Σελίδες

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

«Ὁ μοναχός πρέπει νά εἶναι μακρόθυμος πρός ὅσους τοῦ φταῖνε καί νά μήν πηγαίνει στό δικαστήριο ὅσους τόν ἀδικοῦν» μέρος γ΄ τελευταῖο




ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΖ΄ (37)

Ἀπό τό Γεροντικό

Ἔλεγε ὁ μακάριος Ζωσιμᾶς: «Κάποτε πού ἤμουν μαζί μέ τήν εὐλογημένη Διονυσία, τῆς ζήτησε κάποιος ἀδελφός ἐλεημοσύνη, καί ἐκείνη τοῦ ἔδωσε ὅσο μποροῦσε. Αὐτός ὅμως, ἐπειδή δέν πῆρε ὅσο ζήτησε, ἄρχισε νά τήν κακολογεῖ καί νά λέει γι᾿ αὐτήν καί γιά ἐμένα λόγια ἄπρεπα. Ἀκούγοντάς τον ἐκείνη στενοχωρήθηκε καί ἤθελε νά τόν τιμωρήσει. Ὅταν τό ἀντιλήφθηκα, τῆς εἶπα· Τί πᾶς νά κάνεις; Θέλεις νά κάνεις κακό στόν ἑαυτό σου; Διώχνεις ἀπό τήν ψυχή σου κάθε ἀρετή. Τί ἔπαθες δηλαδή ἀντάξιο αὐτῶν πού ἔπαθε γιά χάρη σου Χριστός; Γνωρίζω, κυρία, ὅτι σκόρπισες χρήματα σάν νά ἦταν κοπριά· ἄν ὅμως δέν ἀποκτήσεις τήν πραότητα, θά μοιάζεις μέ σιδερά πού χτυπᾶ Ἕνα κομμάτι σίδερο, ἀλλά σκεῦος δέν κατασκευάζει».
Τῆς εἶπε ἀκόμη μακάριος Ζωσιμᾶς: «Ὁ Θεοφόρος Ἰγνάτιος λέει· Ἔχω ἀνάγκη ἀπό πραότητα, μέ τήν ὁποία συντρίβεται ὅληδύναμη τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου1. Ἀπόδειξη ὅτι ἀπαρνήθηκε κανείς τόν κόσμο εἶναι τό νά μήν ταράζεται. Γιατί συμβαίνει καμιά φορά νά καταφρονήσει κάποιος πολλέςκατοντάδες χρυσά νομίσματα καί νά κολλήσει σέ ἕνα βελόνι, καί προσκόλληση σέ αὐτό τόν κάνει νά ταράζεται. Δίνει δηλαδή στό βελόνι ἀξία ἑκατό χρυσῶν νομισμάτων, καί γίνεται δοῦλος τοῦ βελονιοῦ ἤ τοῦ κουκουλιοῦ ἤ τοῦ μαντηλιοῦ ἤ τοῦ βιβλίου, καί δέν εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Καλά εἶπε κάποιος σοφός ὅτι, ὅσα εἶναι τά πάθη τῆς ψυχῆς, τόσοι καί οἱ ἀφέντες της2· ἀλλά καί ὁ Ἀπόστολος λέει· “Ἀπό ὅ,τι ἔχει νικηθεῖ ὁ καθένας, σέ αὐτό καί ὑποδουλώθηκε”3».
Ὅταν ἡ Διονυσία τά ἄκουσε αὐτά, μετανόησε καί εἶπε στόν γέροντα: «Εἴθε νά βρεῖς τόν Θεό πού ποθεῖς!».
Ὁ μακάριος Ζωσιμᾶς ἔλεγε ἐπίσης: «Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπό τή φύση τους πολύ ἐλαφριές4, ἀλλά τά κακά μας θελήματα τίς κάνουν νά φαίνονται βαριές. Ὅσο κρατᾶ ἡ ψυχή αὐτά τά θελήματα, δέν μπορεῖ νά τηρεῖ τίς ἐντολές, ἄν ὅμως τά ἀφήσει, διαπιστώνει ὅτι οἱ ἐντολές τῆς εἶναι εὔκολες καί δέν ἔχουν κανένα βάρος. Ποιά ἡ δυσκολία, ἄς ποῦμε, νά ἐγκαταλείψει κανείς τήν προσκόλληση στά πρόσκαιρα καί τό νά μαλώνει γι᾿ αὐτά μέ τούς ἀνθρώπους, καί νά ἔχει γιά πλοῦτο καί ἐλπίδα του μόνο τόν Θεό, τόν δημιουργό καί προνοητή του, καί νά ἐπιθυμεῖ τή βασιλεία του; Αὐτό δέν ἔχει καμία δυσκολία. «
» Συνηθίζουμε, ὅταν κινδυνεύουμε ἀπό ναυάγιο ἤ ἐπιδρομή ληστῶν, νά καταφρονοῦμε ὅλα μας τά ὑπάρχοντα καί νά πετᾶμε χωρίς δισταγμό τά πράγματά μας, γιά νά σώσουμε τή σύντομη αὐτή ζωή, τήν ὁποία ὅπου νά εἶναι θά διακόψει ὁ θάνατος καί χωρίς τή θέλησή μας. Ὅμως, γιά νά μήν τή στερηθοῦμε πρός τό παρόν, ὅλα τά καταφρονοῦμε, καί θεωροῦμε εὐτύχημα ἄν χάσουμε τά πάντα, ἀλλά σωθοῦμε ἀπό τούς ληστές ἤ ἀπό τή θαλασσινή τρικυμία. Καί ὅταν κάποιος πού πρίν ἀπό λίγο μάνιαζε καί ἐξαγριωνόταν, γιά νά κερδίσει μιά δεκάρα, βρεθεῖ σέ τέτοιον κίνδυνο, τά πετᾶ ὅλα μέ προθυμία, γιά νά κερδίσει τήν πρόσκαιρη ζωή.«
»Γιατί λοιπόν νά μή σκεφτόμαστε ἔτσι καί γιά τήν αἰώνια ζωή καί νά μήν ἔχουμε τέτοιο φρόνημα καί τέτοια διάθεση, καί γιατί νά μήν παραβλέπουμε καί νά μήν ἀπορρίπτουμε μέ γενναιοψυχία ὅλα τά ἐπίγεια, γιά νά μή στερηθοῦμε τήν ἀθάνατη ζωή; Γιατί ὁ φόβος τοῦ Κυρίου δέν ἔχει τόση δύναμη, ὅση ἔχει ὁ φόβος τῶν ἀνθρώπων ἤ ὁ κίνδυνος τῆς θαλασσινῆς τρικυμίας;»
Πρός ἐπιβεβαίωση τῶν λόγων του ὁ γέροντας πρόσθετε καί μιά διήγηση πού εἶχε ἀκούσει ὁ ἴδιος ἀπό κάποιους. Ἔλεγε συγκεκριμένα: «Κάποτε ἕνας τεχνίτης πολύτιμων λίθων –ἕνας καβιδάριος, ὅπως τόν λέμε συνήθως–, ἔχοντας μαζί του πολύτιμους λίθους καί μαργαριτάρια, ἀνέβηκε μέ τούς ὑπηρέτες του σέ πλοῖο, θέλοντας νά πάει κάπου γιά νά πουλήσει. Συνέβη λοιπόν νά σχετιστεῖ μέ κάποιον νεαρό ἀπό τό πρόσωπικό τοῦ πλοίου, ὁ ὁποῖος τόν ὑπηρετοῦσε σέ ὅ,τι χρειαζόταν καί ἔτρωγε καί μαζί του. Μιά μέρα ὁ νεαρός ἄκουσε τούς ναῦτες νά συζητοῦν ψυθυριστά καί νά σχεδιάζουν νά ρίξουν τόν καβιδάριο στή θάλασσα, γιά νά κερδίσουν τά πετράδια καί ὅλα ὅσα εἶχε μαζί του. Ἀκούγοντάς τους, λυπήθηκε πάρα πολύ· καί ὅταν πῆγε στόν καβιδάριο γιά τή συνηθισμένη ὑπηρεσία καί τόν εἶδε ἐκεῖνος λυπημένο καί σκυθρωπό, τόν ρώτησε γιά τήν αἰτία τῆς σκυθρωπότητας. Ὁ νεαρός στήν ἀρχή δέν ἔλεγε τίποτε, ἀφήνοντας νά τοῦ πεῖ ἄλλη ὥρα αὐτό πού ἄκουσε. Ἐκεῖνος ἐπέμενε καί ζητοῦσε νά τοῦ φανερώσει τήν αἰτία τῆς σκυθρωπότητας, ὁπότε ὁ νεαρός στέναξε καί κλαίγοντας τοῦ εἶπε γιά τήν ἀπόφαση τῶν ναυτῶν ἐναντίον του.«
» Ὁ καβιδάριος στάθηκε γιά λίγο καί ἔπειτα φώναξε τούς ὑπηρέτες του καί τούς πρόσταξε νά κάνουν πρόθυμα ὅ,τι τούς πεῖ. Ἅπλωσε λοιπόν ἕνα σεντόνι καί τούς διέταξε νά φέρουν τά κουτιά πού περιεῖχαν τά πετράδια καί τά μαργαριτάρια. Μόλις τά ἔφεραν, τά ἄνοιξε, ἔβγαλε ὅλα τά πετράδια καί τά μαργαριτάρια, τά ἅπλωσε ἐπάνω στό σεντόνι καί στή συνέχεια εἶπε· “Γι᾿ αὐτά θαλασσοδέρνομαι καί κινδυνεύω καί περνῶ τέτοια ζωή, γεμάτη βάσανα; Γι᾿ αὐτά, πού πεθαίνοντας μετά ἀπό λίγο, θά τά ἀφήσω στόν κόσμο αὐτό καί δέν θά πάρω μαζί μου τίποτε; Ρίξτε τα λοιπόν ὅλα στή θάλασσα”. Καί πιάνοντας τό σεντόνι αὐτός καί οἱ ὑπηρέτες του, τά ἐξακόντισαν ὅλα στό πέλεγος. Οἱ ναῦτες βλέποντάς τον ἔμειναν κατάπληκτοι καί ματαίωσαν τό σχέδιο πού εἶχαν κάνει ἐναντίον του.«
»Ἄς παρατηρήσουμε λοιπόν, ἀδελφοί, πῶς, μόλις τόν παρακίνησε ὁ λογισμός του, ἄν καί ἦταν ἄνθρωπος ἀμόρφωτος καί κοσμικός, ἀμέσως ἔκοψε τήν ἐμπαθή προσκόλληση καί ἔγινε φιλόσοφος στά ἔργα καί στά λόγια· καί αὐτό, γιά νά κερδίσει τή σύντομη καί πρόσκαιρη αὐτή ζωή. Καί ἐμεῖς, γιά τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, δέν ἀνεχόμαστε μιά μικρή ζημία, οὔτε μποροῦμε νά τήν ὑπομείνουμε χωρίς λύπη;«
»Ἄν πρέπει νά λυπηθοῦμε γιά κάτι, ἄς λυπηθοῦμε γιά τήν ἀπώλεια ἐκείνου πού μᾶς ζημίωσε καί ὄχι γιά τήν ἀφαίρεση τῶν χρημάτων· γιατί κακό δέν πάθαμε ἐμεῖς, ἀλλά ἐκεῖνος πού μέ τήν ἀδικία ἔβγαλε τόν ἑαυτό του ἀπό τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅπως λέει ἡ Γραφή· “Οἱ ἄδικοι δέν θά κληρονομήσουν τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ”5. Σέ ἐμᾶς, ἀντίθετα, προξένησε τήν αἰώνια ζωή, ὅπως λέει ὁ Κύριος· “Νά αἰσθάνεστε χαρά καί ἀγαλλίαση, γιατί θά ἔχετε μεγάλη ἀνταμοιβή στόν οὐρανό”6.«
»Ἐμεῖς ὅμως κάνουμε τό ἀντίθετο: ἀφήσαμε τό νά λυπόμαστε γιά τήν ἀπώλεια τοῦ μέλους τοῦ Χριστοῦ καί καθόμαστε καί πλέκουμε λογισμούς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ γιά χάρη φθαρτῶν καί ἀσήμαντων καί τιποτένιων πραγμάτων. Γιατί ὁ Θεός, μέ τήν πίστη, μᾶς ἔβαλε ὡς μέλη σέ σῶμα, νά ἔχουμε κεφαλή τόν Χριστό, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος· “Ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος, ἄν καί εἶναι πολλά, ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα7, καί κεφαλή ὅλων εἶναι ὁ Χριστός8”. Ὅταν λοιπόν σέ στενοχωρεῖ ὁ ἀδελφός σου, νά θεωρεῖς ὅτι τό χέρι σου ἤ τό μάτι σου ἤ κάποιο ἄλλο μέλος σου πάσχει καί σέ στενοχωρεῖ· γιατί, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ὅταν πάσχει ἕνα μέλος, συμπάσχουν ὅλα τά μέλη9
«Ὅταν υποφέρει ἕνα μέλος, στό σῶμα μας, μᾶς μεταδίδει τόν πόνο λόγω τῆς ἕνωσής του μέ αὐτό, δέν τό ἀφαιροῦμε ὅμως, οὔτε τό κόβουμε γιά νά ἀποφύγουμε τόν πόνο· ἀντίθετα, θεωροῦμε πολύ μεγάλη ζημιά νά στερηθοῦμε κάποιο μέλος, ἔστω καί ἄθελά μας. Καθώς λοιπόν ὑποφέρουμε μαζί μέ τό πονεμένο μέλος, φροντίζουμε μέ κάθε τρόπο γιά τή θεραπεία του: τό σφραγίζουμε μέ τό ἱερό σημεῖο τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τό ἀλείφουμε μέ ἅγιο ἔλαιο, τό δείχνουμε ἀκόμη καί σέ γιατρούς καί κάνουμε ὅλα ὅσα συντελοῦν στή θεραπεία του, ἔτσι ὥστε τό πονεμένο μέλος νά γιατρευτεῖ καί νά πάψει νά μᾶς μεταδίδει τόν πόνο του. Τό ἴδιο ὀφείλουμε νά σκεφτόμαστε καί νά κάνουμε σέ σχέση μέ τούς ἀδελφούς μας. Ἄν δηλαδή καμιά φορά κάποιος ἀπό αὐτούς μᾶς ἀδικήσει ἤ μέ ἄλλον τρόπο μᾶς λυπήσει, ἀπό ἐνέργεια τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ μας καί παραχώρηση τοῦ Θεοῦ προκειμένου νά δοκιμαστοῦμε ἤ νά διορθώσουμε κάποιο πάθος μας, ὀφείλουμε νά λυπόμαστε ὄχι γιά τή χρηματική ζημία ἤ τήν ἀδικία ἀλά γιά τόν ἀδελφό πού μᾶς ἀδίκησε –ἤ μᾶλλον πού ἀδικήθηκε πολύ, ὅπως εἶπα καί προηγουμένως, καί ξέπεσε ἀξιολύπητα ἀπό τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐξαιτίας τούτου νά λυπηθοῦμε καί νά πενθήσουμε καί νά παρακαλέσουμε θερμά τόν φιλάνθρωπο Θεό γιά χάρη τοῦ ἀδελφοῦ, ὥστε νά τοῦ συγχωρηθεῖ αὐτό πού ἔκανε ἀπό ἄγνοια.«
»Ἄν ἔτσι ἐνεργοῦμε, θά εἴμαστε πραγματικοί μιμητές τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος προσευχόταν γιά χάρη τῶν σταυρωτῶν του καί παρακαλοῦσε τόν Πατέρα νά τούς συγχωρήσει10, δίνοντάς μας καί σέ αὐτή τήν περίπτωση τό παράδειγμα τῆς ἀνεξικακίας. Τόν Χριστό λοιπόν ἄς μιμηθοῦμε καί ἄς συγχωρήσουμε στούς ἀδελφούς αὐτά πού μᾶς κάνουν ἀπό ἄγνοια, ἔτσι ὥστε καί αὐτός νά συγχωρήσει τά παραπτώματά μας11 καί νά μᾶς κάνει κοινωνούς καί κληρονόμους τῆς δόξας του».


Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.




«ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

Εὐεργετινός τόμος β΄

Ἐκδόσεις: « ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ »


1Τραλλιανοῖς IV, PG 5, 677B
2Πορφυρίου, Πρός Μαρκέλλαν # 34, 7, ἔκδοση W. Potscher, Leiden 1969.
3Β΄ Πέτρ. Β΄ : 19.
4Πρβ. Α΄ Ἰω. Ε΄: 3.
5Α΄ Κορ. στ΄ : 9.
6Ματθ. Ε΄ : 12.
7Α΄ Κορ. ιβ΄ : 12.
8Πρβ. Ἐφ. Δ΄ : 15 – 16.
9Α΄ Κορ. ιβ΄: 26.
10Λουκ. Κγ΄ : 34.
11Πρβλ. Ματθ. Στ΄ : 14· Μαρκ. Ια΄ : 25.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου