Σελίδες

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Ὁ Ἅγιος Νήφων τήν ὥρα πού προσευχόταν εἶδε τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ νά ἀνοίγουν καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν μεταφέροντας τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού πέθαναν

Ένας άλλος μεγάλος δούλος του Θεού καί θεωρός των μυστηρίων Του, ο άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αί.), κάποτε, την ώρα πού προσευχόταν, είδε τίς πύλες του ουρανού ν’ ανοίγουν καί τους Αγγέλους του Θεού ν’ ανεβαίνουν καί να κατεβαίνουν, μεταφέροντας τίς ψυχές των ανθρώπων που πέθαιναν. Είδε καί αρκετούς μαύρους, τα εναέρια τελώνια, πού πάσχιζαν ν’ αρπάξουν καί να γκρεμίσουν κάτω τίς ψυχές. Κάποια στιγμή δύο άγγελοι, πού ανέβαζαν στον ουρανό μια ψυχή, πλησίασαν στο τελωνείο της πορνείας. Τότε ο άρχοντας του τελωνείου άρχισε να φωνάζει μέ αγανάκτηση:
— Μέ ποιό δικαίωμα παίρνετε την ψυχή αυτή, πού ανήκει σ’ εμάς;
     Φανέρωσέ μας ποιάν εξουσία έχεις επάνω της, του είπαν οι άγγελοι.
Καί ο δαίμονας αποκρίθηκε:
     Μέχρι τά τελευταία της κυλιόταν στήν ακολασία.
Καί σαν να μην έφτανε αυτό, τολμούσε να κατακρίνει καί τούς άλλους! Θέλετε, λοιπόν, κι άλλα παραπτώματα, χειρότερα απ’ αυτά;
"Ένας από τούς Αγγέλους τού είπε τότε αυστηρά:
     Δεν θα πιστέψουμε εσένα, ακάθαρτε, πού είσαι εχθρός τού Θεού καί πρωτοψεύτης. Θα καλέσουμε τον άγγελο πού της δόθηκε στο άγιο Βάπτισμα ως φύλακας καί προστάτης. Εκείνος θα μάς πει την αλήθεια.
Όταν, λοιπόν, κάλεσαν τόν φύλακα άγγελό της, εκείνος είπε:
     Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος αυτός αμάρτησε βαριά. Από την ώρα, όμως, πού αρρώστησε, άρχισε να κλαίει καί να μετανοεί καί να εξομολογείται στον Κύριο τις αμαρτίες του. Αν τώρα τον συγχώρησε ό Θεός μέ την εξουσία πού έχει, δεν τό ξέρω. Δόξα στη δικαιοκρισία Του!
Μόλις τ’ άκουσαν αυτά οι άγγελοι, περιγέλασαν τόν δαίμονα περιφρονητικά. Πήραν την ψυχή καί προχώρησαν προς τόν ουρανό, ελευθερώνοντας την από τή δαιμονική παγίδα.
Έπειτα είδε ο άγιος τούς Αγγέλους ν’ ανεβάζουν άλλη ψυχή. Οι δαίμονες πετάχτηκαν μπροστά τους κραυγάζοντας:
     Χωρίς να μας ρωτήσετε, πώς κουβαλάτε ψυχές σαν κι αυτήν εδώ τή φιλάργυρη, την άσωτη, την εριστική καί αρπακτική;
Μα οι άγγελοι την υπερασπίζονταν, λέγοντας:
     Τό ξέρουμε πώς ήταν τέτοια, αλλά πολλές φορές, αφού αμάρτανε, καθαριζόταν με τή μετάνοια καί την Εξομολόγηση, έκλαιγε, αναστέναζε κι έδινε ελεημοσύνη στούς φτωχούς. Γι` αυτό ο Θεός τη συγχώρησε.
     Αν ταιριάζει σωτηρία σ’ ένα τέτοιο υποκείμενο, ξέσπασαν οι δαίμονες, τότε πάρτε όλους τους αμαρτωλούς της γης καί σώστε τους τζάμπα. Κι εμείς να τό ξέρουμε πια, πώς άδικα ταλαιπωρούμαστε καί συγχυζόμαστε!
— Όλοι οι αμαρτωλοί, αποκρίθηκαν οι άγγελοι, που εξομολογούνται μέ μετάνοια, ταπείνωση καί δάκρυα τα αμαρτήματα τους, συγχωρούνται από τόν ελεήμονα Θεό. Ο Κύριος θα κρίνει μόνο εκείνους πού πεθαίνουν αμετανόητοι.
’Έτσι, εξουδετέρωσαν τούς ισχυρισμούς των πονηρών πνευμάτων καί, παραμερίζοντάς τα, πέρασαν την πύλη του ουρανού μαζί μέ την ψυχή.
Σε λίγο βλέπει ο μακάριος Νήφων ν’ ανεβάζουν μια άλλη ψυχή, πού ήταν πολύ ευλαβής καί θεοφοβούμενη. Σ’ όλη της τή ζωή δεν είχε κάνει παρά καλοσύνες κι ελεημοσύνες. Αγαπούσε αδιάκριτα όλους τούς ανθρώπου φίλους καί εχθρούς, κι έζησε ως την έξοδό της μέ αγνεία  καί σεμνότητα. Τά εναέρια πνεύματα την απειλούσαν τρίζοντας τά δόντια τους, αλλά δεν μπορούσαν να βλάψουν. Όταν έφτασε κοντά στις ουράνιες πύλες βγήκαν γιά να την προϋπαντήσουν πλήθος φωτεινό Αγγέλων, πού την αγκάλιαζαν, αναφωνώντας:
— Δόξα να ’χει ο Θεός, πού λύτρωσε καί τούτη τι ψυχή από τά χέρια των εχθρών κι από τόν υποχθόνιο αδη!
Στη συνέχεια ο άγιος είδε κάτι το πολύ θλιβερό: οι δαίμονες έσερναν βάναυσα μια ψυχή στον άδη. Ήταν ψυχή κάποιου δούλου, πού, επειδή ο σκληρός κύριος του τον χτυπούσε καί τον άφηνε νηστικό, έπεσε σε απόγνωση καί αυτοκτόνησε μέ δαιμονική υποκίνηση, ο φύλακας άγγελός του ακολουθούσε από μακριά, κλαίγοντας πικρά γιά την απώλειά του, ενώ οι δαίμονες φώναζαν χαρούμενοι. Τότε κατέβηκε ένας άλλος άγγελος από τον ουρανό, μεταφέροντας του ως τότε φύλακα της χαμένης πια ψυχής μιαν εντολή τού Θεού: Να πάει στη Ρώμη, όπου την ώρα εκείνη βαπτιζόταν τό παιδί ενός στρατιώτη, καί ν’ αναλάβει τή φύλαξή του.
Τέλος, ο άγιος είδε αγγέλους ν’ ανεβάζουν στον αέρα την ψυχή ενός ταλαίπωρου ιερέα, πού είχε περάσει τή ζωή του μέσα σε φρικτές αμαρτίες καί πέθανε ξαφνικά αμετανόητος. Ούτε το τρίτο τελωνείο δεν μπόρεσαν να περάσουν. Οι δαίμονες άρπαξαν την ψυχή μεσ’ από τά χέρια των Αγγέλων καί την γκρέμισαν στη γη, απ’ όπου την πήραν άλλοι δαίμονες καί την κατέβασαν στήν άβυσσο.

Λόγος γιά τά πνεύματα-Λόγος γιά τόν θάνατο

Συγγραφέας : Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ. 
 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.
 
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/11/blog-post_904.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου