γράφει: «Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ στὴν ἀνάλυση χριστιανικῶν θεωριῶν σχετικὰ μὲ τὴν κατανόηση τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Προσωπικὰ πιστεύω ὅτι στὸ πρόβλημα αὐτὸ δὲν ἔχει ἀκόμη δοθεῖ ἱκανοποιητικὴ λύση. Βρισκόμαστε στὴν ἀναζήτησή της» (σ. 58). Τί θέλει ἀκριβῶς νὰ πεῖ ὁ συγγραφεὺς δὲν εἶναι φανερό. Μήπως ὁ λόγος τῶν Ἁγίων Γραφῶν, οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ σύνολη ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχουν σαφῆ ἀρνητικὴ καὶ ἀπορριπτικὴ τοποθέτηση σχετικὰ μὲ τὴν «κατανόηση τῶν ἄλλων θρησκειῶν»; Πελαγοδρομεῖ λοιπὸν ὁ συγγραφεύς, ὡς μὴ ὤφειλε, ἀναζητώντας συμμάχους τῶν ἀπόψεών του στὴν «ἔρημη χώρα» τῆς Φραγκιᾶς, παραθέτοντας σὲ ὠρισμένες μελέτες τοῦ ἄφθονη ξένη βιβλιογραφία, ἐντυπωσιακὴ μὲν ἀλλὰ ἀπροσπέλαστη στοὺς πολλοὺς καὶ ἀλλότριου φρονήματος.
Δὲν χρησιμοποιεῖ λοιπὸν τὴν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ γι' αὐτὸ ἰσοπεδώνει ὅλες τὶς ἐμπειρίες, τὶς ἐξυμνεῖ, βρίσκει πάρα πολλὰ κοινὰ σημεῖα καὶ στεγάζει ὅλα κάτω ἀπὸ μία στέγη: τὴ θρησκευτικὴ ἐμπειρία. Ποῦ ὀφείλεται ὅμως αὐτὴ ἡ ἀσύνειδη, ἴσως, παράκαμψη τῆς ἀσφαλοῦς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας; Κατὰ τὴ γνώμη μας σὲ μία υἱοθετηθεῖσα παράδοξη Ἐκκλησιολογία καὶ γενικότερα μία  ν έ α  Θεολογία.



49. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἑρμηνεία τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Ἐφεσίους, Ἐκδόσεις Βάσ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη. σ. 131-132.


Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com
16  ΙΟΥΛΙΟΥ  2012

http://www.egolpion.com/ekklisiastiki_empiria.el.aspx

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου