Σελίδες

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Ἡ διάσωσις μιᾶς γυναίκας ἀπό βέβαιο θάνατο. Πρώτη ἀναχώρησις τοῦ π. Κλεόπα στήν ἔρημο.

Ἡ διάσωσις μιᾶς γυναίκας ἀπό βέβαιο θάνατο
  Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε

π.Ἰωαννίκιος  Μπάλαν 

Τό ἔτος 1947, κάποια νύκτα τῆς περιόδου τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, ὁ π. Κλεόπας ἐξωμολογοῦσε πολύ κόσμο μέχρι στίς 12 τά μεσάνυκτα καί ἦτο κουρασμένος. ῞Οταν ξεκίνησε λίγο νά ἀναπαυθῆ, μπῆκε στό ἐξομολογητήριο μία γυναῖκα, ταραγμένη καί κλαίουσα τοῦ εἶπε:
-Πάτερ, περιμένω ἐδῶ ἕξι ὧρες. . . *Ηλθα νά ἐξομολογηθῶ, διότι ἔχω μεγάλη ἁμαρτία μέσα στήν καρδιά μου.
-Παιδί μου, τώρα εἶμαι κουρασμένος. Σέ παρακαλῶ νά ἔλθης τό πρωῒ.
-Πάτερ, ἐάν δέν μέ δεχθῆς τώρα στήν ἐξομολόγησι, ἐγώ θά πάω νά κρεμασθῶ. Κύτταξε, ἔχω καί τό σχοινί στά χέρια μου. ῎Εκανα μεγάλη ἁμαρτία, διότι ἐσκότωσα μέ ἄμβλωσι πολλά παιδιά. Δέξου με, διότι δέν ἠμπορῶ ἄλλο νά ὑπομείνω!

Τότε ὁ Πατήρ ἐξωμολόγησε αὐτή τήν γυναῖκα, τήν παρηγόρησε, τήν ἐνίσχυσε πνευματικά, τῆς ἔδωσε κανόνα μετανοίας καί τῆς ἔλυσε μέ τήν συγχωρητική εὐχή τήν μεγάλη αὐτή ἁμαρτία της.
Τήν δεύτερη ἡμέρα αὐτή ἡ γυναῖκα ἤπιε Μεγάλο 'Αγιασμό, ἀσπάσθηκε τίς ῞Αγιες Εἰκόνες καί ἐπέστρεψε εἰρηνική στό σπίτι της.
Παρόμοιες περιπτώσεις ἐπανελήφθησαν πολλές φορές, ἀλλ' ὅμως ὁ πατήρ Κλεόπας, ὡς ἔμπειρος Πνευματικός, μέ πραότητα καί πνευματική σοφία, πάντοτε παρηγοροῦσε τίς Ψυχές αὐτές  τίς εἰρήνευε καί τίς συνεφιλίωνε μέ ὅλους.
 
Πρώτη ἀναχώρησις τοῦ π. Κλεόπα στήν ἔρημο.

'Ο π. Κλεόπας, εὑρισκόμενος γιά πολλά χρόνια μέ τά πρόβατα στά γύρω βουνά, ἐγνώριζε ὅλους τούς τόπους καί τά κελλιά τῶν ἐρημιτῶν.
 'Ακόμη ἐγνώριζε ἀρκετούς μοναχούς ἡσυχαστάς, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζοντο σκληρά στά βάθη τῶν ὀρεινῶν κοιλάδων, ἄγνωστοι ἀπό ὅλους καί γνωστοί μόνο ἀπό τόν Θεό καί τόν Πνευματικό τους.
Τό ἔτος 1948, στίς 21 Μαῒου, τήν ἡμέρα πού ἑορτάζονται οἱ ῞Αγιοι Βασιλεῖς, Κωνσταντῖνος καί 'Ελένη, ὁ Πατήρ ἐλειτούργησε μέ τούς ἄλλους ἱερεῖς τῆς Μονῆς καί ἐκήρυξε στούς 'Αδελφούς ἐπαινώντας τόν μεγάλο ζῆλο τῶν 'Αγίων Θεοστέπτων Βασιλέων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ἐλευθερία στούς Χριστιανούς ἐκείνου τοῦ καιροῦ καί ἵδρυσαν ἀρκετές ἐκκλησίες.
'Η Πανοσιότης του εἶπε περίπου τά ἑξῆς στούς μοναχούς τῆς Μονῆς του: «Νά δώση ὁ Θεός, ὅπως καί οἱ ἰδικοί μας κυβερνῆτες νά γίνουν ὅπως οἱ ῞Αγιοι Βασιλεῖς γιά νά τούς μνημονεύη καί ἡ 'Εκκλησία στούς αἰῶνες!» Τότε ἕνας ἀπό τόν λαό μαγνητοφώνησε αὐτά τά λόγια του. Τήν ἄλλη ἡμέρα, χωρίς νά προλάβη νά πάρη τίποτε ἀπό τά ροῦχα του, τόν ἅρπαξε μία ὁμάδα ἀνθρώπων τῆς ἀστυνομίας, τόν ἔβαλε  στό αὐτοκίνητο καί τόν μετέφεραν στήν πόλι Τίργκου Νεάμτς.
'Εκεῖ τόν ἔβαλαν πέντε ἡμέρες μέσα σ' ἕνα μπουντρούμι, χωρίς νερό καί φαγητό, ὅπου δέν ὑπῆρχε οὔτε κρεββάτι. 'Υπῆρχε μόνο τό τσιμεντένιο δάπεδο. Κατόπιν τόν ἀπέλυσαν, χωρίς νά τόν δικάσουν.
Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ἕνας πιστός Χριστιανός εἶπε στόν π. Κλεόπα νά ἀναχωρήση γιά τό δάσος ἤ σέ ἄλλο μέρος  ἕνα διάστημα. 'Ακούοντας αὐτό ὁ στάρετς, συμβουλεύθηκε κι ἄλλους Πνευματικούς καί τήν ἴδια νύκτα κρύφθηκε στά βουνά τῆς Συχαστρίας, στόν τόπο πού λέγεται «Τό πόδι τοῦ κούκου», ἕξι χιλιόμετρα ψηλότερα ἀπό τό Μοναστήρι. 'Εκεῖ ἔφτιαξε μία καλύβα ἀπό χονδρά ξύλα μέσα στό χῶμα καί προσευχόταν ἀκατάπαυστα ἡμέρα καί νύκτα, ζητῶντας τήν βοήθεια καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου.
Μία φορά τήν ἑβδομάδα ἐρχόταν νύκτα ὁ ἱερομόναχος Μακάριος, τόν ἐξωμολογοῦσε καί τοῦ ἔφερνε ὀλίγα τρόφιμα. 'Ερχόταν ἀκόμη καί ὁ μοναχός 'Αντώνιος ἀπό τήν στάνη τῶν προβάτων, διότι ἐκεῖ περιτριγύριζε μέ τά πρόβατα.
Μᾶς ἔλεγε ὁ π. Κλεόπας ὅτι, ὅταν ἔφτιαχνε τήν ὑπόγεια κρύπτη του, ἤρχοντο μερικά πουλιά καί ἐκάθοντο ἐπάνω στήν κορυφή τοῦ κεφαλιοῦ του. ῞Οταν ἐκοινώνησε γιά πρώτη φορά, ἔξω ἀπό τήν σπηλιά του, ἦλθαν κοντά του ἕνα κοπάδι, ἐνῶ δέν εἶχαν παρουσιαθῆ ποτέ ἐνωρίτερα. Αὐτά εἶχαν στό μέτωπό τους ἕνα σημεῖο μέ τήν μορφή σταυροῦ καί κελαηδοῦσαν πολύ ὡραῖα ὅλη τήν στιγμή πού αὐτός ἐκοινωνοῦσε. Κατόπιν ἐπετοῦσαν μακριά.
'Αργότερα, ὅταν τοῦ ἐτελείωσε ὁ ῞Αγιος ῎Αρτος, ἀπεφάσισε νά ἐπιτελῆ τήν Θεία Λειτουργία. 'Αφοῦ προετοιμάσθηκε διαβάζοντας ὅλες τίς προσευχές του, ἐτοποθέτησε τό ῞Αγιο 'Αντιμήνσιο ἐπάνω σ' ἕνα κούτσουρο κι ἄρχισε τήν 'Ακολουθία.
῞Οταν εἶπε:«Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ 'Αγίου Πνεύματος, πάντοτε νῦν καί ἀεί. . . » ἐμφανίσθηκε πάλι τό κοπάδι μέ τά ὡραῖα αὐτά πουλιά. Τά πουλιά ἐκάθισαν σέ μιά γωνία ἐκεῖ κοντά καί ἄρχισαν νά τραγουδοῦν. 'Ο Πατήρ ἀναρωτήθηκε μέσα του: «Τί νά εἶναι ἄρα γε αὐτά; Καί μία μυστική φωνή ἀπό μέσα του, τοῦ εἶπε ὅτι ἦλθαν οἱ ψάλτες του χοροῦ νά ψάλλουν!»
Κατόπιν ἐτελείωσε ἡ θεία Λειτουργία καί κοινώνησε. 'Αφοῦ ἔκαμε τήν ἀπόλυσι τά πουλιά ἔφυγαν. Καί ἔλεγε ὁ π. Κλεόπας ὅτι ἀπό τότε δέν εἶδα στό δάσος πουλιά τόσο ὡραῖα, ὅσον αὐτά. Σίγουρα τό γεγονός ὅτι κοινώνησε καί τό θαῦμα μέ τά πουλιά, τόν παρηγόρησαν πάρα πολύ. ῎Ετσι εὐχαρίστησε ἀπό καρδίας τόν Θεό γι' αὐτήν τήν μεγάλη φιλανθρωπία Του.

῞Οσο καιρό ἔμεινε σ' αὐτόν τόν τόπο, τόν βοηθοῦσαν ὁ Πνευματικός του π. 'Ιωήλ Γεωργίου, ὁ τσοπάνης, μοναχός 'Αντώνιος καί ἕνας Χριστιανός ἀπό τό χωριό Μιτόκου. Τό σύνθημα συναντήσεως μέ τόν π. 'Αντώνιο ἦτο αὐτό: 'Ο μοναχός κτυποῦσε μία φορά σ' ἕνα ξύλο καί, ἐάν ὁ Πατήρ ἄκουγε τό κτύπημα, κτυποῦσε κι αὐτός μία φορά, σέ ἄλλο δένδρο. 'Εάν ὁ ἕνας δέν ἀπαντοῦσε, ὁ ἄλλος ἐπερίμενε μέχρι νά ἀκούση τό καθορισμένο σύνθημα.
'Ο πατήρ 'Ιωήλ τοῦ ἔφερε τρόφιμα, ἁλάτι, σιτάρι, παξιμάδι καί τά ἔβαζε κάτω ἀπό ἕνα δένδρο, γιά νά μή γνωρίζη κανείς, τόν τόπο ὅπου εὑρισκόταν ἡ σπηλιά του.
'Ο πατήρ Κλεόπας ἀγωνιζόταν πολύ στήν σπηλιά του, προσευχόμενος ἡμέρα καί νύκτα. Γι'αὐτό καί οἱ δαίμονες τοῦ προξενοῦσαν πολλούς πειρασμούς καί τόν ἐτάραζαν εἴτε ἦτο ξύπνιος εἴτε κοιμώμενος. 'Ακόμη τόν ἐφόβιζαν μέ διάφορες φαντασίες, ὅπως ἔλεγε ἀργότερα στούς μαθητάς του:
«Κάποια φορά τά μεσάνυκτα, ἐδιάβαζα τόν κανόνα τῶν  προσευχῶν μου καί συγκεκριμένα τούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου. Ξαφνικά ἄρχισε νά ἀκούγεται ἔνα δυνατό κατρακύλισμα. 'Εγώ εἶπα ὅτι θά εἶναι μεγάλος σεισμός! ῞Οταν ἄνοιξα λίγο τήν πορτίτσα μου, εἶδα ἕνα στρατιωτικό ἅρμα καί ἀρκετούς μαύρους στρατιῶτες ἐπάνω σ'αὐτό  πού κρατοῦσαν πύρινα ρόπαλα.
῞Ενας ἀπ' αὐτούς  εἶπε: «Αὐτός εἶναι ὁ στάρετς τῆς Συχαστρίας! Βάλτε τον ἐπάνω στό ἅρμα!» Κι ἀμέσως ἐνόμισα ὅτι εὑρέθηκα ἐπάνω. Οἱ ρόδες τοῦ ἅρματος ἄρχισαν νά περιστρέφωνται κι αὐτοί ἦσαν ἕτοιμοι μέ τά πύρινα ρόπαλά τους νά μέ κτυπήσουν καί ρίξουν κάτω.
'Εγώ εἶχα μαζί μου τό Βιβλίο τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου καί εἶπα: «'Αφῆστε με λίγο, διότι ἔχω ἕνα κείμενο νά διαβάσω στήν Κυρία Θεοτόκο!» Τήν ἴδια στιγμή εἶχαν ἐξαφανισθῆ τά πάντα. Δέν εἶδα οὔτε ἅρμα οὔτε κανέναν. . . καί ἐπέστρεψα στήν καλύβα μου».
'Ο πατήρ Κλεόπας καθημερινά ἐδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας. Κάποια ἡμέρα, ὅταν ἄνοιξε τό βιβλίο νά διαβάση, αἰσθάνθηκε μία ὡραία εὐωδία σάν κρῖνο καί τριαντάφυλλο. Τότε προσευχήθηκε στόν Κύριο νά τόν διαφυλάξη ἀπό τυχόν παγίδες τοῦ πονηροῦ καί, ἐάν δέν εἶναι ἀπό τόν Θεό αὐτή ἡ εὐωδία νά τήν ἀπομακρύνη. ῎Ελεγε ὅτι αὐτή ἡ εὐωδία ἴσως νά ἦτο ἀπάτη τῶν δαιμόνων γιά νά τόν ρίξουν στήν ὑπερηφάνεια. Διότι ἔλεγε συχνά ὁ π. Κλεόπας:«῞Οταν προσεύχεσαι μή δέχεσαι  τήν παραμικρή αἴσθησι εὐωδίας ἤ κάποια αἰσθητή ὡραία ἐμπειρία, διότι τότε, μποροῦν νά παρουσιασθοῦν οἱ δράκοντες καί θά σέ ρίξουν στήν ὑπερηφάνεια». ῞Οταν ἄρχισε πάλι τήν ἀνάγνωσι τοῦ 'Ακαθίστου ῞Υμνου, δέν αἰσθάνθηκε πάλι αὐτό τό ἄρωμα. ῎Ισως ὅμως καί νά προερχόταν κι ἀπό τήν Χάρι τῆς Παναγίας μας. Γι'αὐτό, τέτοια φαινόμενα, ὀφείλουμε νά τά ἐξομολογούμεθα στόν Γέροντά μας. Αὐτός μέ πολλή προσευχή καί χωρίς βιασύνη θά μᾶς εἰπῆ τί ἀκριβῶς συμβαίνει.
Μετά ἀπό ἕξι μῆνες παραμονῆς στά βουνά, ὁ π. Κλεόπας ἐπέστρεψε στήν Συχαστρία πρός μεγάλη χαρά ὅλων, τόσο τῶν μοναχῶν, ὅσο καί τῶν εὐλαβῶν Χριστιανῶν.
Μετά ἀπό 40 χρόνια ὁ π. Κλεόπας μαζί μέ δύο ὑποτακτικούς του, ξεκίνησαν γιά τό δάσος νά ἀναζητήσουν τήν σπηλιά στήν ὁποία ἔμενε τό ἔτος 1948. 'Εξερεύνησαν σιγά-σιγά ἐκείνους τούς τόπους, ὅπου ὁ ἴδιος ἀσκήτευσε, ἀλλά δέν ἠμπόρεσαν νά εὕρουν τήν τοποθεσία. Μετά ἐπῆγαν μακρύτερα. ῞Οταν ἐπέστρεφαν ὄντες κουρασμένοι, σταμάτησαν στήν ἄκρη μιᾶς χαράδρας γιά νά γευθοῦν κάτι.
Τήν ὥρα πού ἔτρωγαν, ὁ π. Κλεόπας παρετήρησε ὅτι ἐκάθοντο ἀκριβῶς ἐπάνω στόν τόπο τῆς ὑπογείου καλύβας του. *Ητο ὅμως κατεστραμμένη. 'Ημποροῦσαν ὅμως νά ἰδοῦν κομμάτια ἀπό τήν ξυλεία, σίδερα καί σανίδια. 'Ο Πατήρ ἦτο πολύ χαρούμενος διότι εὑρῆκε τήν σπηλιά, στήν ὁποία ἔμεινε στήν νεότητά του καί εἶπε: «'Ιδού ἕνα ἀληθινό θαῦμα! ῞Οταν εἴπαμε ὅτι ματαίως ἐδῶ κοπιάσαμε ὁ Κύριος μᾶς χαροποίησε μέ τήν ἀνακάλυψι τῆς καλύβας μου!» Κατόπιν, δοξάζοντας τόν Θεό, ἐπέστρεψαν στό Μοναστήρι.

Μετάφρασις-ἐπιμέλεια ὑπό Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω
1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου