Σελίδες

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Οἱ ἑπτά νέοι παῖδες ἀπό τήν Ἔφεσο. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ


Οἱ ἑπτά νέοι παῖδες ἀπό τήν Ἔφεσο
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ὁ Σωτήρας μας Χριστός εἶπε στό Εὐαγγέλιο: «Αὐτός ὁ ὁποῖος πιστεύει σέ Μένα, κι ἄν ἀκόμη πεθάνη, θά ζήση». Δηλαδή, κάποιος πού πεθαίνει στό σῶμα, δέν σημαίνει ὅτι πεθαίνει καί ἡ ψυχή του.
Αὐτή τήν ἀλήθεια ἐκήρυξε δυνατά καί ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Ἀδελφοί, γι᾿ αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἀπέθαναν, δέν θέλω νά τούς ἀγνοῆτε, γιά νά μή λυπῆσθε ὅπως οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐλπίδα».
 Ποιοί εἶναι αὐτοί πού δέν ἔχουν ἐλπίδα; Εἶναι αὐτοί πού πιστεύουν ὅτι μαζί μέ τό σῶμα πεθαίνει καί ἡ ψυχή καί ὅτι οὐδέποτε θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί τους καθώς συμβαίνει καί μέ τούς εἰδωλολάτρες καί ὅλους τούς λαούς, πού δέν πιστεύουν στόν Χριστό καί στήν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν.
Ἐμεῖς ὅμως πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστός ἀπέθανε καί ἀναστήθηκε.
Ὁμοίως πιστεύουμε ὅτι «ὁ Θεός αὐτούς πού ἐκοιμήθησαν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ, θά τούς φέρει (στήν κοινή Ἀνάστασι) μαζί Του.
Διότι, ἐάν ἀποθάναμε μαζί μέ τόν Χριστό πιστεύουμε ὅτι καί θά ζήσουμε μαζί Του».
Ἔτσι λοιπόν καθαρώτερα μᾶς φανερώνονται αὐτές οἱ μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅτι αὐτοί πού πεθαίνουν ἔχοντας τήν πίστι στόν Χριστό, δέν εἶναι «νεκροί», ὅπως δέν μποροῦμε νά εἰποῦμε σ᾿ἕνα ἄνθρωπο πού κοιμᾶται, ὅτι εἶναι νεκρός.
 Ἔτσι, κι αὐτοί πού κοιμήθηκαν ἐν Χριστῶ, δέν ἠμποροῦμε νά εἰποῦμε ὅτι εἶναι νεκροί, ἀλλά κοιμισμένοι. Αὐτοί, κατά τήν τελική Κρίσι, θ᾿ἀναστηθοῦν καί ὁ Χριστός θά ὁμολογήση ἐνώπιον τοῦ Πατρός γιά τήν ἀληθινή πίστι καί γιά τά καλά τους ἔργα. Ἔτσι ἐκοιμήθησαν ἑκατομμύρια ἅγιοι κιαί μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν καί ὡμολόγησαν τόν Χριστό καί οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι νεκροί, ἀλλά κοιμηθέντες ἐν Χριστῶ μέχρι τήν κοινή ἀνάστασι.
Καί τώρα θά φέρουμε ἀπό τούς Βίους τῶν Ἁγίων μία ἱερά καί ἀληθινή ἱστορία διά τῆς ὁποίας ὁ Θεός μᾶς ἔδειξε κατά τρόπο θαυμαστό τήν σωματική ἀνάστασι αὐτῶν πού ἐκοιμήθησαν ἐν Χριστῶ.


Ὅταν ὁ εἰδωλολάτρης βασιλεύς Δέκιος εἶχε στήν ἐξουσία του τά σκῆπτρα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας (249-251), ἐπῆγε στήν πόλι Καρταγίνα τῆς Ἐφέσου, κυριευμένος ἀπό πολύ μῖσος  ἐναντίον τῶν ἐκεῖ χριστιανῶν.
Τότε ὅλα τά πλήθη τῶν ἀνθρώπων συγκεντρώνοντο μέ τήν ἐντολή του στήν πόλι Ἔφεσο, γιά νά προσφέρουν θυσία στούς ψεύτικους θεούς τους. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εὑρισκόταν ἐν διωγμῶ, ὥστε πολλοί δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, κληρικοί καί λαϊκοί, ἐκρύβοντο ὁ καθένας ὅπου μποροῦσε, φοβούμενοι τά τρομερά βασανιστήρια. Ἐνῶ ὁ βασιλεύς, σκοτισμένος στόν νοῦ, ἔβαλε τά εἴδωλα στό μέσον τῆς πόλεως καί προσέφερε ἀκάθαρτες θυσίες.
Πρῶτα διέταξε τούς ἀνωτέρους καί μεγαλυτέρους τῆς πόλεως μαζί μέ τόν ἴδιον νά προσφέρουν θυσία στούς θεούς. Ἔτσι ποτίσθηκε τό χῶμα ἀπό τό αἷμα τῶν σφαγιασθέντων ζώων, ἐνῶ ὁ καπνός καί ἡ κνίσα ἀπό τίς θυσίες ἐγέμιζαν τόν ἀέρα.
Τήν τρίτη ἡμέρα, ὁ βασιλεύς διέταξε νά συλάβουν ὅλους τούς χριστιανούς καί νά τούς ἀναγκάσουν νά θυσιάσουν στούς θεούς. Ἔτσι οἱ χριστιανοί ἀναζητοῦντο παντοῦ.
Καί ἐξήρχοντο διά τῆς βίας ἀπό τά σπίτια τους, ἀπό τίς σπηλιές καί ἀπό τά κατώγεια μέ ἀτιμία καί μέ τήν ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅπου τό μέγα πλῆθος τοῦ λαοῦ γιά νά προσφέρουν θυσία στά εἴδωλα.
 Ὅσοι ἀπό τούς χριστιανούς ἦταν μικρόψυχοι καί ἐφοβοῦντο τά βάσανα, ἔπεφταν ἀπό τήν πίστι καί προσκυνοῦσαν τά εἴδωλα ἐνώπιον τοῦ λαοῦ.

Ἀκούοντας ἤ βλέποντας οἱ ἄλλοι χριστιανοί αὐτή τήν πτῶσι τῶν Ἀδελφῶν τους, ἔκλαιγαν καί ἐλυποῦντο. Αὐτοί πού ἦταν δυνατοί στήν πίστι καί μεγάλοι στήν καρδιά, ἐπήγαιναν χωρίς φόβο σέ ὅλα τά βάσανα, ὑπομένοντας διαφόρους θανάτους μένοντας μέ ἀνδρεία κοντά στόν Κύριο καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
Καί ἦταν πολλοί οἱ βασανιζόμενοι, ἀπό τά σώματα τῶν ὁποίων ἔτρεχε ποτάμι τό αἷμα καί βαφόταν τό χῶμα.
Κατόπιν τά σώματα τῶν φονευθέντων καί βασανισθέντων  ἐρίχνοντο ἄλλα σέ σκουπιδότοπους, ἄλλα δίπλα στούς δρόμους, ἄλλα τά κρεμοῦσαν μέ σχοινιά ἀπό τούς τοίχους τῆς πόλεως, ἐνῶ τά κεφάλια τους τά ἔβαζαν μπροστά καί πάνω ἀπό τίς πόρτες τῶν τειχῶν τῶν πόλεων-φρουρίων.
Ἔτσι τά ἔτρωγαν τά ἁρπακτικά πτηνά πού πετοῦσαν πάνω ἀπό τό φρούριο.
 Οἱ κρυφοί χριστιανοί ἐστενοχωροῦντο, διότι δέν ἠμποροῦσαν νά πάρουν καί θάψουν τά σώματα τῶν μαρτύρων, διότι πολλά εἶχαν καταφαγωθῆ ἀπό τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ. Καί παρεκάλουν μέ πόνο τόν Θεό ὑψώνοντας τά χέρια τους νά λυτρωθῆ ἡ Ἐκκλησία ἀπ᾿ αὐτούς τούς διωγμούς.
Τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν στήν Ἔφεσο ἑπτά νέοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευαν στόν Χριστό καί ἦταν βαπτισμένοι. Ὑπηρετοῦσαν στόν ρωμαϊκό στρατό καί ἔμεναν μακριά ἀπό τέτοιες θρησκευτικές τελετές, διότι τίς ἀήδιαζαν. Δέν ἤθελαν νά βλέπουν ἀνθρώπους νά προσκυνοῦν τόν διάβολο ἀντί τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Ἦταν ρωμαῖοι πολίτες ἔνδοξοι στόν κόσμο καί ἀξιοτίμητοι. Τά ὀνόματά τους ἦταν: Μαξιμιλιανός, Ἰάλβλιχος, Μαρτινιανός, Ἰωάννης, Διονύσιος, Ἐξακουστωδιανός καί Ἀντώνιος.
Ἦταν γεννημένοι ἀπό διαφορετικούς γονεῖς, ἀλλά ἦταν μία ψυχή λόγῳ τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης τους στόν Χριστό. Ζοῦσαν μαζί μέ προσευχή, νηστεία καί διαφύλαξι τοῦ νοῦ ἀπό κακούς λογισμούς.
Βλέποντας κάθε ἡμέρα τί διωγμούς καί βάσανα προξενοῦσαν οἱ εἰδωλολάτρες πρός τούς χριστιανούς, πονοῦσαν στήν ψυχή τους, ἐστέναζαν καί ἔκλαιγαν.
Ἰδιαίτερα, ὅταν ὁ βασιλεύς μέ ὅλους σχεδόν τούς ἀνθρώπους ἐπήγαιναν γιά θυσία στούς θεούς τους, οἱ χριστιανοί ἐδιώκοντο καί μπαίνοντες στίς χριστιανικές ἐκκλησίες τους, ἔπεφταν κάτω στό ἔδαφος καί παρακαλοῦσαν τόν Χριστό νά τούς βοηθήση. Ἀκόμη ἔβαζαν χῶμα στό κεφάλι τους καί προσηύχοντο μέ στεναγμούς.
Μάλιστα ἐκεῖνον τόν  καιρό ὁ καθένας ἐπρόδιδε τόν φίλο του, ἐάν ἦταν χριστιανός. Τότε ἀδελφός ὡδηγοῦσε ἀδελφόν στόν θάνατο, πατέρας τόν γυιό του καί γυιός τόν πατέρα καί κανείς δέν ἔκρυβε τόν πλησίον του, ἔστω καί νά τόν ἔβλεπε γονατιστόν νά προσεύχεται στόν Χριστό.
Μερικοί στρατιῶτες τοῦ βασιλέως ψάχνοντας νά εὕρουν αὐτούς πού δέν ἤθελαν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, ἄκουσαν ὅτι ὑπάρχουν καί ἑπτά νέοι, πού βγῆκαν ἀπό τήν ἐκκλησία τους, ὅπου προσηύχοντο. Ἐπῆγαν στόν τύραννο καί τοῦ εἶπαν:
-Βασιλεῦ, εἴθε νά ζῆς στούς αἰῶνες! Καλεῖς αὐτούς πού εἶναι μακριά καί τούς ἀναγκάζεις νά θυσιάζουν, ἀλλ᾿ ὅμως ὑπάρχουν δίπλα σου καί ἄλλοι πού ἀδιαφοροῦν γιά τά προστάγματά σου, τά περιγελοῦν καί κρατοῦν γερά τήν χριστιανική τους πίστι.
Ὁ βασιλεύς γέμισε ἀπό ὀργή καί τούς ἐρώτησε:
-Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἐναντιωθῆ στίς βασιλικές μου διαταγές;
-Καί οἱ κατάσκοποι εἶπαν: Ὁ Μαξιμιλιανός εἶναι γυιός τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐπαρχίας καί ἄλλοι ἕξι ἄρχοντες τῆς πόλεως, ἀξιοτίμητοι στόν ρωμαϊκό στρατό.
Τότε ἀμέσως ὁ βασιλεύς ἔδωσε ἐντολή νά συληφθοῦν καί νά σταθοῦν δεμένοι μέ ἁλυσίδες ἐνώπιόν του. Ἔτσι συνελήφθησαν καί ὡδηγήθηκαν οἱ νεαροί ἐνώπιόν του. Ὁ τύραννος τούς ἐρώτησε:
-Γιατί δέν εἴσασταν μαζί μας στήν γιορτή τῶν θεῶν μας, ὅπου προσκλήθηκαν ὅλοι οἱ λαοί τῆς βασιλείας μας στήν προσκύνησι τῶν θεῶν μας;  Λοιπόν, πλησιάστε τώρα νά προσφέρετε τήν θυσία σας, ἔστω κι ἄν δέν ἤλθατε μόνοι σας.
Τοῦ ἀπήντησε τά ἑξῆς ὁ ἅγιος Μαξιμιλιανός:
-Ἐμεῖς πιστεύουμε στόν Ἕνα Θεόν τόν Βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, τοῦ Ὁποίου μεγάλη εἶναι ἡ δόξα στόν οὐρανό καί στήν γῆ. Σ᾿ Αὐτόν προσφέρουμε θυσία τήν ὁμολογία μας καί τίς προσευχές μας κάθε ὥρα καί στιγμή. Ἀλλά τέτοιες ἀκάθαρτες θυσίες στά εἴδωλά σας δέν προσφέρουμε γιά νά μή μολυνθοῦνε οἱ ψυχές μας.
Ἀκούοντας αὐτά ὁ βασιλεύς, διέταξε νά τούς βγάλουν τίς στρατιωτικές τους ζῶνες, πού ἦταν γι᾿ αὐτούς σημεῖο τιμῆς καί δόξης, λέγοντας ὅτι εἶναι ἀνάξιοι νά εἶναι βασιλικοί στρατιῶτες, διότι ἀρνοῦνται τά προστάγματα τῶν θεῶν μας καί τοῦ βασιλέως. Ἀλλά βλέποντας καί τήν καλωσύνη τῶν μορφῶν τῶν νέων, τούς εἶπε:
-Δέν εἶναι ὀρθόν νά χαθῆ αὐτή ἡ νεότης σας μέ τά βάσανα. Λοιπόν, ὄμορφοι νέοι μου, σᾶς δίνω προθεσμία νά σκεφθῆτε. Προτιμῆσθε τό συμφέρον σας καί προσκυνᾶτε στούς θεούς μας καί μετά θά εἶσθε ἐλεύθεροι στἠν ζωή σας.
Λέγοντάς τους αὐτά, διέταξε νά τούς λύσουν τίς ἁλυσίδες καί τούς ἄφησε ἐλεύθερους μέχρι τῆς προθεσμίας πού τούς εἶπε. Ὁ ἴδιος ἐπῆγε σέ ἄλλη πόλι γιά νά ἐπιστρέψη καί πάλι στήν Ἔφεσο.
Οἱ ἑπτά νέοι συνωμίλησαν μεταξύ τους καί ἀπεφάσισαν: Νά φύγουμε ἀπ᾿ αὐτή τήν πόλι μέχρις ὅτου ἐπιστρέψει ὁ βασιλεύς καί νά εἰσέλθουμε σέ μιά μεγάλη σπηλιά, πού εἶναι στά μέρη πρός ἀνατολικά τῆς πόλεως.
Ἐπῆραν χρήματα μαζί τους, ἀγόρασαν ψωμί γιά τόν δρόμο τους καί σέ λίγες ἡμέρες ἀνέβηκαν στό βουνό πού λέγεται Ὄχλον. Ἐκεῖ μπῆκαν μέσα σέ μιά σπηλιά. Ἔμειναν ἐκεῖ πολλές ἡμέρες, δοξάζοντας ἀκατάπαυστα τόν Θεό καί προσευχόμενοι γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους καί νά τούς βοηθήση στήν ὁμολογία τοῦ παναγίου Ὀνόματός Του. Ἔτσι θά ἠμποροῦν χωρίς φόβο νά σταθοῦν μπροστά στόν τύραννο καί νά ὑπομείνουν μέ ἀνδρεία τά βάσανά τους γιά νά κερδίσουν ἀπό τόν Κύριο τόν στέφανο τῆς νίκης.
Ὁ Ἰάμβλιχος, ὁ νεώτερος ἀπό ὅλους, πού εἶχε καί τό διακόνημα, θά ἐλέγαμε νά φροντίζη γιά τά τροφή τῶν ἄλλων, τούς ἐπρότεινε νά πάη στήν πόλι καί ν᾿ ἀγοράση τρόφιμα. Πράγματι ἐπῆγε στήν πόλι. Πρίν ξεκινήση, ἄλλαξε τά ροῦχα του μέ ἁπλᾶ χωριάτικα γιά νά μή γνωρισθῆ ὅτι εἶναι στρατιώτης τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ.
Ἕνα μέρος ἀπό τά χρήματα ἐμοίρασε στούς πτωχούς καί μέ τά ὑπόλοιπα ἀγόρασε τρόφιμα. Ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ ἐρώτησε νά μάθη πότε θά ἔλθη ὁ βασιλεύς ἀπό τήν ἄλλη πόλι. Τοῦ εἶπαν ὅτι ἐπέστρεψε καί τήν δεύτερη ἡμέρα εἶχε διατάξει νά γίνη θυσία στούς θεούς.
Μάλιστα ἀναζητοῦσε καί τούς ἑπτά νέους πού τούς εἶχε ἀφήσει προσωρινά ἐλεύθερους ν᾿ἀποφασίσουν τί θά κάνουν.
Τότε ὁ Ἰάμβλιχος φοβήθηκε πάρα πολύ καί ἔτρεξε ἀμέσως στήν σπηλιά, στούς φίλους του καί τούς ἔφερε λίγο ψωμί. Τούς εἶπε ὅλα, ὅσα γίνονται στήν πόλι καί ὅτι καταζητοῦνται ἀπό τόν βασιλέα.
Ἀκούοντας τά λόγια του ὅλοι ἐγέμισαν ἀπό φόβο καί πέφτοντας μέ τά πρόσωπά τους στήν γῆ, μέ δάκρυα καί στεναγμούς παρακαλοῦσαν τόν Θεό ἐμπιστευόμενοι τήν ζωή τους στήν βοήθειά Του καί στό ἔλεός Του. Μετά ὁ Ἰάμβλιχος σηκώθηκε καί ἑτοίμασε φαγητό, ψωμί καί ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπό τό βράδυ.
Ἔφαγαν ὅλοι καί ἐνισχύθηκαν σωματικά γιά νά εἶναι ἕτοιμοι γιά τά βασανιστήρια. Κατόπιν συζήτησαν μεταξύ τους ἐνισχύοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον γιά νά ὑπομείνουν ἀνδρείως τά παθήματά τους γιά τόν Χριστόν. Μετά εὐχαρίστησαν καί ἐδόξασαν τόν Θεό καί ἀποκοιμήθηκαν λίγο. Λόγῳ τῆς τρομάρας καί ἀγωνίας πού εἶχαν στήν ψυχή τους, κουρασμένοι ἔπεσαν  νά κοιμηθοῦν μέσα στήν σπηλιά τους.
Ἀλλά ὁ Ἐλεήμων καί Φιλάνθρωπος Θεός, ὁ Ὁποῖος κάνει τό πᾶν γιά τό ὄφελος τῆς Ἐκκλησίας Του καί φροντίζει γιά τούς ἐκλεκτούς δούλους Του, διέταξε  αὐτούς τούς νέους νά κοιμηθοῦν μ᾿ ἕνα παράξενο καί θαυμαστό ὕπνο. Ἤθελε νά κάνη δι᾿ αὐτῶν στό μέλλον ἕνα μεγάλο θαῦμα καί νά πιστεύσουν αὐτοί πού ἀπιστοῦσαν γιά τήν  ἀνάστασι τῶν νεκρῶν.
Γι᾿ αὐτό αὐτοί οἱ νέοι ἐκοιμήθηκαν μέ τόν ὕπνο τοῦ θανάτου.
 Οἱ ψυχές τους εἶχαν δοθῆ στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τά σώματά τους, ἔτσι ὅπως ἀποκοιμήθηκαν, ἔμειναν μέσα στήν σπηλιά ἀδιάφθορα καί ἀναλλοίωτα.
Τήν δεύτερη ἡμέρα ὁ βασιλεύς ἀναζητοῦσε αὐτούς τούς νέους καί μή γνωρίζοντας ποῦ κρύβονται, εἶπε στούς αὐλικούς του:
-Αἰσθάνομαι καλωσύνη γι᾿ αὐτούς τούς ἑπτά νέους, διότι εἶναι ἀπό ἔνδοξο γένος καί πολύ ὡραῖοι στήν ὄψι. Νομίζω, ἐπειδή φοβήθηκαν τήν ὀργή μας, ἔφυγαν καί κἄπου κρύφθηκαν. Ἀλλά ἡ πατρική μας καρδιά εἶναι ἕτοιμη νά τούς παρηγορήση καί, ἐάν μετανοήσουν, θά ἐπιστρέψουν ὁριστικά στούς θεούς μας.
Ἕνας ἀπό τούς αὐλικούς του, τοῦ εἶπε:
-Μή λυπῆσαι, ὑπερβολικά, ὦ βασιλεῦ, γιά τούς νέους αὐτούς πού εἶναι ἐναντίον σου καί ἐναντίον τῶν θεῶν μας, διότι ἄκουσα ὅτι δέν ἐμετανόησαν, ἀλλά ἔγιναν πιό βλάσφημοι πρός τούς θεούς μας. Ἐμοίρασαν πολύ χρυσό καί ἄργυρο στούς πτωχούς γυρίζοντας στά δρομάκια τῆς πόλεως καί μετά ἔγιναν ἄφαντοι. Ἐάν θέλης νά καλέσουμε τούς γονεῖς τους καί μέ λίγα βάσανα πού θά τούς δώσουμε θά τούς ἀναγκάσουμε νά μᾶς εἰποῦν ποῦ εἶναι τά παιδιά τους.
Τότε ὁ βασιλεύς διέταξε ἀμέσως νά ἀνευρεθοῦν καί ἔλθουν ἐνώπιόν του οἱ γονεῖς τους. Ὅταν ἦλθαν, τούς εἶπε:
-Ποῦ εἶναι τά παιδιά σας, ὦ ὑβριστές τῶν θεῶν μας; Πέστε μας τήν ἀλήθεια, διότι θά διατάξω ἀντί αὐτῶν νά χαθῆτε ἐσεῖς. Σίγουρα τούς ἐδώσατε χρήματα καί τούς ἐστείλατε κἄπου γιά νά μήν ἔλθουν πάλιν πλέον ἐνώπιόν μου.
Οἱ γονεῖς τοῦ ἀπήντησαν:
-Ὦ Βασιλεῦ, ἐπικαλούμεθα τήν ἐπιείκιά σου, ἄκουσέ μας χωρίς νά ὀργίζεσαι. Ἐμεῖς δέν εἴμεθα ἐναντίον τῆς βασιλείας σου καί τίς ἐντολές σου δέν περιφρονοῦμε, οὔτε παύουμε νά προσφέρουμε θυσία στούς θεούς μας. Γιατί λοιπόν ν᾿ ἀποθάνουμε; Ἐάν τά παιδιά μας ἐπανεστάτησαν, δέν τά ἐδιδάξαμε ἐμεῖς νά κάνουν αὐτά, οὔτε τούς ἐδώσαμε χρυσό καί ἄργυρο, ἀλλά μόνοι τους παίρνοντας στά κρυφά χρήματα ἀπό ἐμᾶς, ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τούς ἄλλους καί φεύγοντας σ᾿ ἕνα βουνό κρύφθηκαν μέσα σέ μιά μεγάλη σπηλιά.
Ἀκούοντας αὐτά ὁ βασιλιᾶς διέταξε νά κτίσουν μέ πέτρες τήν σπηλιά, λέγοντας:
-Ἐπειδή δέν μετενόησαν καί δέν ἐπιστρέφουν στούς θεούς μας καί δέν δέχονται νά σταθοῦν μπροστά μας, διατάζω νά χαθοῦν μέσα στήν σπηλιά πεθαίνοντας ἀπό τήν πεῖνα καί τήν δίψα μέσα στό σκοτάδι τῆς σπηλιᾶς.
Βέβαια ὁ βασιλεύς καί οἱ αὐλικοί του δέν ἤξεραν ὅτι αὐτοί οἱ νέοι εἶχαν κοιμηθῆ ἐν Κυρίῳ καί ἐνόμιζαν ὅτι ἦταν ζωντανοί.
Ἀφοῦ ἐργάτες τοῦ βασιλέως ἔκτισαν μέ πέτρες τήν πόρτα της σπηλιᾶς, δύο χριστιανοί, ὑπηρέτες τοῦ βασιλέως ἔγραψαν σέ μία πλάκα μυστικά τό πάθος καί τά ὀνόματα αὐτῶν τῶν μαρτύρων σέ μία χάλκινη ἐπιγραφή.
Κατόπιν εἶπαν οἱ χριστιανοί μεταξύ τους: «Μπορεῖ κἄποτε, ἐάν θέλη ὁ Θεός νά ἐπισκεφθῆ τούς δούλους Του, πρίν ἀπό τήν μέλλουσα ἀνάστασι πάντων, ν᾿ ἀνοιχθῆ ἡ σπηλιά καί νά εὑρεθοῦν τά λείψανά τους. Τότε οἱ ἄνθρωποι θά γνωρίσουν τά ὀνόματά τους ἀπ᾿ αὐτή τήν ἐπιγραφή καί θά μάθουν ὅτι ἀπέθαναν ἀπό τήν πεῖνα γιά τόν Χριστόν μέσα σ᾿ αὐτή τήν κτισμένη σπηλιά.
Καί μετά ἀπό πολύ καιρό ἀπέθανε ὁ βασιλεύς Δέκιος καί μετά ἀπ᾿ αὐτόν ἐβασίλευσαν ἄλλοι βασιλεῖς, διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πού χάθηκαν κι αὐτοί στόν καιρό τους. Καί μετά ἀπό 200 περίπου χρόνια ἐβασίλευσε ὁ πιστός βασιλεύς Θεοδόσιος ὁ Μικρός στήν Κωνσταντινούπολι (408-450). Τότε ἐμφανίσθηκαν μερικοί αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἐπίστευαν στήν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν. Ὄχι μόνο λαϊκοί, ἀλλά καί μερικοί ἐπίσκοποι εἶχαν πέσει σ᾿ αὐτή τήν πλάνη.
Μερικοί ἀπό τούς αἱρετικούς ἔλεγαν ὅτι μετά τόν θάνατο δέν θά ὑπάρχη στούς ἀνθρώπους κανένα εἶδος παρηγορίας τους, διότι πεθαίνει τό σῶμα, πεθαίνει καί ἡ ψυχή καί τά δύο αὐτά ἐκμηδενίζονται. Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι μόνο τά σώματα στόν τάφο φθείρονται καί χάνονται, ἐνῶ οἱ ψυχές θά λάβουν τόν μισθό τους, χωρίς τά σώματα ποτέ νά ἀναστηθοῦν. Διότι, ἐρωτοῦσαν πῶς θά ἠμπορέσουν τά σώματα ν᾿ ἀναστηθοῦν, ἀφοῦ εἶναι χιλιάδες χρόνια πεθαμένα καί οἱ σάρκες τους λειωμένες; Αὐτές εἶναι αἱρετικές διδασκαλίες, διότι αὐτοί οἱ αἱρετικοί δέν πιστεύουν στόν λόγο τοῦ Κυρίου πού λέγει στό Εὐαγγέλιο ὅτι «οἱ νεκροί θ᾿ἀκούσουν τήν φωνή τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί ὅσοι τήν ἀκούσουν θ᾿ἀναστηθοῦν..». Ἀκόμη λέγει σέ μιά προφητεία του ὁ προφήτης Δανιήλ: «Αὐτοί πού κοιμοῦνται στό χῶμα τῆς γῆς θά σηκωθοῦν, μερικοί γιά τήν αἰώνια ζωή, ἐνῶ ἄλλοι γιά νά κατακριθοῦν καί ἐντροπιασθοῦν αἰώνια».
 Ἀκόμη μᾶς λέγει ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ διά τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ: «Ἰδού, ἐγώ θ᾿ἀνοίξω τόν τάφο σας καί θά σᾶς ἀναστήσω ἀπό τά μνήματά σας, ἐσᾶς τόν λαόν μου».
Χωρίς νά γνωρίζουν τήν ἀληθινή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἐπροκάλεσαν πολλή ταραχή. Καί ὁ βασιλεύς Θεοδόσιος ἦταν πολύ ὀργισμένος, βλέποντας ἀναστάτωσι στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Παρεκάλεσε τόν Θεό μέ νηστεία καί δάκρυα σάν Ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας Του πού εἶναι, νά ἐπιφέρη τήν εἰρήνην ἀνάμεσα στούς πιστούς. Καί ὁ Πολυέλεος Κύριος, ὁ Ὁποῖος δέν θέλει νά πλανηθῆ κανένας ἀπό τήν ἀληθινή πίστι καί νά χαθῆ, ἄκουσε τήν προσευχή τοῦ βασιλέως καί τούς στεναγμούς καί τά δάκρυα τῶν χριστιανῶν του καί ἀπεκάλυψε σέ ὅλους μέγα μυστήριο μέ τό νά ἀποδεικνύεται ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν καί ἡ αἰώνιος ζωή. Αὐτό τό μυστήριο ἀποκαλύφθηκε κατά τόν ἑξῆς τρόπο:
Ἕνας ἄνδρας, ὀνόματι Ἀδόλιος, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἰδιοκτήτης τοῦ βουνοῦ, ὅπου ἦταν ἡ σπηλιά ἐκείνη πού εἶχε μέσα φυλακισμένους τούς ἑπτά νέους, εἶχε ἕνα πρόγραμμα. Εἶχε κτίσει ἐκεῖ κοντά τήν ἀγροκατοικία του καί ἤθελε κατόπιν νά κτίση καί ἕνα σταῦλο γιά τά πρόβατά του. Οἱ ἐργάτες του ξεκίνησαν τά θεμέλια καί ἔπαιρναν πέτρες ἀπ᾿ αὐτές πού ἦταν κοντά στό στόμιο τῆς σπηλιᾶς. Μάλιστα χωρίς νά ξέρουν ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχε σπηλιά, ἔπαιρναν πέτρες καί ἀπό τό στόμιό της. Τότε διεπίστωσαν ὅτι φάνηκε τό ἄνοιγμα μιᾶς μεγάλης σπηλιᾶς.
Ἐκεῖνον τόν καιρό ὁ Κυριός μας Ἰησοῦς Χριστός, πού ἀνέστησε τόν φίλο Του Λάζαρο μετά άπό τέσσαρεις ἡμέρες, ἀνέστησε κι αὐτούς τούς ἑπτά νέους, ἀφοῦ εἶχαν κοιμηθῆ 192 χρόνια. Τούς ἀνέστησε μέ τήν θεία Του δύναμι καί ἐξουσία πού ἔχει ἐπάνω στίν  θάνατο. Οἱ νέοι ἐξύπνησαν καί ἐδόξασαν τόν Θεό, χωρίς νά γνωρίζουν ὅτι ἐκοιμήθησαν 192 χρόνια.
Ἐνόμισαν ὅτι ἐκοιμήθηκαν μόνο μία νύκτα.  Τά ροῦχα τους ἦταν ἀνέπαφα ἀπό τόν χρόνο, τά σώματά τους ἀδιάφθορα, ἀκόμη καί οἱ μορφές του ἦταν φωτεινές μέ ὑγεία καί νεανική λαμπρότητα.
Ἐκάθισαν καί συζητοῦσαν γιά τήν ὀργή τοῦ βασιλέως καί γιά τόν διωγμό πού συνέχιζε κατά τῶν χριστιανῶν. Ἐθεωροῦσαν ὅτι εἶναι ὁ Δέκιος πρίν περίπου 200 χρόνια, ὁ βασιλεύς καί ὁ διώκτης τῶν χριστιανῶν.
Καί κυττάζοντας πρός τόν νεώτερον, τόν Ἰάμβλιχον, τόν ἐρώτησαν ἐάν ἄκουσε κάτι στήν πόλι γιά νά τούς τό κοινοποιήση. Καί ὁ Ἰάμβλιχος τούς ἀπήντησε:
-Αὐτά πού σᾶς εἶπα χθές τό βράδυ θά σᾶς τά ὑπενθυμίσω καί τώρα. Ὁ βασιλεύς διέταξε σήμερα ὅλοι οἱ πολίτες νά εἶναι ἕτοιμοι γιά νά θυσιάσουν. Ὅσον ἀφορᾶ γιά ἐμᾶς, διέταξε νά μᾶς ἀναζητήσουν, ὥστε μαζί μέ ὅλους ἐνώπιόν του νά προσφέρουμε τήν θυσία. Ἐάν ἀρνηθοῦμε, θά μᾶς βασανίσουν.
Τότε ὁ Μαξιμιλιανός εἶπε ἐνώπιον ὅλων:
-Ἀδελφοί, νά εἴμεθα ἕτοιμοι νά ἐξέλθουμε γιά νά μᾶς ἰδοῦν καί νά σταθοῦμε μέ ἀνδρεία ἐνώπιον τοῦ Δεκίου. Γιατί νά στεκώμεθα ἐδῶ σάν κάτι φοβισμένες γυναικοῦλες;

 Νά ἐξέλθουμε καί χωρίς φόβο νά ὁμολογήσουμε ἐνώπιον τοῦ ἐπιγείου βασιλέως τόν οὐράνιο Βασιλέα, τόν ἀληθινό Θεό μας, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί γιά τήν ἀγάπη Του νά ὑπομείνουμε μέχρι θανάτου!  Νά δώσουμε τίς ψυχές μας γι᾿ Αὐτόν.
Νά μή φοβηθοῦμε τόν θνητόν αὐτόν τύραννον καί τά πρόσκαιρα βάσανα γιά νά μή χάσουμε τήν αἰώνια ζωή τήν ὁποίαν περιμένουμε ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί σύ, ἀδελφέ Ἰάμβλιχε, φρόντισε νά ἐξασφαλίσης τροφή γιά τήν καθορισμένη ὥρα τοῦ φαγητοῦ μας. Πάρε χρήματα καί πήγαινε στήν πόλι καί ἀγόρασε ψωμί περισσότερο ἀπό ὅ,τι χθές, διότι χθές μᾶς ἔφερες λίγο καί ἐπεινάσαμε.
 Ἀκόμη προσπάθησε νά μάθης τί διέταξε γιά ἐμᾶς ὁ Δέκιος καί γύρισε γρήγορα γιά νά ἐνισχυθοῦμε μέ τήν τροφή καί μετά νά ἐξέλθουμε ἀπ᾿ἐδῶ νά δώσουμε δόξα στόν Χριστό μας μέ τά βάσανά μας, τά ὁποῖα καί θά ὑπομείνουμε μέ τήν βοήθειά Του.
Ἔτσι, ὁ Ἰάμβλιχος ἐπῆρε χρήματα καί ἐπῆγε στήν πόλι πολύ πρωΐ, ὅταν ἄρχισε κιόλας νά ξημερώνη.
Ἀφοῦ ἐξῆλθε ἀπό τήν σπηλιά ὁ Ἰάμβλιχος, εἶδε τίς πέτρες νά ἔχουν πέσει κάτω καί ἀπόρησε. Καί σκεπτόταν μόνος του καί ἔλεγε μέ τόν ἑαυτό του:
-Τί εἶναι αὐτά καί πότε τά ἔβαλαν; Διότι τό βράδυ δέν ἦταν αὐτές οἱ πέτρες:
Κατεβαίνοντας ἀπό τό βουνό, ἐπήγαινε μέ πολύ φόβο μέσα στήν πόλι, μήπως κάποιος τόν γνωρίσει καί τόν καταγγείλη στόν βασιλέα.

Πλησιάζοντας στίς πύλες τῆς πόλεως καί ὑψώνοντας τά μάτια του ψηλά, εἶδε πάνω ἀπό τήν εἴσοδο τόν Τίμιο Σταυρό, τοποθετημένο κατά ἕνα ὡραῖο τρόπο. Μετά ὁπουδήποτε ἔστρεφε τά μάτια του ἔβλεπε ἄλλα κτίρια καί σπίτια καί ἀποροῦσε.
Μετά ἐπῆγε σέ μία ἄλλη πόρτα τοῦ φρουρίου τῆς πόλεως καί εἶδε καί πάλι τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καί δέν καταλάβαινε τί εἶχε συμβῆ!
Ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε ὅλες τίς πύλες τοῦ φρουρίου καί ἔβλεπε παντοῦ σταυρούς, εὑρισκόταν σέ μεγάλη ἔκπληξι. Κατόπιν, ἐπιστρέφοντας στήν πρώτη πόρτα ἀπό τήν ὁποίαν μπῆκε, ἔλεγε στόν ἑαυτό του:
-Τί εἶναι αὐτά ἐδῶ πέρα! Τό βράδυ δέν ὑπῆρχε πουθενά τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, παρά μόνο στά κρυφά τό φοροῦσαν οἱ χριστιανοί στό στῆθος τους.
 Τώρα ἔχει τοποθετηθῆ ψηλά στίς πόρτες τῆς πόλεως καί στούς τοίχους τοῦ φρουρίου! Βλέπω καλά ἤ βλέπω ὄνειρο! Μήπως αὐτά εἶναι φαντασία μου ἀπό ὄνειρο, πού εἶδα;
Κατόπιν δίνοντας κουράγιο στόν ἑαυτό του, μπῆκε στήν πόλι καί πηγαίνοντας σιγά σιγά, ἄκουσε πολλούς πού μιλοῦσαν γιά τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη ἐξεπλάγη καί ἔλεγε μέ τόν ἑαυτό του:
-Χθές κανείς δέν τολμοῦσε νά καλέση φανερά μέ τό Ὄνομά Του τόν Ἰησοῦ Χριστό καί πῶς τώρα δοξάζεται ἀπό τόσα στόματα ἀνθρώπων; Αὐτή εἶναι ἡ πόλις Ἔφεσος ἤ κάποια ἄλλη, διότι τά ντουβάρια τοῦ τείχου της εἶναι διαφορετικά καί οἱ ἄνθρωποι ντυμένοι μέ ἄλλα ροῦχα!
Πηγαίνοντας λίγο πιό πέρα, ἐρώτησε ἕναν ἄνθρωπο:
-Πῶς ὀνομάζεται αὐτή ἡ πόλις;
-Αὐτή εἶναι ἡ Ἔφεσος.
Ὁ Ἰάμβλιχος δέν ἐπίστευσε καί ἔλεγε μέ τόν λογισμό του:
-Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πλανήθηκα. Δέν πιστεύω ὅτι αὐτή εἶναι ἡ Ἔφεσος. Λοιπόν, ἐμένα μ᾿ἐνδιαφέρει νά πάρω γρήγορα ψωμί γιά νά μή χάσω τά μυαλά μου τελείως ἀπό τήν πλάνη μου.
Πλησιάζοντας ἕναν πωλητή ψωμιοῦ, τοῦ ἐζήτησε ν᾿ἀγοράση καί τοῦ ἔδωσε τά χρήματά του. Ὁ φούρναρης ἐπῆρε τά χρήματα (ἀπό ἄργυρο) καί εἶδε ὅτι εἶχαν πολύ μεγαλύτερη ἀξία καί ὅτι ἐπάνω ὑπῆρχε ἡ μορφή ἑνός πολύ παλαιοῦ βασιλέως, τοῦ Δεκίου. Μαζεύτηκαν γύρω τους πολύς κόσμος καί συζητοῦσαν ποῦ τά βρῆκε αὐτά τά χρήματα ὁ νέος. Ἄλλοι ἔλεγαν στά αύτιά ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλον, ὅτι αὐτός ὁ νέος βρῆκε θησαυρό παλαιῶν χρημάτων.
Βλέποντάς τους ὁ ἅγιος Ἰάμβλιχος νά ψιθυρίζουν, ἔτρεμε ἀπό τόν φόβο του, ἐπειδή ἐνόμιζε ὅτι εἶναι γνωστός σ᾿ αὐτούς καί θά τόν πιάσουν νά τόν ὑπάγουν στόν αὐτοκράτορα Δέκιο. Ὁπότε εἶπε πρός αὐτούς:
-Σᾶς παρακαλῶ, ἀφῆστε αὐτά τά χρήματά μου, διότι ἐγώ δέν θέλω ν᾿ ἀγοράσω τίποτε.
Ἀλλά αὐτοί τόν ἔπιασαν καί τόν ἐρωτοῦσαν:
-Πές μας ἀπό ποῦ εἶσαι καί πῶς εὑρῆκες αὐτόν τόν θησαυρό τῶν παλαιῶν βασιλέων; Δός μας καί σ᾿ἐμᾶς λίγο ἄργυρο καί δέν θά τό ποῦμε σέ κανέναν. Ἐάν δέν θέλεις νά μᾶς δώσεις, τότε θά σέ δώσουμε στόν δικαστή.
Ἀκούοντας αὐτά ὁ ἅγιος Ἰάμβλιχος καί χωρίς ἀκόμη νά καταλαβαίνει τί τοῦ συμβαίνει, ἀποροῦσε καί σιωποῦσε. Ὅμως οἱ ἄνδρες τοῦ ἔλεγαν καί πάλι:
-Αὐτός ὁ θησαυρός δέν μπορεῖ νά μείνη μυστικός, ἀλλά λέγε μας παλαιότερα πού ἐργάσθηκες;

Ὅμως δέν ἤξερε τί νά τούς ἀπαντήση καί στεκόταν ἐκεῖ σάν μουγγός. Τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, τόν ἐπῆραν ἀπό τήν ζώνη του καί τραβώντας τον μέ ἄγριους μορφασμούς καί φωνές τόν ἔφεραν στό μέσον της ἀγορᾶς.
 Διαδόθηκε παντοῦ ἡ πληροφορία ὅτι ἕνας νέος ἔχει συληφθῆ, διότι εὑρῆκε θησαυρό. Συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοί, κυττάζοντάς τον στό πρόσωπο καί λέγοντας μεταξύ τους:
-Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ξένος καί δέν τόν εἴδαμε ποτέ ἄλλη φορά. Ὁ Ἅγιος ἤθελε νά τούς εἰπῆ ὅτι δέν εὑρῆκε κανένα θησαυρό, ἀλλά δέν μποροῦσε νά ὁμιλήση ἀπό τήν πολλή του ἔκπληξι καί τόν θαυμασμό πού τόν δικακατεῖχε.
Κυττάζοντας ὅλους τούς ἀνθρώπους μιά καί δυό ματιές, ἤθελε νά ἰδῆ κάποιον, τόν ὁποῖον νά ἐγνώριζε ἤ κάποιον ἀπό τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ του-τόν πατέρα, τήν μητέρα του ἤ κάποιον δοῦλο του, ἀλλά δέν ἐγνώριζε κανέναν.
Ἀπ᾿ αὐτό τόν λόγο, ἀποροῦσε ἀκόμη περισσότερο, διότι χθές ὅλοι τοῦ ἦταν γνωστοί. Ἦταν υἱός ἐνδόξου πατρός καί σήμερα, μετά ἀπό μία ἡμέρα, δέν ἐγνώριζε κανέναν! Καί μαθεύτηκε ἡ σύλληψίς του σέ ὁλόκληρη τήν πόλι καί ἄφθασε ἡ εἴδησις μέχρι τ᾿ αὐτιά τοῦ διοικητοῦ τῆς πόλεως καί τοῦ ἐπισκόπου Στεφάνου, οἱ ὁποῖοι μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη τήν στιγμή ἦταν μαζί καί συνωμιλοῦσαν. Ὁπότε καί οἱ δύο διέταξαν νά φέρουν τόν νέον ἐνώπιόν των.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Ἰάμβλιχος συνελήφθη καί ὡδηγεῖτο στούς ἄρχοντες, ἐνόμισε ὅτι τόν πᾶνε στόν βασιλέα Δέκιο. Ἐκύτταζε δεξιά καί ἀριστερά ἄν θά ἰδῆ κάποιον γνωστόν του, ἀλλά κανείς! Τόν μετέφεραν στόν διοικητή καί στόν Ἐπίσκοπο, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν τά χρήματα ἀργύρου ἀπό τά χέρια του καί εἶδαν πράγματι ὅτι ἦταν ἀπό παλαιούς βασιλεῖς. Κατόπιν ὁ διοικητής ἐρώτησε τόν νέον:

-Ποῦ εἶναι ὁ θησαυρός τόν ὁποῖον εὑρῆκες, διότι αὐτά τά ἀργυρᾶ χρήματα ἔχουν μεγάλη ἀξία.
Ὁ Ἰάμβλιχος τοῦ ἀπήντησε:
-Δέν ξέρω τί εἴδους θησαυρός εἶναι αὐτός. Αὐτό μόνο γνωρίζω ὅτι ἀπό τήν περιουσία τοῦ πατέρα μου ἔχω αὐτά τά χρήματα, καθώς εἶναι συνήθεια νά ὑπάρχουν αὐτά τά χρήματα στήν πόλι καί μάλιστα στούς ἐμπόρους. Ὅμως ἀπορῶ καί δέν καταλαβαίνω ἀπό ποῦ μοῦ ἦλθε αὐτή ἡ δυστυχία;
Ὁ διοικητής τόν ἐρώτησε:
-Ἀπό ποῦ εἶσαι;
Ὁ ἅγιος τοῦ ἀπήντησε: Νομίζω ὅτι εἶμαι ἀπ᾿ αὐτή τήν πόλι.
Ὁ διοικητής τόν ἐρώτησε καί πάλι: Ποιός εἶναι ὁ πατέρας σου; Εἶναι κάποιος ἐδῶ πού νά σέ γνωρίζη; Ἄς ἔλθη νά μᾶς διαβεβαιώση γιά σένα καί κατόπιν βλέπουμε!
Ὁ ἅγιος Ἰάμβλιχος εἶπε τό ὄνομα τοῦ πατέρα του, τῆς μητέρας του, τῶν παππούδων του, τῶν ἀδελφῶν του καί τῶν λοιπῶν συγγενῶν του, ἀλλά δέν ἐγνώριζε κάτι γι᾿ αὐτούς. Τότε ὁ διοικητής τοῦ εἶπε:
-Δέν λέγεις τήν ἀλήθεια, ἀλλά ψεύδεσαι, διότι μᾶς λέγεις ὀνόματα ξένα καί ἀσυνήθιστα, τά ὁποῖα δέν ἀκούσαμε ἄλλη φορά.
Τότε ὁ Ἅγιος, ἐπειδή δέν καταλάβαινε τί τοῦ εἶχε συμβῆ, σιωποῦσε καί εἶχε τό κεφάλι του κάτω. Μερικοί ἔλεγαν ὅτι εἶναι τρελλός, ἐνῶ ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι δέν εἶναι.
Τότε ὁ διοικητής ἄρχισε μέ πιό σκληρά λόγια νά τόν ἐρωτᾶ:
-Πῶς ἠμποροῦμε νά σέ πιστεύσουμε, ὅταν μᾶς λέγεις ὅτι αὐτά τά χρήματα εἶναι περιουσία τοῦ πατέρα σου; Ὅταν στά χρήματα αὐτά ὑπάρχει ἡ μορφή καί τό ὄνομα τοῦ παλαιοῦ βασιλέως Δεκίου; Ἀπό τότε μέχρι σήμερα ἐπέρασαν πολλά χρόνια καί τά σημερινά νομίσματα εἶναι τελείως διαφορετικά ἀπό αὐτά τά παλαιά. Ἄρα γε οἱ γονεῖς σου εἶναι τόσο γέροντες, ὥστε νά ἐνθυμοῦνται τόν βασιλέα Δέκιο, ὁ ὁποῖος ἔζησε πολύ παλιά καί κρατοῦν μαζί τους δικά του νομίσματα; Ἐσύ εἶσαι νέος, καί δέν ἔχεις συμπληρώσει τά 30 χρόνια σου, καί θέλεις μέ τίς πονηριές σου νά ξεγελάσης τούς γέροντες καί τούς σοφούς τῆς πόλεως Ἐφέσου; Θά σέ πετάξω στήν φυλακή καί θά σέ κτυπήσω καί δέν θά σέ ἀφήσω μέχρις ὅτου θά μοῦ εἰπῆς τήν ἀλήθεια, ποῦ εὑρίσκεται ὁ θησαυρός πού βρῆκες.
Ἀκούοντας αὐτά ὁ ἅγιος Ἰάμβλιχος, φοβήθηκε ἀπό τήν ἀγριότητα τοῦ διοικητοῦ καί ἀποροῦσε πού ἄκουσε γιά τόν Δέκιο, ὅτι ἦταν βασιλεύς ἐκεῖ πρίν ἀπό πολλά χρόνια πρίν. Ὁπότε κατεβάζοντας τό κεφάλι του κάτω, τοῦ εἶπε:
-Σᾶς παρακαλῶ, κύριοί μου, νά μοῦ ἀπαντήσετε σέ κάτι πού θά σᾶς ἐρωτήσω, ὅλα αὐτά τά ὁποῖα σᾶς λέγω σᾶς τά λέγω μέ καλή θέλησι καί μέ εἰλικρίνεια: Ἄρα γε ὁ Δέκιος εἶναι βασιλεύς σ᾿ αὐτή τήν πόλι; Ἀπέθανε ἤ ζῆ;
Καί ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ ἀπήντησε: Δέν ὑπάρχει, παιδί μου, βασιλεύς μ᾿ αὐτό τό ὄνομα στήν χώρα μας αὐτή. Μόνο στούς παλαιούς καιρούς ὑπῆρχε αὐτός ὁ βασιλεύς. Τώρα βασιλεύς μας εἶναι ὁ εὐσεβής χριστιανός Θεοδόσιος.

Τότε ὁ Ἰάμβλιχος εἶπε:
-Σᾶς παρακαλῶ, κύριοί μου, πᾶμε μαζί στό βουνό, στήν σπηλιά, ὅπου μένουμε μέ ἄλλους ἕξι νέους γιά νά γνωρίσετε καί ἀπ᾿ αὐτούς ὅτι εἶναι ἀληθινά, αὐτά τά ὁποῖα σᾶς λέγω. Διότι φεύγοντας τήν ὀργή τοῦ βασιλέως Δεκίου, πρίν ἀπό μερικές ἡμέρες ἐμπήκαμε σ᾿ αὐτή τήν σπηλιά καί κρυφθήκαμε. Ἐν τῶ μεταξύ τόν Δέκιο, πού μπῆκα στήν πόλι χθές, δέν τόν εἶδα. Ὁπότε ἀκόμη δέν ξέρω, εἶναι αὐτή ἡ πόλις ἡ Ἔφεσος ἤ κάποια ἄλλη;
Τότε ὁ Ἐπίσκοπος σκέφθηκε πολύ καί μετά τόν ἐρώτησε:
-Ὁ Θεός θέλει μέσῳ αὐτοῦ τοῦ νέου νά μᾶς ἀποκαλύψη κάποιο μεγάλο μυστήριο.
Μετά εἶπε πρός τόν διοικητή:
-Νά πᾶμε κι ἐμεῖς μαζί του γιά νά δοῦμε τί θαυμαστό ἔργο ἔχει νά μᾶς ἀποκαλύψη ὁ Θεός.
Τότε ὁ Ἐπίσκοπος καί ὁ διοικητής σηκώθηκαν ἀμέσως, ἐπῆραν τόν νεαρό καί πλῆθος κόσμου ἀπό πίσω τους καί ξεκίνησαν γιά τό βουνό. Φθάνοντας ἐκεῖ καί στήν σπηλιά, μπῆκε μέσα πρῶτα ὁ Ἰάμβλιχος, ἐνῶ ὁ Ἐπίσκοπος καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐστάθησαν στό στόμιο τῆς σπηλιᾶς, ὅπου βρῆκαν καί τήν χάλκινη ἐπιγραφή πού ἔγραφε γιά τό μαρτύριό τους, τά ὀνόματά τους καί τήν χρονολογία τοῦ τέλους τους. Διαβάζοντας τό μαρτύριό τους οἱ πάντες ἐξεπλάγησαν καί ἐδόξασαν τόν Θεό μέ μεγάλη φωνή.
Κατόπιν εὑρῆκαν τούς ἁγίους νά κάθωνται κάτω μέ πολλή χαρά, μέ τά πρόσωπά τους λαμπερά ἀπό τό φῶς τῆς Χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἀπό μία νεανική ὀμορφιά. Βλέποντάς τους ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ διοικητής καί ὅλος ὁ λαός, τούς ἐπροσκύνησαν μέχρι κάτω καί ἐδόξασαν τόν Θεό, πού ἀξιώθηκαν νά ἰδοῦν αὐτό τό θαυμαστό μυστήριο.
Κατόπιν οἱ νεαροί μάρτυρες εἶπαν στό πλῆθος τοῦ κόσμου γιά τόν τύραννο Δέκιο, γιά τούς διωγμούς πού ἔκαμε ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Τότε ἀμέσως ὁ Ἐπίσκοπος καί ὁ διοικητής ἔστειλαν ἕνα γράμμα στόν εὐσεβέστατο βασιλέα Θεοδόσιο, γράφοντάς του:
-Μεγαλειότατε, νά διατάξης νά ἔλθη γρήγορα μία ὁμάδα ἐμπίστων καί εὐσεβῶν ἀνθρώπων γιά νά ἰδοῦν ἕνα θαῦμα πού μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Θεός τίς ἡμέρες αὐτές τῆς βασιλείας σου. Στίς ἡμέρες ἀποδείχθηκε περίτρανα μέ θαῦμα ἡ ἀλήθεια περί τῆς ἀναστάσεως τῶν πάντων στά σώματα ἑπτά νέων πού ἀναστήθηκαν μετά ἀπό 192 χρόνια.
Ἀκούοντας αὐτά ὁ βασιλεύς Θεοδόσιος, χάρηκε πάρα πολύ καί ἀμέσως  ἑτοιμάσθηκε νά ἔλθη ὁ ἴδιος. Ἔτσι μέ τούς αὐλικούς του καί πολύ λαό ἔφθασαν στήν Ἔφεσο καί ἔγινε ὑποδοχή ἀπό τούς Ἐφεσίους μέ πολλή τιμή, καθώς τούς ἔπρεπε. Ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ διοικητής καί οἱ ἄλλοι μετέφεραν τόν βασιλέα καί τήν συνοδία του στήν σπηλιά, στήν ὁποία μπαίνοντας μέσα καί βλέποντας τούς Ἁγίους σάν ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ, ἔπεσαν στά πόδια τους, τούς ἐπροσκύνησαν καί ὁ βασιλεύς τούς εἶπε:
-Ἀξιοσέβαστοι νέοι, στά πρόσωπά σας, νομίζουμε ὅτι βλέπουμε τόν Ἴδιο τόν Βασιλέα μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν Δεσπότη καί οὐράνιο Βασιλέα μας, ὁ Ὁποῖος ἔκραξε μόνο μέ τήν φωνή του τόν φίλο Του Λάζαρο καί τόν ἀνέστησε γιά νά ἐπιβεβαιωθῆ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Διότι κάποτε, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτοί οἱ ὁποῖοι εἶναι στά μνήματα, θ᾿ ἀκούσουν τήν φωνή τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί θ᾿ ἀναστηθοῦν.
Ὁ βασιλεύς γονάτισε μπροστά τους καί ἐδόξαζε τόν Θεό πού ἀξιώθηκε αὐτῆς τῆς μεγάλης εὐλογίας.
Κατόπιν οἱ νέοι ἁπλώνοντας τά χέρια τους ἐσήκωσαν τόν βασιλέα ἀπό τήν γῆ, ὁ ὁποῖος φιλοῦσε τά χέρια τους καί ἔκλαιγε ἀπό χαρά.
Τότε ὁ ἅγιος Μαξιμιλιανός εἶπε πρός τόν βασιλέα:
-Ἀπό τώρα ἡ βασιλεία σου θά εἶναι δυνατή, λόγῳ τῆς δυνατῆς πίστεώς σου στόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος θά σέ διαφυλάττη ἀπό κάθε κακό γιά τό ὄνομά του τό ἅγιον. Νά πιστεύης ὅτι γιά σένα μᾶς ἀνέστησε ἐμᾶς ὁ Θεός, γιά νά κηρύξη στόν κόσμο γιά τήν κοινή ἀνάστασι τῶν πάντων.
Γιά ἀρκετή ὥρα συνωμίλησαν οἱ Ἅγιοι μέ τόν βασιλέα καί ἄλλες πνευματικές διδαδκαλίες τοῦ εἶπαν, ἐνῶ ὁ βασιλεύς μέ τόν ἀρχιερέα καί τούς ἄρχοντες καί ὅλος ὁ λαός τούς ἄκουαν μέ πολλή γλυκύτητα.
Καί ὁ βασιλέυς συμμετεῖχε στό τραπέζι τοῦ φαγητοῦ τους ἐπί ἑπτά ἡμέρες, ἀλλά καί στήν προσευχή τους.
Μετά ἀπ᾿ αὐτές τίς συζητήσεις καί τήν θεωρία τῶν γλυκυτάτων προσώπων τους, οἱ νέοι ἔκλιναν κάτω τίς ἱερές κεφαλές τους καί κατόπιν τό σῶμα τους καί ἐκοιμήθησαν τόν αἰώνιο ὕπνο, κατά τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ βασιλεύς στεκόμενος δίπλα σ᾿ αὐτούς, ἔκλαυσε πολύ μέ ὅλη τήν συνοδία του. Κατόπιν διέταξε νά κατασκευάσουν ἑπτά φέρετρα ἀπό χρυσό καί ἄργυρο, στά ὁποῖα νά τοποθετήσουν τά ἱερά σώματά τους.
Ἐκείνη τήν νύκτα οἱ Ἅγιοι παρουσιάσθηκαν σέ ὄραμα στόν βασιλέα καί τοῦ εἶπαν νά τούς ἀφήση νά κοιμηθοῦν κάτω στό χῶμα, ὅπως εἶχαν κοιμηθῆ καί παλαιότερα καί ὄχι μέσα σέ ἀργυροεπίχρυσα φέρετρα. Κατόπιν συγκεντρώθηκε πολύς λαός μέ πολλούς ἐπισκόπους καί ἱερεῖς καί ἐτέλεσαν λαμπρά ἑορτή ἐπί τῆ δευτέρᾳ κοιμήσει τῶν ἁγίων μαρτύρων.
Ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ βασιλεύς ἐμοίρασε πολλές ἐλεημοσύνες στούς πτωχούς, ἀπηλευθέρωσε φυλακισμένους, ὅταν ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολι χαιρόμενος ἔτσι ὁ ἴδιος καί δοξάζοντας τόν Θεό, τόν Ὁποῖον εἴθε καί ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί νά Τόν τιμοῦμε καί δοξάζουμε μαζί δηλαδή τόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.  Ἀμήν.
Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010

Ἀναβάσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου