Σελίδες

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ (Η')

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ( Η΄)
« ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΟΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ »
Υπάρχουν εικόνες, στις οποίες έχει εκφρασθεί κατά τέτοιο τρόπο το βλέμμα του Κυρίου Ιησού,
ώστε να διαπερνά την όλη ύπαρξη του προσώπου που στέκεται μπροστά του, ως τρίτη διάσταση, και αφουγκράζεται την εύλογη σιωπή τους.
Η κηρόχυτος εικόνα του Κυρίου, της Ιεράς Μονής του Σινά, που σε κάνει να αισθάνεσαι την αγάπη του Θεού ως έλεος, ταυτοχρόνως δε και ως δικαιοσύνη, μα και το αριστούργημα του ψηφιδωτού Παντοκράτορος στον τρούλο του καθολικού της Ι. Μ. Δαφνίου, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Σ' αυτή μάλιστα του Παντοκράτορος του Δαφνίου, διαφαίνεται μια μοναδική αίσθηση της παντοδύναμης εξουσίας του Χριστού και της Εσχάτης Κρίσεως. Ο Κύριος στη μορφή και κυρίως στο βλέμμα του που μιλάει, δείχνει πως είναι ο κυβερνήτης του σύμπαντος, αλλά και ο δίκαιος κριτής της οικουμένης.

Το βλέμμα αυτό το διαπεραστικό, καθώς διασταυρώνεται με το δικό σου, αισθάνεσαι πως οι διαστάσεις του χώρου και του χρόνου αλλοιώνονται. Γνωρίζεις πως διαβλέπει τα πάντα, ακόμα και τα πιο εσώψυχα της υπάρξεώς σου.
Μπροστά στο οπτικό σου πεδίο, δεν έχεις απλώς ένα καλλιτεχνικό και μοναδικό αριστούργημα, αλλά το βλέμμα του Θεού που είναι «ενεργόν και τομότερον»!
Λέτε αυτό να είναι η αιτία που ορισμένοι δεν τολμούν να εισέλθουν στους ναούς και να υψώσουν τη ματιά τους στις μορφές των αγίων;
Ή το ακόμα χειρότερο που καταντά βέβηλο και τραγικό, η κακοποίηση δηλ. των ιερών εικόνων;
Σε αρχαίες εκκλησίες, με βυζαντινές εικόνες, μοναδικές στην έκφραση, βλέπουμε πως κάποιοι, με σίδερα και λόγχες να έχουν «βγάλει» τα μάτια των αγίων... Λες και χρειάζεται ο άλλος να σε δει με τα μάτια του σώματος, ή οι άγιοι να σε ατενίσουν μέσω των εικόνων τους, για να καταλάβουν τι απορρίμματα και τι εγκλήματα έχεις συσσωρεύσει στα ανήλιαγα βάραρθα της καρδιάς σου.
Το ότι επικεντρώνεται όμως το μίσος και τα ποικίλα πλέγματα της κακορίζικης προσωπικότητας, στην κακοποίηση των διαπεραστικών οφθαλμών του Χριστού της Θεοτόκου και των Αγίων στις ιερές τους εικόνες, αυτό έχει να πει πολλά σε όλους, κυρίως όμως σ' εκείνους που έχουν λόγους να φοβούνται αυτό το «βλέμμα του Θεού».
Φυσικά, τόσο για να ιστορήσει (αγιογραφήσει), όσο και για να κατανοήσει κανείς τις βυζαντινές μας εικόνες, είναι ανάγκη να κατασκηνώσει στην καρδιά η χάρις του Παρακλήτου. Και αυτό, όπως γίνεται κατανοητό, θα πραγματοποιηθεί εάν η καρδιά του πιστού προηγουμένως συντριβεί από την «κατά Θεόν θλίψιν». «Η γαρ κατά Θεόν λύπη», τονίζει ο Απ. Παύλος «μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται, η δε του κόσμου λύπη, θάνατον κατεργάζεται»1.
Η γλυκειά ατμόσφαιρα της κατά Χριστόν θλίψεως, η οποία ενυπάρχει στα αγιογραφικά δημιουργήματα και ιδίως αυτά της τουρκοκρατίας, και η οποία ευφραίνει τις ευλαβείς ψυχές των ταπεινών, άρχισε να γίνεται αισθητή, περισσότερο στις εικόνες και τοιχογραφίες οι οποίες φιλοτεχνήθηκαν κατά τον Ι' αιώνα. Κατά την εποχή της βασιλείας των Παλαιολόγων στην Κων/πολη, κυριαρχούσε αυτό κυρίως το ύφος των Ιερών εικόνων.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Φώτης Κόντογλου: «Από τον Ι' αιώνα, ήρχισαν αι σκληραί οδύναι των χριστιανών της Ανατολής, και αι ψυχαί των εισήλθον εις την κάμινον της δοκιμασίας». Από της εποχής εκείνης η Ανατολική Εκκλησία, κατέστη το ομοίωμα του Πάσχοντος Χριστού, η δε ζωή των χριστιανών καθηγιάσθη με τον πόνον, ήτοι έγινεν βιωτή αληθώς κατά Χριστόν, καθόσον έλειψεν η βεβαιότης διά την επαύριον, ήτις υπήρχε κατά τους προηγουμένους αιώνας της ισχυράς αυτοκρατορίας, και αυτή «ουκ είχον ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μελλουσαν επεζήτουν»»2.
Αυτά έγραφε ο αείμνηστος ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεώς μας για την ουσία του πνευματικού γλυκασμού των εικόνων και την μοναδική έκφραση των οφθαλμών.
Βεβαίως, στα μάτια μια πολύπλευρης προσωπικότητας, όπως του Κόντογλου, με τόσο πλατιά και ουσιαστική γνώση μα ιδίως με ασκητικό και ευλογημένο τρόπο ζωής, η Ευαγγελική και δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, αποκτούσαν θαυμαστές «καλλιτεχνικές» συνθέσεις και αποτυπώσεις.
Η περίπτωση του ανθρώπου αυτού αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όταν μαθαίνει κανείς πως το τελευταίο έτος της ζωής του, καθώς έψαλλε, κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στο ψαλτήρι, τα μάτια του εγέμιζαν δάκρυα... Ίσως αυτό να ήταν και το δυναμικότερο απολογητικό του κείμενο που το υπέγραφε με το «αίμα της καρδιάς του» δηλ. τα δάκρυα. Τα δε τροπάρια εκείνης της Μεγάλης Εβδομάδος, αποτελούσαν το «κύκνειον άσμα» του μεγάλου αυτού, χρυσοχέρη Ρωμιού.
Αλλά, αν στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας και στον δικό μας, Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (El Greco), που αποτελεί ένα από τα πλέον σπάνια φαινόμενα σε όλη την ιστορία της τέχνης, θα παρατηρήσουμε ότι οι ρίζες του βρίσκονται στο Βυζάντιο, καίτοι έχει αποκρυσταλλωμένη καθαρά προσωπική τεχνοτροπία. Και αυτό, διαφαίνεται σε όλα του τα έργα, αλλά κυρίως στα μάτια των πορτρέτων του.
Αλήθεια, και τι δε βλέπουμε μέσα σε αυτά! Ίσως να είχε δίκαιο κάποιος που γνώριζε πολύ πολύ καλά από «τέχνη», όταν είπε: «Όταν βρίσκομαι μπροστά στα έργα του El Greco, το βλέμμα μου δεν μπορεί να ξεκολλήσει από την έκφραση των οφθαλμών στις μορφές του». Και πρόσθεσε : «Όταν σταθείς μπροστά στον πίνακα «Προσευχή στον Κήπο» επίσης, «Στον δρόμο του Σταυρού» και στον πρωτότυπο πίνακα Espolio (διαμερισμός των ιματίων 1877-79), εκτός από τις μνήμες της μεσαιωνικής εικονογραφίας που συνδυάζονται με «μανιεριστικά στοιχεία» και τη δυνατή εντύπωση που προξενεί στον παρατηρητή ο κόκκινος χιτώνας που φορά ο Χριστός, η προσοχή σου εστιάζεται και βυθίζεται σ' αυτούς τους υψουμένους και νοτισμένους οφθαλμούς του Ιησού!...».
Και αυτό, δεν είναι φαντασία του καλλιτέχνη. Στη στάση αυτή του Κυρίου αποτυπώνεται, όσο το δυνατόν κατά το ανθρώπινον, αυτό που είχε συμβεί πριν λίγες στιγμές.
Η γραφή, αναφέρεται για μια ακόμη φορά στα δάκρυα του Ιησού, στην αγωνία της Γεθσημανή. Στον τόπο αυτό που συμπυκνώθηκε όλο το ανέκφραστο δράμα της ανθρωπότητας, ο Κύριος προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα, «... μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων...»3. Σε λίγο θα αντιμετωπίσει τον Σταυρό, με την δύναμη που γεννά η προσευχή. Η «μετά δακρύων προσευχή»!
Ο Κύριος προεύχεται μέχρι που «εγένετο ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος, καταβαίνοντες επί την γην»4. Και αυτό, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά διότι έβλεπε και πονούσε για τη δική μας απώλεια.
Φανερώνει αυτή την πραγματικότητα, με τους λόγους του προς τις θρηνούσες γυναίκες: «Μη κλαίετε επ' εμέ, πλην εφ' εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα ημών»5.
Παρ' όλα αυτά, και ο Ίδιος κατά την ανθρωπίνη του φύση, έπρεπε να διέλθει τον αγώνα της πλήρους κενώσεως, όπως αυτή ήταν στον ουρανό ήδη τετελειωμένη με την Θεότητά Του, εν σχέση προς τον Πατέρα.
Περί του «ποτηρίου» αυτού προσεύχεται Αυτός ως άνθρωπος, και έτσι αποκαλύπτεται στον άνθρωπο ο χαρακτήρας του Θεού της Αγάπης.
Η τελειότητα αυτή της αγάπης, έγκειται στο ότι αυτή είναι ταπεινή, δηλ. προσφέρεται άνευ επιφυλάξεων...
Βεβαίως, αυτά ας μη ψάξει κανείς να τα βρει στις ποικίλες τεχνοτροπίες, που όντως βοηθούν στην προσέγγιση του μυστηρίου (η βυζαντινή πρωτίστως και κυρίως), αλλά στον χώρο της καρδιάς. Εκεί που ο Ιησούς αποκαλύπτεται στους «καθαρούς τη καρδία».
Όπως είδαμε, οι Ιεροί Ευαγγελιστές αναφέρουν δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες εδάκρυσεν ο Ιησούς (Λουκ. ΙΘ' 41 και Ιωάν. ΙΑ' 35). Από την προς Εβραίους επιστολή, πληροφορείται το Σώμα της Εκκλησίας, ότι έκλαυσε στον κήπο της Γεθσημανή. Επομένως, εάν ο Κύριος εδάκρυσε και έκλαυσε, κανένα πρόβλημα δεν προκύπτει, από πνευματικής απόψεως, όταν κι εμείς οι ίδιοι αφήνουμε τα δάκρυα να εκδηλωθούν στις θλιβερές περιστάσεις που έρχονται ανυπερθέτως στη ζωή μας.
Η προσωπική μας συνάντηση με τον Ιησού, μέσω της πίστεως, δεν μας καθιστά τις καρδιές λίθινες και αναίσθητες. Ούτε μας μετατρέπει σε «στωικούς φιλοσόφους». Αντιθέτως, τις εξαγιάζει και τις μεταβάλλει σε σωστά ευαίσθητες και τρυφερές στον πόνο των ανθρώπων, στη χαρά των αδελφών, αλλά και σε τόσα άλλα συναισθήματα που ολοκληρώνουν το πρόσωπο και την κοινωνία των ανθρώπων.
Αυτό που θα πρέπει ο πιστός Χριστιανός να αποδιώκει, είναι της απογνώσεως τα δάκρυα και τους αμέτρητους στεναγμούς. Και τούτο, διότι όταν πιστεύουμε ότι ο Κύριος προνοεί για εμάς, τους δικούς μας και όλο τον κόσμο, και ότι αφού εμείς πρώτα κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, και εάν ακόμα ακόμα ακολουθήσουν γεγονότα θλιβερά και αναπάντεχα, συγκρατούμε την θλίψη.
Δεν έχουν θέση πλέον τα κύματα της μόνιμης θλίψεως και πολύ περισσότερο της απογνώσεως, αφού υποτασσόμενοι στο θέλημα του Ουρανίου Πατρός, όπως ακριβώς και ο Κύριος, υπομένουμε καρτερικώς.
Η όλη ουσία του θέματος της πνευματικής ζωής αδελφοί μου, είναι να ποθούμε τον Κύριο και να αντλούμε δύναμη από το Θεανδρικό Του πρόσωπο.
Αυτό θα κάνει ώστε το βλέμμα μας να προσβλέπει με λαχτάρα και ελπίδα αυτό το Βλέμμα του Θεού.
Αμήν.
Τέλος.


Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα.


1Β΄Κορ. 7, 10

2Φώτης Κόντογλου «Πονεμένη Ρωμιοσύνη».

3Εβρ. Ε' 7

4Λουκ. ΚΒ' 44

5Λουκ. ΚΓ' 28

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου