Σελίδες

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Ἡ μετάνοια τοῦ ἀδίστακτου τυχοδιώκτη. Ὁ στάρετς Θεόφιλος ὁ διά Χριστόν σαλός, ἀσκητής τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου.(1788-1853 μ.Χ.)

Ο Θεόφιλος ιδιαίτερα απέφευγε τήν συνάντηση με διανοούμενους καί μέ τους επιφανείς κοινωνικά. Περισσότερο απ’ όλους όμως αντιπαθούσε εκείνους πού ονομάζονταν «άνθρωποι της άμαξας», αυτούς δηλαδή πού καθισμένοι πάνω σε άμαξες έρχονταν νά δουν τόν Θεόφιλο σάν κάτι αξιοπερίεργο.
«Τί ζητάτε από έναν βρωμιάρη σαν κι εμένα;» συνήθιζε να ρωτάη τους ενοχλητικούς επισκέπτες. «Γιατί μέ ψάχνετε εμένα έναν άθλιο φτωχό Στάρετς καί μεγάλο αμαρτωλό;».
«Μιά καλή κουβέντα Μπάτουσκα, μιά συμβουλή, λίγη καθοδήγηση καί παρηγοριά», συνήθως απαντούσε ο επισκέπτης.
«Πηγαίνετε στον Μεγαλόσχημο Παρθένιο. Αυτός μπορεί να σας διδάξη, εγώ δέν έχω τίποτα νά σας πω. Προσπέστε στην Ύπεραγία Θεοτόκο καί στους άγιους Πατέρες της Λαύρας Περτσέσκαγια, με αγνή πίστη κι εκείνοι θά σας δώσουν ό,τι χρειάζεστε, εγώ δέν έχω τίποτα».
Μερικές φορές ο Στάρετς, προχωρούσε περισσότερο ακόμα καί από τέτοιες αποθαρρυντικές απαντήσεις, έσπρωχνε μακρυά όλους εκείνους πού συνωστίζονταν γύρω του καί έφευγε γρήγορα από ανάμεσά τους. Καί στ’ αλήθεια, τι απαντήσεις μπορούσε νά τούς δώση; Συνήθως οί ερωτήσεις ήταν πολύ κοσμικές. Κάποιος θά τού ζητούσε την βοήθεια γιά νά κερδίση μιά δίκη από τήν οποία κάποιος φτωχός θάβγαινε ζημιωμένος. Άλλοι προσπαθούσαν νά μάθουν αν ο γιος τους θά έπαιρνε προαγωγή στή δουλειά του. Αλλος ζητούσε συμβουλές γιά το αν έπρεπε νά παντρέψη τον γιό του μέ μια πλούσια νύφη ή τήν κόρη του μ’ έναν ονομαστό γαμπρό. Άλλοι πάλι ζητούσαν προσευχές γιά νά πάρουν αξιώματα ή μεγάλες συντάξεις. Αλλά ήταν ελάχιστοι εκείνοι πού ήθελαν νά ζητήσουν συμβουλή γιά τό ένα καί μοναδικό, πού είναι καί τό πιό απαραίτητο στόν άνθρωπο: Τη σωτηρία της ψυχής.
Μέ σκοπό ν’ αποφύγη παρόμοιες άσκοπες συναντήσεις καί νά γλυτώση άπό ανεπιθύμητους καί κουραστικούς επισκέπτες ο μακάριος, κατέφευγε σ’ ένα αποτελεσματικό τέχνασμα: "Άλειφε με κατράμι ή πίσσα τό κατώφλι του κελιού του κι έτσι απαλλάσσονταν από τους αργόσχολους συζητητές.
Αν όμως έφθανε ένας αληθινά ευλαβής καί απλός άνθρωπος, διψώντας γιά λόγο σωτηρίας, ο Στάρετς θά τόν δεχόταν πολύ πρόθυμα, χωρίς ωστόσο να του αφιερώση πολύ χρόνο. Κι αφού πρώτα μέ αυστηρή επίπληξη θά του φανέρωνε τίς κρυφές του αμαρτίες, θά του έδινε την άφεση.
Ήταν παράξενο νά βλέπης —έχουν πει αυτόπτες μάρτυρες— πως ο μακάριος έκανε την εξομολόγηση των ανθρώπων πού έρχονταν σ’ αύτόν. Δέν ρωτούσε γιά τις αμαρτίες τους, όπως συνήθως κάνουν οι πνευματικοί, αλλά έχοντας ακουμπήσει τ’ άγιασμένα χέρια του πάνω στό κεφάλι του ανθρώπου πού εξομολογούσε, κοιτώντας ψηλά στον ούρανό, εκείνος ο ίδιος άρχιζε ν’ απαριθμή όλες τις απόκρυφες αμαρτίες του. Τότε ο εξομολογούμενος όχι μόνον έχυνε δάκρυα μετάνοιας μέ συντριβή, αλλά καί αυτές οι τρίχες της κεφαλής του σηκώνονταν όρθιες από την φρίκη πού τον καταλάμβανε καί τη ντροπή του.
Στήν πόλη Βασίλκοβο, ζούσε κάποιος κερδοσκόπος, ο οποίος είχε πλουτίσει μέ σκοτεινές δουλειές. Όλη του την ζωή την ξόδεψε μέσα στήν διαφθορά, την απάτη καί την κακία.
Είχε χτίσει μιά τεράστια έπαυλη γιά τά γεράματά του, άλλά ενώ αποσύρθηκε γιά νά την χαρεί, δέν έβρισκε ησυχία από μιά συνείδηση βαριά που τον βασάνιζε. Ετσι, αποφάσισε να εξομολογηθή όλες τις αμαρτίες του για να βρη συγχώρεση. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες γιά τον θαυμαστό ασκητή Ιερομόναχο Θεόφιλο καί πήγε στό Κίεβο μέ την ελπίδα νά μείνει λίγο καιρό μαζί του.
Ο διορατικός Στάρετς, προβλέποντας την επίσκεψη του αδίστακτου τυχοδιώκτη, αποφάσισε νά τον προλάβη, πηγαίνοντας ο ίδιος να τον συναντήση, πριν εκείνος φτάση στο ερημητήριο.
Γι’ αύτό τό λόγο ακριβώς, κρύφτηκε μέσα στό δάσος καί γιά ολόκληρες ήμερες περίμενε τον έμπορο κοντά στην «κόκκινη ταβέρνα».
Σύντομα εμφανίστηκε η άμαξα με τον κερδοσκόπο έμπορο πού καθόταν μέσα επιδεικτικά.
Παρατήρησε τον μοναχό που περπατούσε πρός την δική του κατεύθυνση καί πήδηξε έξω από τήν άμαξα πλησιάζοντάς τον.
«Πώς είσαι Μπάτουσκα;».
«Θαυμάσια! Κι εσύ κυρ-έμπορε;».
«Είναι μακριά από δώ το ερημητήριο;».
«Ποιό απ’ όλα ζητάς;».
«Το Κιταγιέφσκαγια».
«Είναι ψηλά στον Θεό, μακριά απ’ τον Τσάρο, το πιο κοντινό ερημητήριο. Γιά ποιο λόγο πας; Νά προσευχηθής στον Θεό;».
«Περίπου... αλλά πιό πολύ θάθελα να δω αυτόν τον Μεγαλόσχημο Θεόφιλο. Θά μπορούσες να μου πης πού μένει;».
«Και σε τι θα σου φανή χρήσιμος αυτός;».
«Όλοι λένε πως είναι πολύ άγιος και διορατικός».
«Ποιος; Ο Θεόφιλος;».
«Ναι, ο Ιερομόναχος».
«Τί είδους αγιότητα είναι αυτή που έχει;
 Πίστεψες κι εσύ όλες τις ανοησίες πού διαδίδουν οι γυναικούλες;».
«Μα πώς μπορεί νάναι ψέματα; Όλοι λένε...».
«Εσύ μή λές τίποτα! Γιατί έχει κάνει τόσα πολλά κακά κι είναι τέτοιος πόρνος, που άλλο κάθαρμα σαν κι αυτόν δεν θα βρής σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Βίασε γυναίκες άλλων, αποπλάνησε κόρες, έκλεψε τα άλογα του γείτονα του τήν νύχτα, δάνεισε χρήματα σε φτωχούς πλουτίζοντας με το αίμα τους. Πόσα ορφανά δέν άφησε στούς δρόμους χωρίς ένα ρούχο! Πόσους ανθρώπους δεν κατέστρεψε με τίς δολοπλοκίες του καί τις σκοτεινές βρωμοδουλειές του! Απέκτησε μιά καλοθρεμμένη κοιλιά από ξένες ιδιοκτησίες καί τώρα έχει την επιθυμία νά πλησιάση τον Θεό! Ήρθε στον Στάρετς Θεόφιλο πάνω σε κλεμμένα άλογα, φορτωμένος μ’ ένα σωρό θανάσιμες αμαρτίες. Λοιπόν, μετανόησε, μετανόησε. Προσευχήσου στό Θεό. Ο Κύριος είναι πολυεύσπλαχνος καί «ου θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν...».
Αλλά ο άναυδος ζωέμπορας πού είχε ήδη πληροφορηθή στήν καρδιά του ότι αυτός ήταν ο Θεόφιλος, έπεσε στα πόδια του Στάρετς καί τάβρεχε μέ δάκρυα μετάνοιας.
«Συγχώρεσέ με, Μπάτουσκα. Δώσε άφεση αμαρτιών σ’ έναν τέτοιο παλιάνθρωπο σαν κι εμένα».
  «Ο Κύριος θά σε συγχωρέση, ο Κύριος θα σε συγχωρέση. Πήγαινε στους αγίους του Θεού. Πρόσπεσε σ’ αυτούς. Ικέτεψε τους. Θα σ’ ελεήσουν, θα σου τα συγχωρέσουν όλα. Ο πατέρας σου ήταν δίκαιος άνθρωπος και οι προσευχές του στόν Θεό, θα σου χαρίσουν το έλεός Του».
«Όχι δεν υπάρχει έλεος για μένα. Έχω τόσο πολύ παροργίσει την αγαθότητα του Θεού».
«Εκείνος θα σε συγχωρέση, Εκείνος θα σε συγχωρέση. Μόνον μην ξαναπέσης σέ αμαρτίες μέ την αμέλεια κι έτσι αχρηστέψης τις ευεργετικές πηγές πού καθάρισαν σήμερα την ψυχή σου μέ την μετάνοια. Μήν πάψης να προσεύχεσαι. Μήν αφήσης αδέσποτα τα πάθη σου. Διασφάλισε την συγχωρέση που πήρες. Φύλαξε τήν αγάπη καί τον φόβο του Θεού. Πήγαινε!».
Ο έμπορος μέ μεγάλη προθυμία έτρεξε στην Λαύρα καί πέρασε εκεί πολλές ώρες διηγούμενος στούς μοναχούς των Σπηλαίων γιά τήν συνάντησή του με τον Θεόφιλο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2017/01/blog-post_536.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου