Σελίδες

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Κατήχηση ιδ´ Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων

  
Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα, πάνω στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως «ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς καί καθίσαντα ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός». Γίνεται καί ἀνάγνωση ἀπό τήν πρώτη ᾿Επιστολή πρός Κορινθίους: «Σᾶς ὑπενθυμίζω, ἀδελφοί, τό Εὐαγγέλιο πού σᾶς κήρυξα» (Α´ Κορ. 15, 1) κ.τ.λ. «῞Οτι ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές» (Α´ Κορ. 15, 4) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν στόν ἴδιο στίχο.
Α´ . Εἶναι καιρός νά εὐφρανθεῖς ῾Ιερουσαλήμ καί νά πανηγυρίσετε ὅλοι ὅσοι ἀγαπᾶτε τόν ᾿Ιησοῦ (῾Ησ. 66, 10), διότι ἀναστήθηκε! Χαρεῖτε ὅλοι, ὅσοι προηγουμένως εἴχατε πένθος ὅταν ἀκούσατε ὅσα παράνομα καί ἐγκληματικά τόλμησαν νά πράξουν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. Διότι Αὐτός πού ἐκεῖνοι ἀτίμασαν ἀλαζονικά ἐδῶ δά, ἀναστήθηκε! Καί ὅπως τό νά ἀκούει κανείς γιά τή Σταύρωση εἶναι κάπως λυπηρό, ἔτσι ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως ἄς εὐφραίνει τούς παρόντες.
Τό πένθος ἄς γίνει εὐφροσύνη καί ὁ θρῆνος ἄς μεταστραφεῖ σέ χαρά. Καί ἄς γεμίσει τό στόμα μας χαρά καί ἀγαλλίαση, γιατί ᾿Εκεῖνος, μετά τήν ᾿Ανάστασή Του, μᾶς εἶπε.«Νά χαίρεσθε» (Ματθ. 28, 9). Διότι διεπίστωσα τή λύπη πού εἶχαν τίς προηγούμενες ἡμέρες ὅσοι ἀγαποῦν τόν ᾿Ιησοῦ. ᾿Επειδή ὅσα λέγονταν εἶχαν τέλος τό θάνατο καί τήν Ταφή καί δέν ἀκούστηκε ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως, ἡ καρδιά τους περίμενε μέ ἱερή ἀγωνία νά ἀκούσει ἐκεῖνο πού ποθοῦσαν. ᾿Αναστήθηκε λοιπόν ὁ νεκρός, ὁ «ἐλεύθερος ἀνάμεσα στούς νεκρούς»¹ (πρβλ. Ψαλμ. 87, 5) καί ἐλευθερωτής τῶν νεκρῶν. ᾿Εκεῖνος πού μέ ὑπομονή δέχτηκε νά φορέσει τό ἀτιμωτικό ἀκάνθινο στεφάνι, Αὐτός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε, φόρεσε τό διάδημα τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου.
Β´ . ᾿Αλλά ὅπως ἀκριβῶς παραθέσαμε τίς μαρτυρίες περί τοῦ Σταυροῦ, ἔτσι καί τώρα, ἔλα νά ἐπιβεβαιώσουμε καί νά παρουσιάσουμε τίς ἀποδείξεις περί τῆς ᾿Αναστάσεως. Διότι ὁ ᾿Απόστολος πού διαβάσαμε λέει: «ἐνταφιάστηκε καί ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές» (Α´ Κορ. 15, 4). Καί ἐφόσον ὁ ᾿Απόστολος μᾶς παραπέμπει στίς μαρτυρίες τῶν Γραφῶν, εἶναι καλό γιά μᾶς νά γνωρίσουμε τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας καί νά μάθουμε πρῶτα, ἄν οἱ θεῖες Γραφές μᾶς λένε ποιός εἶναι ὁ καιρός πού ἔγινε ἡ ᾿Ανάστασή Του. ῎Αραγε ἔγινε τό καλοκαίρι ἤ τό φθινόπωρο ἤ μετά τό χειμώνα καί σέ ποιό τόπο ἔγινε ἡ ᾿Ανάστασή Του καί ποιό εἶναι τό ὄνομα τοῦ τόπου πού διακηρύχτηκε ἀπό τούς λαμπρούς Προφῆτες ὡς τόπος τῆς ᾿Αναστάσεώς Του; Καί ἄν οἱ γυναῖκες, πού τόν ζητοῦσαν καί δέν τόν εὕρισκαν, ὅταν τόν βρῆκαν πάλι, χάρηκαν. ῞Ωστε ὅταν διαβάζεται τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, νά μή θεωροῦνται ὅτι εἶναι μύθοι ἤ ἐπικά πολύλογα καί φανταστικά ἀφηγήματα αὐτά πού μᾶς ἐξιστορεῖ.
Γ´ . ῞Οτι λοιπόν ἐνταφιάστηκε ὁ Σωτήρας τό ἀκούσατε σαφῶς στήν προηγούμενη διάλεξη πού ὁ προφήτης ῾Ησαΐας ἔλεγε.«Θά ἐπικρατήσει εἰρήνη στήν ταφή Του» (῾Ησ. 57, 2). Διότι μέ τήν ταφή Του ἔφερε εἰρήνη ἀνάμεσα στόν οὐρανό καί στή γῆ, ὁδηγώντας τούς ἁμαρτωλούς στό Θεό. Καί ὅτι «ὁ δίκαιος πάρθηκε ἀπό τά χέρια τῶν ἀδίκων» (῾Ησ. 57, 1). «Θά ἐπικρατήσει εἰρήνη στήν ταφή Του καί θά παραδοθοῦν οἱ πονηροί ὡς ἀντάλλαγμα γιά τό θάνατό Του» (῾Ησ. 53, 9). ᾿Επίσης ἡ προφητεία τοῦ ᾿Ιακώβ πού μᾶς λέει: «῎Επεσε καί κοιμήθηκε ὅπως κοιμᾶται τό λιοντάρι καί τό λιονταρόπουλό του, ποιός θά τόν ξυπνήσει;» (Γέν. 49, 9). Εἶναι καί τό παραπλήσιο χωρίο πού ὑπάρχει στό βιβλίο τῶν ᾿Αριθμῶν: «Κατακλίθηκε καί ἀναπαύθηκε, ὅπως τό λιοντάρι καί τό λιονταρόπουλό του» (᾿Αριθ. 24, 9). ᾿Αλλά καί ὁ Ψαλμός τό λέει καί τό ἔχετε ἀκούσει πολλές φορές.«Καί ἐπέτρεψες νά καταπέσω στό χῶμα τοῦ τάφου καί τοῦ θανάτου» (Ψαλμ. 21, 16). Γιά τόν τόπο ἤδη τό ἐπισημάναμε μ᾿ αὐτό πού λέει: «Κοιτάξτε πρός τήν πέτρα πού λατομήσατε» (῾Ησ. 51, 1). Τώρα στή συνέχεια, ἄς παρουσιάσουμε τίς μαρτυρίες γι᾿ αὐτή τήν ᾿Ανάστασή Του.
Δ´ . Λέει λοιπόν πρῶτα-πρῶτα στόν ἑνδέκατο Ψαλμό.«᾿Εξαιτίας τῆς κακοπάθειας τῶν φτωχῶν καί τῶν στεναγμῶν τῶν στερημένων καί καταπιεζομένων, θά ἀναστηθῶ τώρα, λέει ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 11, 16). ᾿Αλλά αὐτό τό χωρίο γιά μερικούς εἶναι ἀμφίβολο, ἐπειδή πολλές φορές ὁ Κύριος ξεσηκώνεται, γιά νά λάβει ἐκδίκηση ἀπό τούς ἐχθρούς.
῎Ελα ὅμως στό δέκατο πέμπτο Ψαλμό πού λέει σαφῶς: «Φύλαξέ με, Κύριε, διότι σέ Σένα στήριξα τίς ἐλπίδες μου» (Ψαλμ. 15, 1). Καί μετά ἀπό αὐτά.«Δέν θά συναθροίσω ποτέ λατρευτικές συνάξεις ἀπό ἀνθρώπους μολυσμένους μέ αἷμα ἀδικοχυμένο, οὔτε θά θυμηθῶ καί οὔτε θά ἀναφέρω μέ τά χείλη μου τά ὀνόματά τους» (Ψαλμ. 15, 4), διότι ἐμένα μέ ἀρνήθηκαν καί θεώρησαν βασιλιά τους τόν Καίσαρα. Καί συνεχίζει: «῎Εβλεπα τόν Κύριο πάντοτε μπροστά μου, πραγματικά ἦταν στά δεξιά μου, γιά νά μέ προστατεύει γιά νά μήν κλονιστῶ» (Ψαλμ. 15, 8). Καί λίγο παρακάτω: «᾿Ακόμη καί τή νύχτα μέ παιδαγωγοῦσαν οἱ νυγμοί τῆς συνειδήσεώς μου» (Ψαλμ. 15, 7). Μετά δέ ἀπό αὐτά σαφέστατα λέει: «Δέν θά ἐγκαταλείψεις τήν ψυχή μου στόν ἅδη, οὔτε θά ἐπιτρέψεις σ᾿ αὐτόν πού σοῦ εἶναι ἀφοσιωμένος νά δοκιμάσει τή φθορά καί τήν ἀποσύνθεση» (Ψαλμ. 15, 10). Δέν εἶπε, οὔτε θά ἐπιτρέψεις σ᾿ αὐτόν πού σοῦ εἶναι ἀφοσιωμένος νά δοκιμάσει θάνατο, γιατί τότε δέν θά πέθαινε, ἀλλά τί εἶπε; Τή φθορά καί τήν ἀποσύνθεση δέν βλέπω. ῞Οσο γιά τό θάνατο, δέν θά παραμείνω κάτω ἀπό τήν ἐξουσία του γιά πολύ. «Μέ ἔκανες νά γνωρίσω δρόμους ζωῆς μέσα στόν τάφο» (Ψαλμ. 15, 11). Καί νά, πού σαφῶς κηρύττεται ὅτι μετά τό θάνατο ἔρχεται ἡ ζωή.
῎Ελα καί στόν εἰκοστό ἔνατο Ψαλμό: «Θά σέ δοξάσω, Κύριε, διότι μέ προστάτευσες καί δέν ἔπεσα, ὥστε νά εὐφρανθοῦν οἱ ἐχθροί μου, βλέποντας τήν καταστροφή μου» (Ψαλμ. 29, 2). Τί εἶναι αὐτό πού σοῦ ἔκανε ὁ Κύριος; ᾿Από τούς ἐχθρούς γλύτωσες ἤ ἀπαλλάχτηκες ἀπό τίς μέλλουσες τιμωρίες; Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Ψαλμός σαφέστατα ἀναφέρει πιό κάτω: «Κύριε, ἔβγαλες ἀπό τόν ἅδη τήν ψυχή μου» (Ψαλμ. 29, 4). Προηγουμένως εἶπε «δέν θά ἐγκαταλείψεις στόν ἅδη τήν ψυχή μου», μέ προφητική ἐνόραση, καί ἐδῶ ἀναφέρει αὐτό πού πρόκειται νά γίνει, σάν νά ἔχει ἤδη γίνει: «῞Οτι ἔβγαλες τήν ψυχή μου ἀπό τόν ἅδη καί μέ ἔσωσες, γιά νά μήν εἶμαι ἀνάμεσα στούς νεκρούς πού κατεβαίνουν στό λάκκο τοῦ τάφου» (Ψαλμ. 29, 4). Πότε θά γίνει αὐτό τό γεγονός; «Τό ἑσπέρας θά διανυκτερεύσει μαζί μας ὁ κλαυθμός καί τό πρωί ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίαση» (Ψαλμ. 29, 6). Καί πραγματικά. ᾿Αργά τό βράδυ οἱ μαθητές εἶχαν θλίψη καί πένθος καί τό πρωί ἦρθε ἡ χαρά καί ἡ εὐφροσύνη τῆς ᾿Αναστάσεως.
Ε´ . Θέλεις νά μάθεις καί τόν τόπο; Λέει λοιπόν στό ῏Ασμα: «Κατέβηκα στόν κῆπο πού εἶναι οἱ καρυδιές» (῏Ασμα 6, 11). ῏Ηταν κῆπος καί ἐκεῖ ὅπου σταυρώθηκε. Τώρα βέβαια μπορεῖ νά καλλωπίστηκε πάρα πολύ μέ τίς βασιλικές ἐπιχορηγήσεις καί δωρεές, ἀλλά ἦταν κῆπος πρίν καί ἀκόμη καί τώρα παραμένουν τόσα στοιχεῖα χαρακτηριστικά πού τό φανερώνουν. «Κῆπος περιφραγμένος, πηγή σφραγισμένη» (῏Ασμα 4, 12) ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν.«Θυμηθήκαμε ὅτι ᾿Εκεῖνος ὁ πλάνος εἶπε, ἐνῶ ζοῦσε ἀκόμη, ὅτι μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες θά ἀναστηθῶ, δῶσε λοιπόν διαταγή νά ἀσφαλίσουν τόν τάφο» (Ματθ. 27, 63-64) καί τά περαιτέρω. «Καί οἱ ᾿Ιουδαῖοι πῆγαν καί ἀσφάλισαν τόν τάφο, δηλαδή σφράγισαν τήν ταφόπετρα καί ἔβαλαν φρουρά» (Ματθ. 27, 66). Καλά εἶπε γι᾿ αὐτούς κάποιος, ἀπευθυνόμενος πρός τόν ᾿Ιησοῦ: «Καί Σύ Κύριε, θά τούς ἀφήσεις ν᾿ ἀναπαύονται στή σιγουριά τους» (᾿Ιώβ 7, 18). «Ποιά εἶναι τώρα ἡ πηγή ἡ σφραγισμένη; ῎Η ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού ἑρμηνεύεται πηγή φρέατος μέ ζωντανό νερό;» (πρβλ. ῏Ασμα 4, 15). Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρας, γιά τόν ῾Οποῖο ἔχει γραφεῖ:«῞Οτι σέ Σένα ὑπάρχει ἀνεξάντλητη πηγή ζωῆς» (Ψαλμ. 35, 10).
ς´ . ᾿Αλλά τί λέει ὁ προφήτης Σοφονίας, σάν νά μιλάει ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος στούς Μαθητές Του; «῾Ετοιμαστεῖτε λοιπόν, ὀρθρίζετε διότι καταστράφηκαν καί τά τελευταῖα ὑπολείμματά τους». Καί εἶναι φανερό ὅτι ἐννοεῖ τούς ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν νά ἐπιδείξουν κανένα καρπό —κανένα ἔργο— πού νά φανερώνει ὅτι ἐπιθυμοῦν τή σωτηρία τους. Δέν ἔχουν νά ἐπιδείξουν οὔτε κάν κάποιους μικρούς καί ἀσήμαντους καρπούς πού θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν ἀπομεινάρια —καμπανάρια— ἀπό τόν τρύγο τοῦ ἀμπελιοῦ, ἐφόσον ξεριζώνεται ὁλοκληρωτικά τό ἀμπέλι τους (ἡ φυλή τους βγαίνει ὁριστικά ἔξω ἀπό τό χῶρο τῆς σωτηρίας).
Καί συνεχίζει στό ἴδιο κείμενο τοῦ Προφήτη καί λέει.«Γι᾿ αὐτό ὑπόμεινέ με, λέει ὁ Κύριος, μέχρι τήν ἡμέρα πού θά ἀναστηθῶ στό Μαρτύριο» (Σοφον. 3, 8). Βλέπεις ὅτι ὁ Προφήτης προγνώριζε ὅτι καί ὁ τόπος τῆς ᾿Αναστάσεως θά ἐπονομαστεῖ Μαρτύριο; Γιά ποιό λόγο λοιπόν, κατά τίς ὑπόλοιπες ᾿Εκκλησίες, νά μήν καλεῖται καί ὁ τόπος αὐτός τοῦ Γολγοθᾶ καί τῆς ᾿Αναστάσεως «᾿Εκκλησία» ἀλλά Μαρτύριο; ῎Ισως ὅμως νά ὀνομάζεται ἔτσι γιατί καί ὁ Προφήτης ἔτσι τό ὀνόμασε ὅταν εἶπε.«Μέχρι τήν ἡμέρα πού θά ἀναστηθῶ στό Μαρτύριο» (Σοφον. 3, 8).
Ζ´ . Καί ποιός εἶναι ἄραγε αὐτός πού θά ἀναστηθεῖ καί ποιό ξεχωριστό καί θαυμαστό γνώρισμα θά μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάστασή Του; Σαφῶς στή συνέχεια, λίγο παρακάτω, ὁ Προφήτης λέει:«Τότε θά μεταβάλω τίς γλῶσσες τῶν λαῶν καί θά τίς ἑνοποιήσω» (Σοφον. 3, 9). Καί τό λέει αὐτό, ἐπειδή μετά τήν ᾿Ανάσταση, μέ τήν κάθοδο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, δόθηκε στούς Μαθητές τό χάρισμα τῶν γλωσσῶν, (πρβλ. Πράξ. 2, 4), «ὥστε νά ὑπηρετοῦν ὅλοι τό ῎Ονομα τοῦ Κυρίου κάτω ἀπό ἕνα ζυγό ἑνωμένοι μέ τήν ἴδια πίστη καί τήν ἴδια λατρεία» (Σοφον. 3, 9). Καί ποιό ἄλλο ἱστορικό γεγονός, κατά τόν ἴδιο Προφήτη, θά φανερώνει ὅτι ὅλοι οἱ λαοί θά ὑπηρετοῦν τό ῎Ονομα τοῦ Κυρίου κάτω ἀπό ἕνα ζυγό; «᾿Από τούς πιό ἀπόμακρους ποταμούς τῆς Αἰθιοπίας οἱ λαοί θά μοῦ προσφέρουν θυσίες» (Σοφον. 3, 10). Γνωρίζεις αὐτό πού ἀναφέρεται στίς Πράξεις, τότε πού ἦλθε ὁ εὐνοῦχος ὁ Αἰθίοπας ἀπό τά πιό ἀπόμακρα ποτάμια τῆς Αἰθιοπίας (πρβλ. Πράξ. 8, 27). ῞Οταν λοιπόν, καί τήν ὥρα τῆς ᾿Ανάστασης καί τοῦ τόπου τό ἰδίωμα καί τά σημεῖα μετά τήν ᾿Ανάσταση, μᾶς ἀναφέρουν οἱ Γραφές, βεβαιώσου γιά τήν ᾿Ανάσταση καί κανένας νά μή σέ κλονίσει ἀπό τό νά ὁμολογεῖς ὅτι ὁ Χριστός ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε.
Η´ . ῎Εχεις ὅμως καί ἄλλη μαρτυρία στόν ὀγδοηκοστό ἕβδομο Ψαλμό, ὅπου ὁ Χριστός λέει μέ τά λόγια τῶν Προφητῶν. Διότι αὐτός ὁ ῎Ιδιος πού τότε μιλοῦσε, μετά, ὅταν ἦρθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἦρθε στή γῆ. «Κύριε, Σύ πού εἶσαι ὁ Θεός καί Σωτήρας μου, φώναξα πρός ᾿Εσένα ἱκετευτικά ὁλόκληρη τήν ἡμέρα καί κατά τή διάρκεια τῆς νύχτας» (Ψαλμ. 87, 2). Καί μετά ἀπό λίγο λέει:«Κατάντησα σάν ἕνας ἄνθρωπος ἀβοήθητος, ἐλεύθερος ἀνάμεσα στούς νεκρούς» (Ψαλμ. 87 5). Δέν εἶπε κατάντησα ἄνθρωπος ἀβοήθητος, ἀλλά σάν ἄνθρωπος ἀβοήθητος. Διότι σταυρώθηκε ὄχι ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά μέ τή θέλησή Του. Καί ὁ θάνατος δέν προῆλθε ἀπό ἀκούσια ἀσθένειά Του. «Συγκαταριθμήθηκα μέ τούς νεκρούς πού κατεβαίνουν στό λάκκο τοῦ τάφου» (Ψαλμ. 87, 5). Καί ποιό εἶναι ἐκεῖνο τό σημεῖο, πού θά μποροῦσε αὐθεντικά νά μᾶς βεβαιώσει ὅτι ὅλα αὐτά ἀναφέρονται στόν Κύριο; Εἶναι τό «ἀπομάκρυνες τούς γνωστούς μου ἀπό κοντά μου» (Ψαλμ. 87, 9), διότι φύγανε μακριά οἱ Μαθητές τήν ὥρα τοῦ Πάθους. «Μήπως θά ἐπιτελέσεις τά θαύματά σου στούς νεκρούς;» (Ψαλμ. 87, 11). ῎Επειτα λίγο παρακάτω: «Γι᾿ αὐτό καί ἐγώ, Κύριε, φώναξα ἱκετευτικά πρός ἐσένα καί τό πρωί ἡ προσευχή μου θά σέ προφθάσει» (Ψαλμ. 87, 14). Βλέπεις πῶς μᾶς φανερώνουν οἱ Προφῆτες τόν ἁρμόδιο καιρό, πού ἦρθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί γιά τό Πάθος καί γιά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου;
Θ´ . Καί ἀπό ποῦ ἀναστήθηκε ὁ Σωτήρας; Λέει στό ῏Ασμα ᾿Ασμάτων:«Σήκω, ἡ ἀγαπητή μου, καί ἔλα» (῏Ασμα 2, 10). Καί στά ἑπόμενα:«Στή στέγη τῆς πέτρας» (῏Ασμα 2, 14). «Στέγη τῆς πέτρας» ἐννοεῖ αὐτό τό βαθούλωμα, πού ἔμοιαζε σάν προστέγασμα καί ὑπῆρχε τότε μπροστά στή θύρα τοῦ σωτηρίου μνήματος, λαξευμένο πάνω στήν ἴδια τήν πέτρα, καθώς συνηθίζουν ἐδῶ νά κάνουν μπροστά στά μνήματα. Τώρα δέν φαίνεται, ἐπειδή ἀφαιρέθηκε αὐτό τό προστέγασμα, γιά νά ἔχουμε τήν παρούσα καλαισθησία. Διότι, πρίν νά τό ἐξωραΐσει ἡ καλή διάθεση τοῦ βασιλιᾶ αὐτό τό μνῆμα, ὑπῆρχε προστέγασμα μπροστά στήν πέτρα.
᾿Αλλά ποῦ εἶναι ἡ πέτρα πού ἔχει τό προστέγασμα; ῎Αραγε στά μέσα τῆς πόλεως βρίσκεται ἤ στά τείχη καί στά ἐξωτερικά περιτειχίσματα τῆς πόλεως; Καί σέ ποιό μέρος ἀπό τά δύο, στά ἀρχαῖα τείχη ἤ στό προτείχισμα πού ἔγινε ἀργότερα; Λέει λοιπόν στό ῏Ασμα: «Στό προστέγασμα τῆς πέτρας πού ἐφάπτεται στό προτείχισμα» (῏Ασμα 2, 14).
Ι´ . Ποιά ἐποχή ἀναστήθηκε ὁ Σωτήρας; ῎Αραγε ἦταν καλοκαίρι ἤ ἄλλη ἐποχή; Στό ἴδιο πάλι τό βιβλίο, στό ῏Ασμα ᾿Ασμάτων, λίγο πιό πρίν ἀπ᾿ αὐτά πού προηγουμένως ἀναφέραμε, λέει: «῾Ο χειμώνας πέρασε. Πέρασε πιά ἡ ἐποχή τῶν βροχῶν.τό νερό ξαναμαζεύεται στά σύννεφα. Τά λουλούδια ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους στή γῆ, ὁ καιρός τοῦ κορφολογήματος ἦρθε» (πρβλ. ῏Ασμα 2, 11-12). Αὐτή λοιπόν δέν εἶναι ἡ ἐποχή, πού ἡ γῆ εἶναι γεμάτη λουλούδια καί οἱ ἀμπελουργοί κορφολογοῦν τά ἀμπέλια; Βλέπεις ὅτι μᾶς λέει πώς εἶχε περάσει ὁ χειμώνας; ῾Ο μήνας λοιπόν, πού ἀναφέρει ὅτι ἦταν τότε, εἶναι ὁ ᾿Απρίλιος, ἑπομένως ἦταν ἄνοιξη. ῾Η ἐποχή ἦταν αὐτή καί ἦταν ὁ πρῶτος μήνας γιά τούς ῾Εβραίους, ὅπου γιορτάζεται ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα, πού τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συμβολικά, προτύπωνε τό Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης, τό ὁποῖο εἶναι τό πραγματικό πέρασμα, ἀπό τή φθορά στήν ἀφθαρσία, ἡ πραγματική νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.
Μιά τέτοια ἐποχή δημιουργήθηκε ὁ κόσμος Τότε ἦταν πού εἶπε ὁ Θεός:«᾿Από τήν ξερή γῆ νά βγοῦν ὅλα τά εἴδη τῆς χλόης καί τῆς θαμνώδους βλάστησης καί τό κάθε εἶδος ἀπ᾿ αὐτά ἄς ἔχει τό δικό του σπόρο, ὥστε τό ἴδιο νά διαιωνίζεται, χωρίς νά χάνει τά ἰδιαίτερα γνωρίσματά του» (Γέν. 1, 11). Καί τώρα, ὅπως βλέπεις, κάθε φυτρωμένο φυτό σχηματίζει τούς σπόρους του. Καί ὅπως τότε ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἥλιο καί τή σελήνη καί ὅρισε κατά τέτοιο τρόπο τήν τροχιά τους, ὥστε σέ μιά ὁρισμένη χρονική περίοδο νά ἔχουν ἴση διάρκεια τή νύχτα καί τήν ἡμέρα, ἔτσι καί πρίν λίγες ἡμέρες εἴχαμε ἰσημερία. Τότε εἶπε ὁ Θεός:«῎Ας δημιουργήσουμε ἄνθρωπο κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσή μας» (Γέν. 1, 26). Καί ἔλαβε ὁ ἄνθρωπος τό «κατ᾿ εἰκόνα», ἀλλά τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τό ἀμαύρωσε μέ τήν παρακοή. Τήν ἐποχή λοιπόν πού τό ἔχασε τοῦτο, τήν ἴδια ἐποχή ἔγινε καί ἡ διόρθωση. Τήν ἴδια ἐποχή δηλαδή πού ὁ ἄνθρωπος μέ τήν παρακοή διώχτηκε ἀπό τόν Παράδεισο, τήν ἴδια ἐποχή καί αὐτός πού πίστεψε, μέ τήν ὑπακοή, εἰσῆλθε πάλι στόν Παράδεισο. Τήν ἴδια λοιπόν ἔποχή πού ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος, τήν ἴδια καί σώθηκε2, τήν ἄνοιξη, τότε πού ἀνθίζουν τά φυτά καί τότε πού γινόταν τό κορφολόγημα (πρβλ. ῏Ασμα 2, 12).
ΙΑ´ . ῾Ο τόπος τῆς ταφῆς3 ἦταν κῆπος, καί ῎Αμπελος ἦταν Αὐτός πού φυτεύθηκε. Μᾶς τό ἔχει πεῖ:«᾿Εγώ εἶμαι ἡ ῎Αμπελος» (᾿Ιωάν. 15, 1). Φυτεύθηκε φυσικά στή γῆ, γιά νά ἐκριζωθεῖ ἡ κατάρα πού δόθηκε ἐξαιτίας τοῦ ᾿Αδάμ, ὅτι ἡ γῆ θά φυτρώνει ἀγκάθια καί τριβόλια (πρβλ. Γέν. 3, 18). Βλάστησε ἀπό τή γῆ ἡ ἀληθινή ῎Αμπελος, γιά νά βρεῖ τόπο αὐτό πού ἔχει γραφεῖ: «᾿Αλήθεια ἀπό τή γῆ ἀνέτειλε καί ἀπό τόν οὐρανό κατέβηκε δικαιοσύνη» (Ψαλμ. 84, 12). Καί τί πρόκειται νά πεῖ ᾿Εκεῖνος πού ἐνταφιάστηκε στόν κῆπο; «Τρύγησα τήν εὐωδιαστή σμύρνα μου μέ τά ἀρώματά μου» (῏Ασμα 5, 1). Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Σμύρνα καί ἀλόη μέ ὅλα τά ἄλλα ἐξαίρετα ἀρώματα» (πρβλ. ῏Ασμα 4, 14). Αὐτά εἶναι βέβαια τά σύμβολα τοῦ ἐνταφιασμοῦ. Καί στό Εὐαγγέλιο ἔχει γραφεῖ.῏Ηλθαν οἱ γυναῖκες πρός τό μνῆμα, φέρνοντας μαζί τους τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν» (πρβλ. Λουκ. 24, 1). Καί ὁ Νικόδημος ἦλθε κρατώντας μίγμα σμύρνας καί ἀλόης (πρβλ. ᾿Ιωάν. 19, 39). Καί στή συνέχεια στό ἴδιο βιβλίο ἔχει γραφεῖ:  «῎Εφαγα τόν ἄρτο μου μαζί μέ τό μέλι μου» (῏Ασμα 5, 1). Τό πικρό τό ἔφαγε πρίν τό πάθος καί τό γλυκύ μετά τήν ᾿Ανάσταση. ῎Επειτα λέει: ᾿Αναστημένος πιά εἰσῆλθε ἀνάμεσα ἀπό τίς κλειστές πόρτες (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 19. 26), ἀλλά ἀμφέβαλλαν γι᾿ Αὐτόν. «Διότι νόμιζαν ὅτι βλέπουν φάντασμα» (Λουκ. 24, 37). ᾿Εκεῖνος ὅμως τούς εἶπε: «Ψηλαφῆστε με καί θά δεῖτε» (Λουκ. 24, 39). «Βάλτε τά δάχτυλά σας στό σημάδι πού ἔχουν ἀφήσει τά καρφιά» (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 25), πράγμα πού ἐπιζητοῦσε ἀργότερα ὁ Θωμᾶς νά κάνει. Καί ἐνῶ ἀκόμα αὐτοί ἀπιστοῦσαν ἀπό τή χαρά τους καί θαύμαζαν, τούς εἶπε: «῎Εχετε ἐδῶ, τίποτε φαγώσιμο; Καί αὐτοί τότε τοῦ ἔδωσαν ἕνα μέρος ἀπό ψητό ψάρι καί κηρήθρα ἀπό μελίσσι» (Λουκ. 24, 41-42). Βλέπεις πῶς ἐκπληρώθηκε αὐτό πού εἶπε: «ἔφαγα τόν ἄρτο μου μαζί μέ τό μέλι μου»; (῏Ασμα 5, 1).
ΙΒ´ . ᾿Αλλά πρίν νά εἰσέλθει «ἀνάμεσα ἀπό τίς κλειστές πόρτες» (᾿Ιωάν. 20, 19.26), οἱ θαυμάσιες ἐκεῖνες καί ἀνδρεῖες γυναῖκες Τόν ζητοῦσαν. Ζητοῦσαν τό Νυμφίο καί θεραπευτή τῶν ψυχῶν τους. ῏Ηλθαν οἱ εὐλογημένες ἐκεῖνες στόν τάφο (πρβλ. Ματθ. 28, 1) καί ζητοῦσαν τόν ᾿Αναστημένο4. Καί τά δάκρυα ἀπό τά μάτια τους ἀκόμα ἔσταζαν, ἐνῶ θά ἔπρεπε μᾶλλον νά εὐφραίνονται καί νά χορεύουν γιά τόν ᾿Αναστημένο Χριστό. ῏Ηρθε ἡ Μαρία (πρβλ. Ματθ. 28, 1) καί Τόν ζητοῦσε, κατά τό Εὐαγγέλιο, καί δέν Τόν εὕρισκε, ἀλλά στή συνέχεια ἄκουσε ἀπό τούς ᾿Αγγέλους ὅτι ἀναστήθηκε καί κατόπιν εἶδε τόν Χριστό. Μήπως ὅμως καί αὐτά τά βρίσκουμε κάπου γραμμένα; Λέει λοιπόν στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων: «Στήν κλίνη μου, τή νύχτα, ζήτησα Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου» (῏Ασμα 3, 1). Ποιά ὥρα; «Στήν κλίνη μου, τή νύχτα, ζήτησα Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου» (῏Ασμα 3, 1). ῾Η Μαρία, λέει, «ἦρθε ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτάδι» (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 1). «Στήν κλίνη μου ἐνῶ ἤμουν, τή νύχτα τόν ζήτησα, ἀλλά δέν τόν βρῆκα πουθενά» (῏Ασμα 3, 1). Καί στό Εὐαγγέλιο λέει ἡ Μαρία.«Σήκωσαν τόν Κύριό μου, καί δέν ξέρω ποῦ τόν ἔβαλαν» (᾿Ιωάν. 20, 13). Οἱ ῎Αγγελοι ὅμως πού τότε βρίσκονταν στό κενό μνημεῖο, τίς βοήθησαν νά γνωρίσουν ὅσα ἀγνοοῦσαν. Τούς ἔλεγαν λοιπόν.«Τί ζητᾶτε τόν Ζωντανό ἀνάμεσα στούς νεκρούς;». ῎Οχι μόνο ἀναστήθηκε, ἀλλά ἀνέστησε μέ τή δύναμή Του καί ἄλλους νεκρούς. Αὐτή ὅμως τά ἀγνοοῦσε αὐτά καί γιά τό λόγο αὐτό τό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων, θέλοντας νά τήν ἀντιπροσωπεύσει, παρουσιάζεται νά λέει στούς ᾿Αγγέλους: «Μήπως εἴδατε Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου; ᾿Αλλά λίγο εἶχα, ὅταν ἀπομακρύνθηκα ἀπ᾿ αὐτούς» (῏Ασμα 3, 3-4), δηλαδή τούς δύο ᾿Αγγέλους, «καί βρῆκα Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου. Τόν κράτησα καί δέν Τόν ἄφησα» (῏Ασμα 3, 4).
ΙΓ´ . Μετά ὅμως ἀπό τήν ὀπτασία τῶν ᾿Αγγέλων ὁ ᾿Ιησοῦς ἦρθε καί παρουσιάστηκε μόνος Του καί τούς εἶπε, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο.«Καί νά, ὁ ᾿Ιησοῦς συνάντησε τίς γυναῖκες λέγοντας.Χαίρετε! Καί αὐτές ἔτρεξαν πρός Αὐτόν καί κράτησαν τά πόδια Του» (Ματθ. 28, 9). Κράτησαν Αὐτόν γιά νά ἐκπληρωθεῖ αὐτό πού εἶπε στό ῏Ασμα: «Θά Τόν κρατήσω καί δέν θά Τόν ἀφήσω πιά» (῏Ασμα 3, 4). ᾿Ασθενικό ἦταν τῆς γυναίκας τό σῶμα, ἀνδρεῖο ὅμως τό φρόνημά της. «Τό νερό πολύ, ἀλλά δέν ἔσβησε τήν ἀγάπη, οὔτε οἱ ποταμοί τήν ἔπνιξαν» (πρβλ. ῏Ασμα 8, 7). Νεκρός ἦταν ὁ Ποθούμενος, ἀλλά δέν σβήστηκε ἡ ἐλπίδα τῆς ᾿Αναστάσεως.
Καί ὁ ῎Αγγελος λέει πρός αὐτές πάλι: «Μή φοβᾶσθε ἐσεῖς» (Ματθ. 28, 5). Δέν λέω στούς στρατιῶτες μή φοβᾶσθε, ἀλλά σέ σᾶς. ᾿Εκεῖνοι ἄς φοβηθοῦν, ὥστε μέ τήν ἐμπειρία αὐτή νά μάθουν καί νά δώσουν μαρτυρία καί νά ποῦν.«᾿Αληθινά, ἦταν Υἱός Θεοῦ» (Ματθ. 27, 54). ᾿Εσεῖς δέν χρειάζεται νά φοβᾶσθε, «διότι ἡ τέλεια ἀγάπη διώχνει τό φόβο» (Α´ ᾿Ιωάν. 4, 18). «Πηγαίνετε νά πεῖτε στούς Μαθητές ὅτι ἀναστήθηκε» (Ματθ. 28, 7) κ.τ.λ. Καί ἀναχωροῦν ἐκεῖνες γεμάτες χαρά καί φόβο5 (πρβλ. Ματθ. 28, 8. Μάρκ. 16, 8). Μήπως καί αὐτό εἶναι κάπου γραμμένο; Λέει λοιπόν ὁ δεύτερος Ψαλμός πού ἐξαγγέλλει τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ: «Δουλέψατε στόν Κύριο μέ φόβο καί ἄς ἀγαλλιάσει, ἡ ψυχή σας μέ τρόμο» (Ψαλμ. 2, 11). Νά ἀγαλλιάσει, δηλαδή ἡ ψυχή σας, γιά τόν ᾿Αναστημένο Κύριο, ἀλλά μέ τρόμο. Καί τό λέει γιά τό σεισμό πού ἔγινε καί τόν ῎Αγγελο πού φανερώθηκε σάν ἀστραπή.
ΙΔ´ . Σφράγισαν βέβαια οἱ ᾿Αρχιερεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι τόν Τάφο μέ τήν ἄδεια καί τή βοήθεια τοῦ Πιλάτου, οἱ γυναῖκες ὅμως εἶδαν τόν ᾿Αναστημένο Χριστό. Καί γνωρίζοντας ὁ ῾Ησαΐας τήν ἀβάσιμη καί ἄκαρπη πίστη τῶν ᾿Αρχιερέων ἀπό τή μιά καί τή σταθερότητα τῆς πίστεως τῶν γυναικῶν ἀπό τήν ἄλλη, λέει: «᾿Ελᾶτε ἐδῶ ἐσεῖς, γυναῖκες πού εἴχατε τήν ἐμπειρία τῆς θέας τοῦ ᾿Ιησοῦ, διότι ὁ λαός αὐτός εἶναι λαός χωρίς σύνεση» (῾Ησ. 27, 11). Οἱ ᾿Αρχιερεῖς δέν συνετίζονται καί οἱ γυναῖκες βλέπουν μέ τά ἴδια τους τά μάτια τόν Κύριο6. ῞Οταν δέ πάλι γύρισαν στήν πόλη οἱ στρατιῶτες καί ἀνέφεραν στούς ᾿Αρχιερεῖς ὅσα εἶχαν γίνει (πρβλ. Ματθ. 28, 11), αὐτοί τούς ἀπάντησαν.«Νά πεῖτε πώς οἱ Μαθητές Του ἔκλεψαν τό σῶμα Του, ἐνῶ ἐμεῖς κοιμόμασταν» (Ματθ. 28, 13). ῾Επομένως πολύ καλά ὁ προφήτης ῾Ησαΐας προφήτεψε καί αὐτή τήν ἐνέργεια τῶν ᾿Αρχιερέων καί ἔβαλε στό στόμα τῶν στρατιωτῶν νά τούς λένε αὐτά τά λόγια.«᾿Εσεῖς μᾶς ζητᾶτε νά πλανήσουμε τό λαό τοῦ Θεοῦ μιά ἀκόμα φορά» (πρβλ. ῾Ησ. 30, 10).
᾿Εξεγέρθηκε ὁ ᾿Αναστάς καί μέ ἕνα ποσό χρημάτων ἐξαγόρασαν τούς στρατιῶτες. Δέν μποροῦν ὅμως νά πάρουν μέ τό μέρος τους καί τούς τωρινούς βασιλεῖς. Καί τότε βέβαια οἱ στρατιῶτες, χάρη τῶν χρημάτων, πρόδωσαν τήν ἀλήθεια. Οἱ τωρινοί ὅμως βασιλεῖς, χάρη τῆς εὐσέβειας, κόσμησαν μέ ἀργυρές καί χρυσές ἐγκόλλητες παραστάσεις τήν ἁγία αὐτή ᾿Εκκλησία τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεοῦ, ὅπου βρισκόμαστε καί τή λάμπρυναν μέ κειμήλια ἀπό χρυσό καί ἀσήμι καί ἄλλους πολύτιμους λίθους.
«Καί ἄν τυχόν ἀκούσει ὁ ἡγεμόνας κάτι ἀπό αὐτά, ἐμεῖς θά τόν πείσουμε ὅτι δέν εἶναι ἔτσι» (Ματθ. 28, 14). Μπορεῖ ἐκείνους νά τούς πείθετε, τήν οἰκουμένη ὅμως ὁλόκληρη δέν μπορεῖτε νά τήν πείσετε! Γιατί, τότε πού ὁ Πέτρος βγῆκε ἀπό τή φυλακή, καταδικάστηκαν οἱ φύλακες, καί τώρα δέν καταδικάστηκαν παρόμοια αὐτοί πού φύλαγαν τόν Χριστό; Διότι τότε σ᾿ ἐκείνους ἔπεσε πάνω τους ἡ καταδίκη τοῦ ῾Ηρώδη, ἐπειδή δέν εὕρισκαν τρόπο νά ἀπολογηθοῦν λόγω τῆς ἄγνοιάς τους. Αὐτοί ὅμως τώρα, ἄν καί ἤξεραν τήν ἀλήθεια —καί τήν ἔκρυψαν, χάρη τῶν χρημάτων— διασώθηκαν ἀπό τούς ᾿Αρχιερεῖς. ᾿Αλλά λίγοι μόνο ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους τότε πίστεψαν σ᾿ αὐτούς, ὁ κόσμος ὅμως, ἀπό τότε μέχρι σήμερα, ἔχει δεχτεῖ καί δέχεται τό γεγονός τῆς ᾿Αναστάσεως. Αὐτοί πού ἔκρυψαν τήν ἀλήθεια χάθηκαν καί ὅποιοι τή δέχτηκαν ἔζησαν7 μέ τή δύναμη τοῦ Σωτήρα, πού δέν ἀναστήθηκε μόνο ὁ ῎Ιδιος ἀπό τούς νεκρούς, ἀλλά συνανέστησε καί ἄλλους νεκρούς. Γι᾿ αὐτούς σαφῶς ὁ προφήτης ᾿Ωσηέ λέει: «Θά μᾶς θεραπεύσει σέ δύο ἡμέρες καί τήν τρίτη ἡμέρα θά ἐγερθοῦμε καί θά ζήσουμε μέσα στήν παρουσία καί τή Χάρη Του» (᾿Ωσ. 6, 2).
ΙΕ´ . ᾿Επειδή λοιπόν δέν πείθουν οἱ θεῖες Γραφές τούς ἀντιδραστικούς καί ἀντιρρησίες ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι ξεχνοῦν ὅλα ὅσα εἶναι γραμμένα καί ἀντιλένε σχετικά μέ τήν ᾿Ανάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ, θά ἦταν καλό αὐτούς, κάπως ἔτσι νά τούς ἀντικρούσουμε.Γιά ποιό λόγο, ἐνῶ ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ ᾿Ελισσαῖος καί ὁ ᾿Ηλίας ἀνέστησαν νεκρούς, γιά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Σωτήρα μας ἀντιδρᾶτε; ᾿Αντιδρᾶτε, διότι δῆθεν τώρα δέν ἔχουμε μάρτυρες νά μᾶς ἐπιβεβαιώσουν τά λεγόμενα; Φέρτε μας, λοιπόν, καί ἐσεῖς μάρτυρες γιά τά γεγονότα πού ἔγιναν τότε. ᾿Αλλά θά πεῖτε ὅτι ἐκεῖνο ἔχει γραφεῖ. Καί τοῦτο ὅμως ἔχει γραφεῖ! Γιατί λοιπόν τό ἕνα τό ἀποδέχεσθε καί τό ἄλλο τό ἀπορρίπτετε; Οἱ ῾Εβραῖοι τά ἔγραψαν ἐκεῖνα! Καί οἱ ᾿Απόστολοι, ὅλοι τους, ἦταν ῾Εβραῖοι! Γιατί λοιπόν δέν πιστεύετε στούς ᾿Ιουδαίους; ῾Ο Ματθαῖος πού ἔγραψε τό Εὐαγγέλιο τό ἔγραψε στήν ῾Εβραϊκή γλώσσα καί ὁ Παῦλος ὁ ἀπόστολος «ἦταν ῾Εβραῖος ἀπό ῾Εβραίους» (Φιλιπ. 3, 5). Καί οἱ δώδεκα ᾿Απόστολοι πάλι ἀπό τούς ῾Εβραίους κατάγονταν. ῎Επειτα δεκαπέντε ῾Ιεροσολυμίτες ἐπίσκοποι ἀπό τούς ῾Εβραίους διαδοχικά κατέλαβαν τό θρόνο αὐτῆς τῆς ᾿Επισκοπῆς. Γιά ποιό λόγο λοιπόν ἀποδέχεσθε τά δικά σας καί τά δικά μας τά ἀπορρίπτετε, ἐνῶ καί αὐτά εἶναι γραμμένα ἀπό τούς ῾Εβραίους, τούς δικούς σας;
ΙϚ´ . ᾿Αλλά εἶναι ἀδύνατο, λέει κάποιος, νά ἀναστηθοῦν νεκροί. Καί ὅμως ὁ ᾿Ελισσαῖος ἀνέστησε δύο φορές καί ἐνῶ ζοῦσε καί ὅταν πέθανε. ῎Επειτα πιστεύουμε ὅτι ἐνῶ ὁ ᾿Ελισσαῖος ἦταν νεκρός, μόλις τοῦ ἔριξαν ἐπάνω του ἐκεῖνον τόν ἄλλο νεκρό καί τόν ἀκούμπησε, ἀναστήθηκε καί ὁ Χριστός δέν μποροῦσε νά ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς; ᾿Αλλά στήν περίπτωση τοῦ ᾿Ελισσαίου, ὁ νεκρός, μόλις τόν ἀκούμπησε, ἀναστήθηκε καί αὐτός πού τόν ἀνέστησε ἔμεινε νεκρός. ᾿Εδῶ ὅμως καί ὁ ῎Ιδιος ὁ νεκρός ὁ δικός μας καί πολλοί ἄλλοι, πού οὔτε κάν τόν ἀκούμπησαν, ἀναστήθηκαν. «Διότι πολλά σώματα πεθαμένων ἁγίων ἀναστήθηκαν καί ὅταν βγῆκαν ἀπό τά μνήματα, μετά τήν ᾿Ανάστασή Του, ἦρθαν στήν ἁγία Πόλη» —ἐννοεῖ βέβαια αὐτή στήν ὁποία τώρα ἐμεῖς βρισκόμαστε— «καί παρουσιάστηκαν σέ πολλούς» (Ματθ. 27, 52-53). ᾿Ανέστησε λοιπόν καί ὁ ᾿Ελισσαῖος νεκρό, ἀλλά δέν ἔγινε κύριος τῆς οἰκουμένης. ᾿Ανέστησε καί ὁ ᾿Ηλίας νεκρό, ἀλλά δέν φεύγουν τά δαιμόνια στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του. Δέν δυσφημοῦμε τούς Προφῆτες, ἀλλά μέ αὐτά πού λέμε συμβάλλουμε στό νά δοξολογεῖται περισσότερο ὁ δικός τους Δεσπότης. Οὔτε πάλι ἐπιθυμοῦμε νά δώσουμε κύρος καί ἱεροπρέπεια σέ ὅσα λέμε ἐμεῖς, μέ τό νά θεωρήσουμε τίς δικές τους μαρτυρίες ἐπουσιωδέστερες καί ἀνίσχυρες —διότι καί τά δικά τους δικά μας εἶναι— ἀλλά ἀπό τίς μαρτυρίες πού ὑπάρχουν σ᾿ αὐτούς, ἐπιβεβαιώνουμε τίς δικές μας θέσεις.
ΙΖ´ . Μᾶς φέρνουν ὅμως καί ἄλλο ἐπιχείρημα ὅτι ὁ νεκρός, πού ἀνέστησε τότε ὄντας στή ζωή ὁ Προφήτης, εἶχε μόλις πεθάνει. ᾿Αποδεῖξτε μας λοιπόν, λένε, ὅτι ὑπάρχει περίπτωση νά ἀναστηθεῖ νεκρός τριήμερος. Καί ἄν εἶναι δυνατόν ποτέ ἄνθρωπος πού τόν ἔθαψαν νά ἀναστηθεῖ μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες. Καί τήν ἀπόδειξη πού ψάχνουμε νά βροῦμε γιά ὅλα αὐτά μᾶς τή δίνει ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς στά Εὐαγγέλια, λέγοντας:«῞Οπως ὁ ᾿Ιωνᾶς ἦταν στήν κοιλιά τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες, ἔτσι θά μείνει καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου στήν καρδιά τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες» (Ματθ. 12, 40. Πρβλ. ᾿Ιων. 2, 1). Καθώς δέ ἐξέταζα τή διήγηση αὐτή τοῦ ᾿Ιωνᾶ, βρῆκα ὅτι ἡ ζωή του ἔχει πολλά σημεῖα ὅμοια μέ τή ζωή τοῦ ᾿Ιησοῦ. Δηλαδή ὁ ᾿Ιησοῦς στάλθηκε ἀπό τόν Πατέρα νά κηρύξει μετάνοια καί ὁ ᾿Ιωνᾶς ἀνέλαβε μιά τέτοια ἀποστολή. Μόνο πού ὁ ᾿Ιωνᾶς προσπάθησε νά τήν ἀποφύγει ἀπό σχετική ἄγνοια, ἐνῶ ὁ Κύριος μέ τή θέλησή Του ἦρθε στή γῆ, γιά νά μετανοήσουμε καί νά σωθοῦμε. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς κοιμότανε στό πλοῖο καί ροχάλιζε (πρβλ. ᾿Ιων. 1, 5), ἐνῶ στή θάλασσα εἶχε ξεσπάσει τρικυμία μεγάλη. Καί ὁ ᾿Ιησοῦς πάλι, ἐνῶ κατά τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας κοιμόταν, σήκωσε ἡ θάλασσα μεγάλα κύματα, γιά νά γνωρίσουν οἱ Μαθητές, μετά τή θαυμαστή κατάπαυση τῶν κυμάτων, τή δύναμη Αὐτοῦ πού κοιμόταν. Στόν ᾿Ιωνᾶ ἔλεγαν:«Σύ τί ροχαλίζεις; Σήκω νά παρακαλέσεις τόν Θεό σου μήπως καί μᾶς σώσει ἀπό τήν καταιγίδα» (᾿Ιων. 1, 6). Καί ἐδῶ λένε στό Δεσπότη:«Κύριε, σῶσε μας» (Ματθ. 8, 25). ᾿Εκεῖ «παρακάλεσε τό Θεό σου» καί ἐδῶ «σῶσε». Καί ὁ ᾿Ιωνᾶς τούς εἶπε.«Πάρτε με καί ρίξτε με στή θάλασσα καί θά κοπάσει ἡ τρικυμία» (᾿Ιων. 1, 12). «᾿Εκεῖνος δέ, ἐπέπληξε τούς ἀνέμους καί τή θάλασσα καί ἔγινε γαλήνη μεγάλη» (Ματθ. 8, 26). Καί ὁ ᾿Ιωνᾶς ρίχτηκε στήν κοιλιά τοῦ κήτους, ἐνῶ ὁ Σωτήρας μας κατέβηκε ἑκούσια ἐκεῖ πού εἶναι τό νοητό κῆτος τοῦ θανάτου, δηλαδή στόν ἅδη. Καί κατέβηκε ἑκούσια γιά νά ξαναδώσει στή ζωή ὁ θάνατος ὅσους εἶχε καταπιεῖ, σύμφωνα μ᾿ αὐτό πού βρίσκουμε στή Γραφή: «᾿Εγώ ἀπό τά χέρια τοῦ ἅδη θά τούς ἀπαλλάξω καί ἀπό τά χέρια τοῦ θανάτου θά τούς λυτρώσω» (᾿Ωσ. 13, 14).
ΙΗ´ . ᾿Αφοῦ ὅμως φτάσαμε σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τοῦ λόγου, ἄς ἐξετάσουμε ποιό ἀπό τά δύο εἶναι δυσκολότερο.νά ἀναστηθεῖ ἄνθρωπος πού θάφτηκε στή γῆ ἤ ἄνθρωπος πού κατέβηκε στήν κοιλιά τοῦ κήτους νά μή σαπίσει, παρόλη τή μεγάλη θερμότητα πού ἐπικρατεῖ ἐκεῖ; Ποιός δέν τό ξέρει ἀπό τούς ἀνθρώπους ὅτι ἔχει τόση ὑψηλή θερμοκρασία τό ἐσωτερικό τῆς κοιλιᾶς ἑνός ζώου, ὥστε καί κόκκαλα, ἄν καταπιεῖ, νά σαπίσουν; Πῶς λοιπόν ὁ ᾿Ιωνᾶς, ὄντας στήν κοιλιά τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες, δέν σάπισε; ῎Η πῶς, ἀφοῦ εἶναι στή φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων νά μή μποροῦν νά ζήσουν, χωρίς νά ἀναπνέουν ἀέρα φυσικό καί καθαρό, ἐκεῖνος ἔζησε τρεῖς ἡμέρες, χωρίς νά ἀναπνέει τέτοιον ἀέρα;
᾿Αλλά τήν ἔχουν ἕτοιμη τήν ἀπάντηση οἱ ᾿Ιουδαῖοι καί λένε.Συνόδεψε τόν ᾿Ιωνᾶ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, καθώς κατέβαινε σπαράσσοντας πρός τόν ἅδη. Δηλαδή στό δοῦλο Του τόν ἀγαπητό, στέλνοντας τή δύναμή Του ὁ Κύριος, τοῦ παρέχει τή δυνατότητα νά ζήσει· καί Αὐτός ὁ ῎Ιδιος δέν μπορεῖ ἄραγε νά δώσει στόν ῾Εαυτό Του αὐτή τή δύναμη; ᾿Εάν εἶναι πιστευτό τό τοῦ ᾿Ιωνᾶ, τότε εἶναι πιστευτό καί τό τοῦ ᾿Ιησοῦ. ᾿Εάν τό τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἀπίστευτο, τότε καί τό τοῦ ᾿Ιωνᾶ εἶναι ἀπίστευτο. Γιά μένα βέβαια καί τά δύο εἶναι πιστευτά. Διότι πιστεύω ὅτι καί ὁ ᾿Ιωνᾶς διαφυλάχτηκε, ἀφοῦ ὅλα εἶναι δυνατά στό Θεό (πρβλ. Ματθ. 19, 26), ἀλλά καί ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς (Α´ Κορ. 15, 20 κ. ἄ.). Καί ἔχω πολλές μαρτυρίες γιά τήν ᾿Ανάσταση καί ἀπό τίς ἅγιες Γραφές καί ἀπό ὅσα μέχρι σήμερα ἔχει ἐνεργήσει ὁ ᾿Αναστημένος Χριστός. Αὐτός πού ἐνῶ κατέβηκε μονάχος στόν ἅδη, ἀνέβηκε πολλαπλάσιος, συντροφευμένος ἀπό πολλούς ἄλλους. Διότι ᾿Εκεῖνος καταδέχτηκε νά πεθάνει, γιά νά ἀναστήσει πολλά σώματα πεθαμένων ῾Αγίων (πρβλ. Ματθ. 27, 52).
ΙΘ´ . Τρομοκρατήθηκε ὁ θάνατος, βλέποντας ἕνα νεκρό, πού δέν ἔμοιαζε καθόλου στούς ἄλλους νεκρούς, νά ἔχει κατεβεῖ στόν ἅδη καί νά μήν εἶναι δεμένος μέ τά δεσμά μέ τά ὁποῖα ἦταν δεμένοι ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ. «Γιά ποιό λόγο, θυρωροί τοῦ ἅδη, μόλις τόν εἴδατε ζαρώσατε ἀπό τό φόβο σας;» (Πρβλ. ᾿Ιώβ 38, 17). Τί φόβος ἀσυνήθιστος εἶναι αὐτός πού σᾶς κυρίεψε; ῎Εφυγε ὁ θάνατος καί μέ τή φυγή του καταντροπιάστηκε γιά τή δειλία του. ῎Ετρεχαν κοντά στόν Κύριο οἱ ἅγιοι Προφῆτες καί ὁ Μωυσῆς ὁ νομοθέτης, ὁ ᾿Αβραάμ, ὁ ᾿Ισαάκ, ὁ Δαβίδ, ὁ Σαμουήλ καί ὁ ῾Ησαΐας, καθώς καί ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ ὁποῖος ἔδωσε κατά τήν ἐπίγεια ζωή του μαρτυρία σέ ὅλους γι᾿ Αὐτόν καί εἶπε.«Σύ εἶσαι Αὐτός πού πρόκειται νά ἔρθει ἤ περιμένουμε κάποιον ἄλλο σάν λυτρωτή μας;» (Ματθ. 11, 3). Λυτρώθηκαν ὅλοι οἱ δίκαιοι πού τούς εἶχε καταπιεῖ ὁ θάνατος. Διότι ἔπρεπε Αὐτός πού προφητεύθηκε καί κηρύχτηκε Βασιλιάς τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς ἀπό τούς δικαίους αὐτούς καί τούς Προφῆτες, Αὐτός νά γίνει καί ὁ Λυτρωτής ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν καί πιστῶν κηρύκων Του. ῎Επειτα καθένας ἀπό τούς δικαίους ἐκείνους ἔλεγε: «Ποῦ εἶναι, θάνατε, ἡ νίκη σου, ποῦ εἶναι, ἅδη, τό κεντρί σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). Μᾶς λύτρωσε λοιπόν Αὐτός, πού νικώντας ἐσένα χάρισε τή νίκη καί σέ ὅλους ἐμᾶς.
Κ´ . ῾Ο προφήτης ᾿Ιωνᾶς ὅταν προσευχόταν καί ἔλεγε μέσα ἀπό τήν κοιλιά τοῦ κήτους, «ἱκέτεψα τόν Κύριο στή θλίψη μου» (᾿Ιων. 2, 3) κ. τ. λ. «μέσα ἀπό τήν κοιλιά τοῦ ἅδη» (᾿Ιων. 2, 3), λειτουργοῦσε σάν προτύπωση προφητική τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας ᾿Ιησοῦ. Καί εἶναι βέβαιο ὅτι αὐτά τά ἔλεγε βρισκόμενος μέσα στήν κοιλιά τοῦ κήτους. ᾿Αλλά, ἐνῶ βρισκόταν μέσα ἐκεῖ, λέει ὅτι βρίσκεται μέσα στόν ἅδη. ᾿Ακριβῶς γιατί προτύπωνε τόν Χριστό πού ἐπρόκειτο νά κατεβεῖ στόν ἅδη. ῞Υστερα, μετά ἀπό κάποια ἄλλα λόγια λέει, ἐκπροσωπώντας τόν Χριστό καί προφητεύοντας καθαρότατα.«Βυθίστηκε ἡ κεφαλή μου στό χάσμα δύο βουνῶν» (᾿Ιων. 2, 6). Καί ὅμως ἦταν στήν κοιλιά τοῦ κήτους! Σέ ποιά βουνά λοιπόν εἶσαι χωμένος; ᾿Αλλά γνωρίζω, λέει, ὅτι αὐτό, πού τώρα ζῶ, τό ζῶ σάν προφητική προτύπωση ἐκείνου πού θά ζήσει Αὐτός, ὁ ῾Οποῖος πρόκειται νά ταφεῖ στό μνῆμα τό λαξευτό, στήν πέτρα. Καί ὄντας στή θάλασσα ὁ ᾿Ιωνᾶς λέει:«Κατέβηκα στή γῆ» (᾿Ιων. 2, 7). Τό λέει ἐπειδή μέ τό πάθημά του προτύπωνε προφητικά τόν Χριστό πού κατέβηκε στήν καρδιά τῆς γῆς (πρβλ. Ματθ. 12, 40).
Καί ἐπειδή προεῖδε τά σχετικά μέ τούς ᾿Ιουδαίους, πού προσπάθησαν νά μεταπείσουν τούς στρατιῶτες νά ποῦν ψέματα, ὅτι δῆθεν ἔκλεψαν τό σῶμα Του οἱ μαθητές (πρβλ. Ματθ. 28, 13), λέει.«Αὐτοί πού προσκυνοῦν τά μάταια καί τά ψευδή ἐμπράκτως παραιτήθηκαν ἀπό τό νά ζητοῦν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (᾿Ιων. 2, 9). Διότι ἦλθε ᾿Εκεῖνος πού τούς ἐλεοῦσε καί σταυρώθηκε, δίνοντας τό Αἷμα Του τό τίμιο γιά τούς ᾿Ιουδαίους καί τούς ᾿Εθνικούς. Καί μετά ἀναστήθηκε καί ἐκεῖνοι εἶπαν, «πέστε τους ὅτι ἔκλεψαν τό σῶμα Του» (πρβλ. Ματθ. 28, 13), φανερώνοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο ὅτι «πραγματικά λατρεύουν τήν ψευτιά καί τήν ἀτιμία» (᾿Ιων. 2, 9). Γιά τήν ᾿Ανάστασή Του ὅμως ἀναφέρει καί ὁ ῾Ησαΐας, λέγοντας:«᾿Εκεῖνος πού ἀνεβάζει ἀπό τή γῆ καί ἀνασταίνει τόν Ποιμένα τῶν προβάτων, τόν Μέγα» (πρβλ. ῾Ησ. 63, 11. ῾Εβρ. 13, 20). Πρόσθεσε, «τόν Μέγα» γιά νά μή θεωρηθεῖ ἰσότιμος μέ τούς προηγούμενους ποιμένες.
ΚΑ´ . ῎Εχοντας λοιπόν ἐμεῖς τίς προφητεῖες, ἄς εἴμαστε καλοστηριγμένοι στήν πίστη. ῎Ας πέφτουν ὅσοι πέφτουν ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους, ἀφοῦ ἔτσι τό θέλουν8. ᾿Εσύ ὅμως στηρίχτηκες πάνω στήν πέτρα τῆς πίστεως σχετικά μέ τήν ᾿Ανάσταση. Πρόσεξε νά μή σέ πείσει ποτέ αἱρετικός νά δεχτεῖς βλάσφημους λογισμούς γιά τήν ᾿Ανάσταση. Διότι μέχρι καί σήμερα οἱ Μανιχαῖοι λένε ὅτι εἶναι φανταστική καί ψεύτικη ἡ ᾿Ανάσταση τοῦ Σωτήρα καί δέν ἀκοῦνε τόν Παῦλο πού γράφει: «᾿Εκεῖνος πού γεννήθηκε ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ κατά σάρκα» (Ρωμ. 1, 3). Καί παρακάτω.«᾿Αναστήθηκε ἐκ νεκρῶν Αὐτός, δηλαδή ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας» (Ρωμ. 1, 4). Καί πάλι ἀλλοῦ ἀποτείνεται πρός τούς ἴδιους καί τούς λέει: «Μήν πεῖς μέσα στήν καρδιά σου ποιός θά ἀνεβεῖ στόν οὐρανό» (Ρωμ. 10, 6 καί πρβλ. Παρμ. 30, 4) «ἤ ποιός θά κατεβεῖ στήν ἄβυσσο, γιά νά ἀνεβάσει δηλαδή τόν Χριστό ἀπό τούς νεκρούς» (Ρωμ. 10, 7). ᾿Αλλά καί ἀλλοῦ ἔχει γράψει παρόμοια, γιά νά μᾶς ἀσφαλίσει ἀπό τήν ἀπιστία: «Νά θυμᾶσαι ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι ἀναστημένος ἀπό τούς νεκρούς» (Β´ Τιμ. 2, 8). Καί πάλι.«῎Αν ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι χωρίς νόημα τό κήρυγμά μας καί ἡ πίστη μας ἔχει χάσει τό οὐσιαστικότερο περιεχόμενό της. Θά θεωρηθοῦμε δέ καί ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή δώσαμε μαρτυρία ὅτι ἀνέστησε τόν Χριστό, ἐνῶ δέν Τόν ἀνέστησε» (Α´ Κορ. 15, 14-15). Καί παρακάτω λέει: «῾Ο Χριστός ὅμως πραγματικά ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ἡ ἀπαρχή ὅσων ἔχουν πεθάνει» (Α´ Κορ. 15, 20). Καί φανερώθηκε στόν Κηφᾶ καί ἔπειτα στούς δώδεκα Μαθητές (Α´ Κορ. 15, 5). ῎Αν λοιπόν δέν πιστεύεις τόν ἕνα μάρτυρα, ἔχεις δώδεκα μάρτυρες! ᾿Αλλά ἐμφανίστηκε μιά ἄλλη φορά καί «σέ ἄλλους περισσότερους ἀπό πεντακόσιους ἀδελφούς» (Α´ Κορ. 15, 6). ῎Αν δέν μποροῦν νά πιστέψουν τούς δώδεκα, τότε ἄς παραδεχτοῦν τή μαρτυρία τῶν πεντακοσίων. «Μετά φανερώθηκε στόν ᾿Ιάκωβο» (Α´ Κορ. 15, 7), πού ἦταν ἀδελφός Του καί πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς παροικίας αὐτῆς. Σέ ἕναν τέτοιο ἐπίσκοπο, πού εἶδε ἄμεσα, προσωπικά καί πραγματικά τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό ἀναστημένο, ἐσύ ὁ μαθητής του, μήν ἀπιστήσεις. Μήπως ὅμως ὑποστηρίζεις ὅτι ὁ ἀδελφός Του ὁ ᾿Ιάκωβος Τοῦ χαρίστηκε καί μᾶς ἔδωσε ἀβάσιμη μαρτυρία γιά τήν ᾿Ανάστασή Του; ῎Ακου λοιπόν: «Τελευταῖα ἐμφανίστηκε καί σέ μένα» (πρβλ. Α´ Κορ. 15, 8), στόν Παῦλο, τόν ἐχθρό Του. Ποιά τώρα μαρτυρία, ὅταν δίνεται ἀπό ἐχθρό γιά τέτοιο θέμα, θεωρεῖται ἀμφίβολη; «᾿Εγώ πού ἤμουν πρίν διώκτης Του, τώρα σᾶς φέρνω τήν καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως».
ΚΒ´ . Πολλοί εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Σωτήρα. ῾Η νύχτα καί τό φῶς τό πανσέληνο, διότι ἦταν ἡ δεκάτη ἕκτη νύχτα καί τό φεγγάρι ἦταν ὁλόγιομο. ῾Η ταφόπετρα πού δέχτηκε τόν Κύριο κάτω ἀπό τή σκέπη της καί ὁ λαξευτός βράχος πού θά ἐναντιωθεῖ καί θά ξεμπροστίσει τούς ᾿Ιουδαίους, διότι αὐτός εἶδε τόν Κύριο. ῾Ο λίθος πού κύλισαν τότε μπροστά στό μνῆμα, ὁ ὁποῖος βρίσκεται ἐκεῖ καί μέχρι σήμερα μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάσταση. Οἱ ῎Αγγελοι τοῦ Θεοῦ πού ἦταν παρόντες, ἔδωσαν καί αὐτοί μαρτυρία γιά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Μονογενοῦς. ῾Ο Πέτρος, ὁ ᾿Ιωάννης, ὁ Θωμᾶς καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ᾿Απόστολοι, ἀπό τούς ὁποίους μερικοί ἔτρεξαν στό μνῆμα καί εἶδαν τά σάβανα τῆς ταφῆς, μέ τά ὁποῖα τόν εἶχαν τυλίξει προηγουμένως, νά βρίσκονται μέσα στόν τάφο μετά τήν ᾿Ανάσταση, ἐνῶ ἄλλοι ψηλάφησαν τά χέρια Του καί τά πόδια Του (πρβλ. Λουκ. 24, 39) καί εἶδαν τά σημάδια ἀπό τά καρφιά (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 25). ῞Ολοι ὅμως ἀπόλαυσαν τό σωτήριο φύσημα καί καταξιώθηκαν νά συγχωροῦν ἁμαρτίες μέ τή δύναμη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Καί οἱ γυναῖκες πού κράτησαν τά πόδια Του, ὅταν τούς ἐμφανίστηκε, πού ἔζησαν τό μέγεθος τοῦ σεισμοῦ καί εἶδαν τή λάμψη τοῦ ᾿Αγγέλου, ὁ ὁποῖος παρευρισκόταν ἐκεῖ, εἶναι κι αὐτές μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως. ᾿Αλλά καί τά σάβανα πού φοροῦσε (πρβλ. Λουκ. 24, 12), τά ὁποῖα τά ἄφησε ἐκεῖ καθώς ἀναστήθηκε εἶναι μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως. Οἱ στρατιῶτες καί τά ἀργύρια πού δόθηκαν. ῾Ο τόπος αὐτός, πού ἀκόμα καί τώρα μπορεῖ κανείς νά τόν δεῖ, καί ὁ ἅγιος αὐτός Ναός πού οἰκοδομήθηκε ἀπό τή φιλόχριστη προαίρεση ἐκείνου τοῦ ἀξιομακάριστου Βασιλιᾶ Κωνσταντίνου καί πού, ὅπως καί τώρα τόν βλέπεις, ἔχει τόσο θαυμάσια διακοσμηθεῖ.
 ΚΓ´ . Μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ καί ἡ Ταβιθά, πού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς στό ῎Ονομά Του (πρβλ. Πράξ. 9, 40). Πῶς λοιπόν μπορεῖ κανείς νά ἀμφισβητήσει ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἀκόμα καί τό ῎Ονομά Του ἀνέστησε νεκρούς; Μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ καί ἡ θάλασσα, ὅπως καί προηγουμένως ἄκουσες. Τό μαρτυρεῖ καί ἡ ἄγρα τῶν ψαριῶν καί ἡ ἀνθρακιά, πού ἦταν ἀναμμένη στήν ἀκρογιαλιά καί τό ψάρι πού ἔβαλαν πάνω της νά ψηθεῖ. Τό μαρτυρεῖ καί ὁ Πέτρος, αὐτός πού τήν ὥρα τοῦ πάθους Τόν εἶχε ἀρνηθεῖ, μετά ὅμως, τρεῖς φορές ὁμολόγησε τήν ἀφοσίωσή του καί διατάχτηκε νά ποιμαίνει τά νοητά πρόβατα (πρβλ. ᾿Ιωάν. 21, 16). ῾Υπάρχει μέχρι σήμερα ὁ ᾿Ελαιώνας πού μέχρι τώρα δείχνει στούς πιστούς, ὄχι μόνο Αὐτόν πού ἀνέβηκε πάνω στίς νεφέλες, ἀλλά καί τήν πύλη τῆς ἀνόδου, τήν οὐράνια. Διότι εἶναι γνωστό πώς ἀπό τόν οὐρανό κατέβηκε στή Βηθλεέμ καί ἀπό τό ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν ἀνέβηκε στούς οὐρανούς. ᾿Από τή Βηθλεέμ ἄρχισε τούς ἀγῶνες, γιά χάρη τῶν ἀνθρώπων καί ἐδῶ στεφανώθηκε γιά τούς ἀγῶνες αὐτούς. ῎Εχεις λοιπόν πολλούς μάρτυρες. ῎Εχεις τόν τόπο αὐτό τῆς ᾿Αναστάσεως, ἔχεις καί τόν τόπο τῆς ᾿Αναλήψεως, πού βρίσκεται ἀνατολικά μας. ῎Εχεις μάρτυρες τούς ᾿Αγγέλους, πού ἔδωσαν τή μαρτυρία τους ἐκεῖ καί τή νεφέλη πάνω στήν ὁποία ἀναλήφθηκε. ῎Εχεις ἀκόμα καί τούς Μαθητές πού γύρισαν ἀπό ἐκεῖ, μετά τήν ᾿Ανάληψη.
ΚΔ´ . ῾Η συνέχεια τώρα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεώς μας μέ παρακινεῖ νά μιλήσω σχετικά μέ τήν ᾿Ανάληψη τοῦ Κυρίου. ᾿Αλλά ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε νά ἀκούσεις πλήρη τή διδαχή χθές πού ἦταν Κυριακή —ὅσο μποροῦσε βέβαια νά τήν παρουσιάσει ἡ δική μου ἀδυναμία— στή Σύναξη πού εἴχαμε, κατ᾿ οἰκονομία τῆς θείας Χάριτος, πάνω στά ἀναγνώσματα τῆς ἀκολουθίας, ἡ ὁποία περιεῖχε τά σχετικά μέ τήν ἄνοδο τοῦ Σωτήρα μας στούς οὐρανούς. ῞Οσα λέγονταν ἦταν γιά ὅλους, γιά τό πλῆθος ὅλο τῶν πιστῶν, ἀλλά ὅμως ἰδιαίτερα καί γιά σένα πού εἶσαι Κατηχούμενος. ᾿Εκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι τό κατά πόσο πρόσεχες σ᾿ αὐτά πού εἴπαμε χθές. Εἶναι βέβαιο ὅτι γνωρίζεις πώς τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, σ᾿ ἕνα ἀπό τά ἄρθρα του, σέ διδάσκει νά πιστεύεις στόν Κύριο πού ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα καί ἀνέβηκε στούς οὐρανούς καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Νομίζω λοιπόν πώς θά θυμᾶσαι πολύ καλά ὅσα εἴπαμε. Παρά ταῦτα, σύντομα καί ἐπιγραμματικά καί τώρα θά σοῦ θυμίσω ὅσα εἴχαμε πεῖ. Νά θυμᾶσαι τό χωρίο τῶν Ψαλμῶν πού λέει μέ σαφήνεια.«᾿Ανέβηκε ὁ Θεός στόν οὐρανό μέσω ἀλαλαγμῶν» (Ψαλμ. 46, 6). Νά θυμᾶσαι ὅτι καί οἱ θεῖες Δυνάμεις τῶν ᾿Αγγέλων ἔλεγαν ἡ μιά στήν ἄλλη.«᾿Ανοῖξτε τίς πύλες, ὤ ἄρχοντες» (Ψαλμ. 23, 7) κ. τ. λ. Νά θυμᾶσαι ἀκόμα καί τόν Ψαλμό πού λέει: «᾿Ανέβηκε ψηλά καί αἰχμαλώτισε πλῆθος αἰχμαλώτων» (πρβλ. Ψαλμ. 67, 19. ᾿Εφεσ. 4, 8). Νά θυμᾶσαι καί τόν Προφήτη πού εἶπε γιά τόν Κύριο.«Αὐτός πού ἔχει ἑτοιμάσει τήν ἀνάβασή Του στόν οὐρανό» (᾿Αμ. 9, 6) καί ὅλα τά ἄλλα πού εἴπαμε χθές, γιά νά ἀπαντήσουμε στίς ἀντιρρήσεις τῶν ᾿Ιουδαίων.
ΚΕ´ . ῞Οταν λοιπόν ἀντιδροῦν καί παρουσιάζουν τήν ἀνάβαση τοῦ Σωτήρα στούς οὐρανούς σάν πράγμα ἀδύνατο, νά θυμᾶσαι ὅσα ἔχουν λεχθεῖ γιά τή μετάθεση τοῦ προφήτη ᾿Αββακούμ. ῎Αν τόν ᾿Αββακούμ τόν μετέφερε ῎Αγγελος ἀπό τήν ᾿Ιουδαία στή Βαβυλώνα, κρατώντας τον ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του (πρβλ. Δαν. Βήλ 36), πολύ περισσότερο ὁ Δεσπότης τῶν Προφητῶν καί τῶν ᾿Αγγέλων εἶχε τή δυνατότητα νά κάνει τήν ἄνοδό Του πρός τόν οὐρανό ἀπό τό ῎Ορος τῶν ᾿Ελαιῶν, ἀνεβασμένος στή νεφέλη, μέ τή δική Του δύναμη. ῞Οταν ὅμως κάνεις αὐτές τίς συσχετίσεις, νά παρουσιάζεις ὅσα θαυμαστά στοιχεῖα εἶναι ὅμοια καί στίς δύο περιπτώσεις, ἀλλά νά προσέχεις καί νά τονίζεις μέ ἔμφαση ὅσα στοιχεῖα φανερώνουν τήν ὑπεροχή τοῦ Δεσπότη, στόν ῾Οποῖο ὀφείλονται τά θαύματα9. Διότι αὐτούς κάποιος ἄλλος τούς βαστοῦσε, ὁ Κύριος ὅμως βαστάζει τά πάντα. Νά θυμᾶσαι ὅτι τόν ᾿Ενώχ τόν μετέθεσε ὁ Θεός, ἐνῶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναλήφθηκε μόνος Του, αὐτοδύναμα. Νά θυμᾶσαι ὅσα εἴπαμε χθές περί τοῦ ᾿Ηλία, ὅτι ὁ ᾿Ηλίας δηλαδή ἀναλήφθηκε μέ πύρινο ἅρμα (πρβλ. Δ´ Βασ. 2, 11), ἐνῶ τό ἅρμα μέ τό ὁποῖο ἀναλήφθηκε ὁ Χριστός δέν ἦταν τέτοιο, ἀλλά τό ἀποτελοῦσαν ἄπειρες στρατιές οὐρανίων Δυνάμεων, πού Τόν συνόδευαν δοξολογώντας Τον (πρβλ. Ψαλμ. 67, 18). Καί ἀκόμα νά παρατηρεῖς ὅτι ὁ ᾿Ηλίας ἀναλήφθηκε πρός τά ἀνατολικά τοῦ ᾿Ιορδάνη, ἐνῶ ὁ Χριστός πρός τά ἀνατολικά τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων. Καί ὅτι «ὁ ᾿Ηλίας ἔφτασε μέχρι τόν οὐρανό» (Δ´ Βασ. 2, 11), ἐνῶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἔφτασε «μέσα στόν οὐρανό καί πάνω ἀπό τόν οὐρανό» (Μάρκ. 16, 9. Πρβλ. Πράξ. 1, 11). Μιά ἄλλη διαφορά εἶναι ὅτι ὁ μέν ᾿Ηλίας εἶπε στό μαθητή του πώς «τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο θά χαρίσει τά διπλᾶ χαρίσματα» (πρβλ. Δ´ Βασ. 2, 9), ἀπό ὅσα εἶχε ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ᾿Ηλίας. ᾿Ενῶ ὁ Χριστός ἔδωσε στούς Μαθητές Του τή δυνατότητα νά λάβουν σέ τέτοια πληρότητα τό ῞Αγιο Πνεῦμα, ὥστε, ὄχι μόνο νά εἶναι οἱ ἴδιοι γεμάτοι ἀπό Αὐτό, ἀλλά μέ τήν ἐπίθεση καί μόνο τῶν χεριῶν τους, νά μεταδίδουν τό ῞Αγιο Πνεῦμα σέ ὅσους πιστεύουν (πρβλ. Πράξ. 8, 17-18).
ΚϚ´ . Καί ὅταν μ᾿ αὐτά τά ἐπιχειρήματα παλέψεις πρός τούς ᾿Ιουδαίους, ὅταν νικήσεις, προβάλλοντας μαρτυρίες παρόμοιας σπουδαιότητας πρός τίς δικές τους, τότε νά ἔλθεις πιά στίς μαρτυρίες πού δείχνουν τήν ὑπεροχή τῆς δόξας τοῦ Σωτήρα, ὅτι δηλαδή αὐτοί εἶναι δοῦλοι, ἐνῶ ᾿Εκεῖνος εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. ῞Ενας τρόπος γιά νά παρουσιάσεις αὐτή τήν ὑπεροχή εἶναι νά τούς θυμίσεις ὅτι ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ ἁρπάχτηκε μέχρι τόν τρίτο οὐρανό (πρβλ. Β´ Κορ. 12, 2). ῎Αν ὁ ᾿Ηλίας τώρα ἔφτασε μέχρι τόν πρῶτο καί ὁ Παῦλος ὡς τόν τρίτο οὐρανό (πρβλ. Β´ Κορ. 12, 2), ὁ Χριστός ἔχει βέβαια ἀξιωθεῖ νά ἀπολαύσει μεγαλύτερη τιμή ἀπό ἐκείνους. Μή ντρέπεσαι νά τονίσεις αὐτά πού ἀφοροῦν τούς ᾿Αποστόλους. Δέν εἶναι κατώτεροι αὐτοί ἀπό τόν Μωυσῆ, οὔτε ἔρχονται δεύτεροι, μετά ἀπό τούς Προφῆτες. ᾿Αλλά εἶναι καλοί ἀνάμεσα στούς καλούς καί ἀκόμα καλύτεροι ἀπό τούς καλούς. Διότι ὁ ᾿Ηλίας μπορεῖ νά ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό, ἀλλά ὁ Πέτρος ἔχει τά κλειδιά τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ εἶναι ἐκεῖνος πού ἄκουσε ἀπό τόν Κύριο.«῞Οσα λύσεις στή γῆ, θά εἶναι λυμένα καί στόν οὐρανό» (πρβλ. Ματθ. 16, 19). ῾Ο ᾿Ηλίας ἔφτασε μέχρι τόν οὐρανό μόνο, ὁ Παῦλος ὅμως στόν οὐρανό καί στόν Παράδεισο —διότι ἔπρεπε οἱ Μαθητές τοῦ ᾿Ιησοῦ νά πάρουν μεγαλύτερη Χάρη— «καί ἄκουσε ἀνέκφραστα λόγια, τά ὁποῖα δέν ἐπιτρέπεται νά τά ἐπαναλάβει ὁ ἄνθρωπος πού τά ἄκουσε σέ ἄλλο ἄνθρωπο» (Β´ Κορ. 12, 4). Κατέβηκε ὅμως ὁ Παῦλος ἀπό ἐκεῖ πάλι, ὄχι γιατί ἦταν ἀνάξιος νά παραμείνει στόν τρίτο οὐρανό, ἀλλά, ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ ὅσα εἶναι πάνω ἀπό τήν ἀνθρώπινη δύναμη, κατέβηκε φορτωμένος μέ μιά τέτοια τιμή, δηλαδή νά κηρύξει τόν Χριστό καί νά πεθάνει γι᾿ Αὐτόν, ὥστε νά λάβει καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Παρέλειψα βέβαια τώρα τά ὑπόλοιπα, τά ὁποῖα κυρίως εἶχαν συγκροτήσει τή χθεσινή Κυριακάτικη Σύναξη. ᾿Αλλά γιά τούς συνετούς ἀκροατές εἶναι ἀρκετή καί μόνο ἡ ὑπενθύμηση ὁρισμένων στοιχείων, γιά νά ὁλοκληρώσουν μέσα τους τή σωστή ἀντίληψη τῶν πραγμάτων.
ΚΖ´ . Φέρε στό νοῦ σου καί ὅσα ἔχω πεῖ πολλές φορές γιά τό ὅτι «ὁ Υἱός κάθισε στά δεξιά τοῦ Πατέρα» (πρβλ. Ψαλμ. 109, 1. Ματθ. 22, 44), γιά νά συνεχίσουμε ἔτσι τήν ἀνάλυση τοῦ «Πιστεύω» μας πού λέει.«Καί ἀνέβηκε στούς οὐρανούς καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Πατέρα». Δέν πρέπει καί δέν εἶναι ἀνάγκη καμιά, νά ἐξετάσουμε ἐξεζητημένα τό πῶς εἶναι ὁ θρόνος πού κάθεται ὁ Υἱός δεξιά τοῦ Πατέρα, διότι εἶναι κάτι τό ἀκατάληπτο. Οὔτε πάλι νά ἀνεχόμαστε αὐτούς πού κακῶς λένε ὅτι μετά τή Σταύρωση καί τήν ᾿Ανάσταση καί τήν ἄνοδό Του στόν οὐρανό, ἄρχισε νά κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα ὁ Υἱός. Διότι δέν πῆρε τό θρόνο ἐπειδή προόδευσε, ἀλλά τό θρόνο τόν εἶχε καί τόν ἔχει «ἀΐδια» καί μαζί μέ τήν ἄναρχη καί προαιώνια ὕπαρξή Του. Αὐτόν τό θρόνο10, πρίν νά γίνει ἀκόμα ἡ ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Σωτήρα, τόν εἶχε δεῖ ὁ προφήτης ῾Ησαΐας καί εἶπε: «Εἶδα τόν Κύριο νά κάθεται σέ θρόνο ὑψηλό καί ὑπερυψωμένο» (῾Ησ. 6, 1) κ. τ. λ. Τόν Θεό-Πατέρα, ὅπως ξέρουμε, «κανείς δέν Τόν εἶδε ποτέ» (πρβλ. ᾿Ιωάν. 1, 18). Αὐτός λοιπόν πού ἐμφανίστηκε στόν Προφήτη ἦταν ὁ Υἱός. Καί ὁ Ψαλμωδός λέει: «῞Ετοιμος ἦταν ὁ θρόνος Σου ἀπό τότε. Πρίν τήν ἄναρχη αἰωνιότητα, Σύ ὑπάρχεις» (Ψαλμ. 92, 2). ᾿Αλλά ὅμως, ἄν καί ὑπάρχουν πολλές μαρτυρίες γι᾿ αὐτό τό θέμα, ἐπειδή προχώρησε ἡ ὥρα, θά ἀρκεστοῦμε μόνο σ᾿ αὐτές.
ΚΗ´ . Τώρα λοιπόν πρέπει νά σᾶς ἀναφέρω λίγα, ἀπό ἐκεῖνα τά πολλά πού ἔχουν λεχθεῖ, γιά τό ὅτι ὁ Υἱός κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Πρῶτα-πρῶτα ὁ ἑκατοστός ἔνατος Ψαλμός λέει μέ σαφήνεια: «Εἶπε ὁ Κύριος στόν Κύριό μου, κάθισε στά δεξιά μου, μέχρι νά θέσω τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο στά πόδια σου» (Ψαλμ. 109, 1. Ματθ. 22, 44). ᾿Επικυρώνοντας δέ ὁ Σωτήρας μας αὐτά τά λόγια τοῦ Ψαλμοῦ, λέει στά ῾Ιερά Εὐαγγέλια ὅτι ὁ Δαβίδ δέν τά εἶπε, μονάχος του, ἀλλά ἀπό ἔμπνευση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.«Πῶς λοιπόν ὁ Δαβίδ, ἐμπνευσμένος ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα, Τόν ὀνομάζει Κύριο καί λέει, εἶπε ὁ Κύριος στόν Κύριό μου, κάθισε στά δεξιά μου;» κ. τ. λ. (Ματθ. 22, 43-44). Καί πάλι στίς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς «ὅταν σηκώθηκε ὁ Πέτρος μαζί μέ τούς ῞Ενδεκα» (Πράξ. 2, 14) καί συνομιλοῦσε μέ τούς ᾿Ισραηλίτες, αὐτή τή μαρτυρία, πού βρίσκεται στόν ἑκατοστό ἔνατο Ψαλμό, ἀνέφερε αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἴδια, ὅμοια καί ἀπαράλλακτα.
ΚΘ´ . ῎Ας ἀναφέρουμε ὅμως μερικές μαρτυρίες ἀκόμα γιά τό ἴδιο θέμα, ὅτι δηλαδή ὁ Υἱός κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Λοιπόν βρίσκουμε στό κατά Ματθαῖο Εὐαγγέλιο: «᾿Αλλά σᾶς λέω ὅτι ἀπό τώρα θά δεῖτε τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νά κάθεται στά δεξιά τοῦ Παντοδύναμου Θεοῦ-Πατέρα» (Ματθ. 26, 64). Παρόμοια μ᾿ αὐτά μᾶς λέει καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος, γράφοντας: «Διά τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος πῆγε στόν οὐρανό καί εἶναι στά δεξιά τοῦ Θεοῦ» (Α´ Πέτρ. 3, 21-22). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ᾿Επιστολή πού ἔγραψε πρός τούς Ρωμαίους, λέει: «῾Ο Χριστός εἶναι ᾿Εκεῖνος πού πέθανε, μᾶλλον δέ ἀναστήθηκε, ὁ ῾Οποῖος εἶναι στά δεξιά τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8, 34). Στήν ᾿Επιστολή του ἐπίσης πρός τούς ᾿Εφεσίους εἶπε: «Σύμφωνα μέ τήν ἐνέργεια τῆς ἰσχυρῆς δυνάμεώς Του, τήν ὁποία ἔδειξε ἐνεργό στόν Χριστό, ὅταν Τόν ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς καί Τόν θρόνιασε στά δεξιά Του» κ. τ. λ. (᾿Εφεσ. 1, 19-20). Καί τούς Κολασσαεῖς ἔτσι τούς δίδαξε: «῎Αν λοιπόν ἔχετε ἀναστηθεῖ μαζί μέ τόν Χριστό, νά ζητᾶτε τά ἄνω, ὅπου ὁ Χριστός κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ» (πρβλ. Κολ. 3, 1). Στήν ᾿Επιστολή του δέ πρός τούς ῾Εβραίους λέει: «᾿Αφοῦ ἔκανε καθαρισμό τῶν ἁμαρτιῶν μας, κάθισε στά δεξιά τῆς Μεγαλοσύνης, στά ὕψη» (῾Εβρ. 1, 3). Καί πάλι σέ ἄλλο σημεῖο: «Σέ ποιόν ὅμως ἀπό τούς ᾿Αγγέλους εἶπε ποτέ ὁ Θεός, κάθισε στά δεξιά μου, μέχρι νά θέσω τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο στά πόδια σου;» (῾Εβρ. 1, 13. Ψαλμ. 109, 1). Καί πάλι: «῾Ο Χριστός ὅμως πρόσφερε μία θυσία γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων μας, γιά πάντα σ᾿ ὅλους τούς αἰῶνες καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί περιμένει στό ἑξῆς, μέχρι νά γίνουν οἱ ἐχθροί ὑποπόδιο στά πόδια Του» (῾Εβρ. 10, 12-13). Καί ἀλλοῦ: «῎Εχοντας τά μάτια μας προσηλωμένα πρός τόν ἀρχηγό καί τελειωτή τῆς πίστεώς μας, τόν ᾿Ιησοῦ, ὁ ῾Οποῖος προκειμένου νά χαρεῖ τή σωτηρία μας, ὑπέμεινε Σταυρό καί ἀφοῦ καταφρόνησε τήν αἰσχύνη, κάθισε στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ» (῾Εβρ. 12, 2).
Λ´ . ῾Υπάρχουν βέβαια καί ἄλλες μαρτυρίες πού μαρτυροῦν ὅτι ὁ θρόνος τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ εἶναι στά δεξιά τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ἀλλά πρός τό παρόν ἄς εἶναι ἀρκετές αὐτές, ἀφοῦ πάλι σᾶς ὑπενθυμίσω αὐτό πού σᾶς εἶπα καί προηγουμένως, ὅτι δηλαδή δέν πῆρε τήν ἀξία νά καθίσει σ᾿ αὐτόν τό θρόνο, μετά τήν ἔνσαρκη παρουσία Του ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Κύριός μας, ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ἀλλά πάντοτε, πρό πάντων τῶν αἰώνων, κατεῖχε αὐτή τή θέση, στά δεξιά τοῦ Πατέρα.
Καί εἴθε λοιπόν Αὐτός ὁ Θεός, ὁ Πατέρας τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Κύριός μας, ᾿Ιησοῦς Χριστός, Αὐτός πού κατέβηκε στή γῆ καί ἀνέβηκε πάλι στόν οὐρανό (πρβλ. ᾿Εφεσ. 4, 10) καί κάθεται στό θρόνο μαζί μέ τόν Πατέρα, νά φυλάξει τίς ψυχές σας, ὥστε νά διατηρήσετε ἀδιάσειστη καί ἀναλλοίωτη τήν ἐλπίδα σας στόν ᾿Αναστημένο Χριστό. Αὐτός, εἴθε νά συναναστήσει καί σᾶς ἀπό τή νέκρα τῶν ἁμαρτημάτων, νά σᾶς χαρίσει τήν ἐπουράνια Βασιλεία Του, νά σᾶς καταξιώσει νά ἁρπαγεῖτε μέσα σέ νεφέλες πρός προϋπάντηση τοῦ Κυρίου στόν ἀέρα (πρβλ. Α´ Θεσ. 4, 17), τόν κατάλληλο καιρό. Καί μέχρι νά ἔρθει ὁ καιρός ἐκεῖνος, τῆς Δεύτερης ἔνδοξης Παρουσίας Του, εἴθε νά γράψει τά ὀνόματα ὅλων στό βιβλίο τῶν σωσμένων καί ἀφοῦ τά γράψει, νά μήν τά σβήσει ποτέ πιά. Διότι πολλῶν τά ὀνόματα σβήνονται, αὐτῶν βέβαια πού ἀφήνουν τήν ὀρθή πίστη (πρβλ. Ψαλμ. 68, 29. ᾿Αποκ. 3, 5). Νά δώσει δέ σ᾿ ὅλους σας τό φωτισμό νά πιστεύετε σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού ἀναστήθηκε καί νά περιμένετε ὅτι Αὐτός πού ἀνέβηκε, θά ἔρθει πάλι. Θά ἔρθει ὅμως, ὄχι ἀπό τή γῆ —πρόσεξε νά ἀσφαλίσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς πλάνους πού πρόκειται νά ἔρθουν μελλοντικά. Νά περιμένετε Αὐτόν πού κάθεται ἄνω καί συγχρόνως εἶναι παρών ἐδῶ, μαζί μέ μᾶς, ὁ ῾Οποῖος βλέπει τοῦ καθενός τήν τάξη καί τή σταθερότητα τῆς πίστεως (πρβλ. Κολ. 2, 5). Μή νομίσεις δηλαδή, ὅτι, ἐπειδή τώρα δέν εἶναι παρών μέ τό σῶμα, δέν εἶναι καί μέ τό πνεῦμα11. ᾿Εδῶ εἶναι ἀνάμεσά μας καί ἀκούει ὅσα λέγονται γι᾿ Αὐτόν καί βλέπει ὅσα ἐσύ σκέπτεσαι, καί γνωρίζει πολύ καλά ὅλες —καί τίς πιό κρυφές ἐπιθυμίες σου— καί ἐρευνάει τά βάθη τῆς καρδιᾶς σου (πρβλ. Ψαλμ. 7, 10. ᾿Αποκ. 2, 23). Αὐτός πού εἶναι καί τώρα ἕτοιμος ἐκείνους πού πλησιάζουν στό Βάπτισμα καί ὅλους ἐσᾶς νά σᾶς ὁδηγήσει στόν Πατέρα μέ τό ῞Αγιό Του Πνεῦμα καί νά πεῖ.«Νά, ἐδῶ εἶμαι ἐγώ καί τά παιδιά, πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός» (῾Ησ. 8, 18). Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. ᾿Αμήν.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.῾Ο Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός χαρακτηρίζεται ὡς «ἐλεύθερος ἐν νεκροῖς» μέ δύο ἔννοιες.α) ἀδέσμευτος ἀπό τά δεσμά, τά ὁριστικά, τοῦ θανάτου, μέ τά ὁποῖα κάθε νεκρός μεταπτωτικός ἄνθρωπος κατέληγε στήν Κόλαση, στόν ῞Αδη καί β) διότι, ὡς «κυριεύων ζώντων καί νεκρῶν», ἀφέθηκε νά νικήσει μόνος τό διάβολο καί τό θάνατο καί νά πάρει ἀπό τά χέρια τους, αὐτούς πού δέχτηκαν τό κήρυγμα καί τή σωτηρία πού τούς πρόσφερε.
2. Συχνά, στά Πατερικά κείμενα, βλέπουμε αὐτή τήν τάση τῶν ἁγίων Πατέρων καί ᾿Εκκλησιαστικῶν συγγραφέων στό νά βρίσκουν τέτοιες ἀντιστοιχίες. Εἶναι μιά μυστική προσέγγιση πού καί τότε πού φαίνεται ὅτι δέν ἔχει τήν ἐπικουρία τοῦ κριτικοῦ λόγου καί τῆς ἐπιστημονικῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας, μᾶς δίνει τήν αἴσθηση μιᾶς ὑπερβατικῆς πραγματικότητας, ἐντεταγμένης στό σχέδιο καί στό Μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας.
3. Ταφή καί ὄχι καύση ἀκολουθεῖ τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η πίστη στή «μετά σώματος» ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ ποτέ νά δεχθεῖ τήν καύση τοῦ σώματος, παρά τίς ἑκάστοτε προβαλλόμενες σκοπιμότητες.
4. Εἶναι δύο διαφορετικά ἐπίπεδα, πραγματικά καί τά δύο, ἀλλά στό ἕνα λειτουργεῖ ὁ ἄνθρωπος καί στό ἄλλο ὁ Θεός. ῾Η προσδοκία τους ἦταν νά ἐκδηλώσουν τή λατρεία τους στό Νεκρό. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως ἤδη εἶχε ἀναστηθεῖ. Τό ἴδιο συμβαίνει καί κατά τήν κλιμάκωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς μας. Τρέφουμε προσδοκίες μέ βάση τό ἐπίπεδο, στό ὁποῖο βρισκόμαστε, ἀλλά ὁ Θεός μᾶς ἀξιώνει νά λάβουμε δῶρα ὑψηλότερης στάθμης, κάθε φορά πού δέν φειδωλευόμαστε σέ ἀγαθή προαίρεση καί σέ ὀρθές ἐνέργειες.
5. ῾Η χαρά εἶναι παράγωγο βίωμα τῆς συνδρομῆς τῶν καταστάσεων πού βιώνει ὁ ἄνθρωπος μέσα στό πλαίσιο τῆς ᾿Αγάπης, τῆς ᾿Ελευθερίας καί τῆς Εἰρήνης. ῾Ο φόβος εἶναι διφυής.α) ῾Η στείρα ἀμυντική συρρίκνωση τοῦ συναισθηματικοῦ κόσμου μπροστά στόν κίνδυνο ἤ τήν ἀπειλή τῆς ὕπαρξης. Καί β) ῾Η ἔκσταση καί ἡ ἔκπληξη στήν αἴσθηση τοῦ ὑπερβατικοῦ. Τό πρῶτο εἶδος τοῦ φόβου αἰσθάνθηκαν οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς τοῦ Μνήματος καί τό δεύτερο οἱ Μυροφόρες. Τό πρῶτο εἶδος δέν εἶναι συμβατό μέ τή χαρά.
6. ῎Εμμεση ἐλεγκτική εἰρωνεία τοῦ ἰσχυροῦ φύλου, τοῦ καταξιωμένου νά εἶναι φορέας καί τῆς ἱερωσύνης, καί ἀνάδειξη τῶν ἰδιαιτέρων χαρισμάτων πού πῆραν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ἀσθενοῦς φύλου, χάρη στή λατρευτική ἀφοσίωσή τους στόν «κατ᾿ ὄψιν» ἐκμηδενισμένο ᾿Ιησοῦ.
7. ῾Η ἀλήθεια ἔχει αὐτή τή δύναμη.νά ἀναδεικνύει αὐτούς πού τή δέχονται καί τήν ὁμολογοῦν καί νά χαντακώνει ἐκείνους πού νομίζουν ὅτι μποροῦν ἤ θέλουν νά τή χαντακώσουν. Στή σκέψη τοῦ ἁγίου διδασκάλου, ἔχουμε τό παράδειγμα τῶν στρατιωτῶν πού συκοφάντησαν τήν ᾿Ανάσταση καί τῶν Μαθητῶν πού τήν κήρυξαν.
8. ῾Ο ἅγιος Διδάσκαλος δέν βιώνει σκληρά συναισθήματα γιά τούς ἄπιστους, ἀλλά προσπαθεῖ νά περισώσει προληπτικά τούς Κατηχούμενους ἀπό τήν ἐνδεχόμενη ἐπήρεια ἐκείνων πού θεληματικά παραμένουν στό χῶρο τῆς ἀπιστίας. Πιθανόν νά εἶναι μιά ἔμμεση ἀναφορά στό τῆς ᾿Αποκαλύψεως.«ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι» (᾿Αποκ. 22, 11). Βλέπουμε πόσο συντονισμένοι εἶναι οἱ ῞Αγιοι μέ τόν Κύριο στό σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.
9. Βαθύς ψυχολόγος καί παιδαγωγός ὁ ῞Αγιος κάνει αὐτή τήν ὑπόδειξη γιά νά βοηθήσει τούς Κατηχούμενους νά ἀποφύγουν ἕνα λάθος ἀνθρώπινο καί συχνό. Πρόκειται γιά τήν «κατ᾿ ὄψιν» κρίση καί γιά τή σύγκριση «ἐξ ἀναλογίας». ᾿Εντυπωσιαζόμαστε ἀπό τήν ὁμοιότητα τῶν ἐξωτερικῶν χαρακτηριστικῶν καί λησμονοῦμε ἤ ἀδυνατοῦμε νά βροῦμε τίς ἐσώτερες διαφορές. Καί δυστυχῶς αὐτό δέν τό παθαίνουμε μόνο στίς ἀνθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, ἀλλά καί σέ ἀντιλήψεις γεγονότων ἤ καταστάσεων στίς ὁποῖες ἔχει παρεμβληθεῖ καί θεϊκή παρέμβαση, μέ ἀποτέλεσμα νά σμικρύνουμε τόν Θεό καί νά διογκώνουμε τόν ἄνθρωπο!
10. ῾Ο ῞Αγιος καί πάλι μᾶς φέρνει μπροστά σέ μιά ψυχική ἀδυναμία τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου.νά καταγίνεται μέ τά «περί τήν οὐσίαν» καί νά χάνει τήν οὐσία. Σημασία δέν ἔχει τό πῶς εἶναι ὁ θρόνος, καί ἄν ἀκόμη ὑπάρχει θρόνος, ἀλλά τό νά μάθουμε ὅτι, κάτω ἀπ᾿ αὐτή τήν ἀνθρωποπαθή ἔκφραση, πού μᾶς παραπέμπει σέ εἰκόνες ζωῆς ἐπίγειου μονάρχη, κρύβεται τό Χριστολογικό δόγμα τῆς ἰσότιμης ἀϊδιότητας τοῦ Θεοῦ Λόγου πρός τόν Θεό-Πατέρα καί ὅτι αὐτή ἡ ἀϊδιότητα χαρακτηρίζει καί τό θεανδρικό Πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί, κατά χαρισματική μέθεξη, δίνεται καί στόν «ἐν Χριστῷ» θεωμένο ἄνθρωπο ὡς αἰώνια ζωή.
11. Στό μεταπτωτικό καί μή ἀναγεννημένο ἄνθρωπο, ἡ ἀντίληψη τοῦ ὑπαρκτοῦ εἶναι σχετικῶς ἀνάλογη μέ τή λειτουργία τῶν αἰσθητηρίων. Στό θεούμενο, ἡ ἀντίληψη τοῦ ὑπαρκτοῦ σχετίζεται μέ τήν πνευματική αἴσθηση πού τοῦ χαρίζουν οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες «τῆς Τριαδικῆς ἐν Μονάδι» Θεότητας. Προσγειωμένος ψυχολόγος ὁ Διδάσκαλος-Κατηχητής προασφαλίζει τούς μαθητές του ἀπό μιά ἐνδεχόμενη παγίδευσή τους, στό νά ζοῦν μέ αἴσθημα ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ.
Δυστυχῶς, συμβαίνει καί τό βλάσφημο ὀλίσθημα πολλῶν ἀπό μᾶς, οἱ ὁποῖοι, μέσα στό ῾Ιερό Βῆμα, ζοῦμε μέ ἐνέργειες καί δραστηριότητες πού δίνουν τήν ἐντύπωση ὅτι δέν ἔχουμε αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. ῾Η εἴσοδος μή ἱερωμένων ἀνθρώπων στό ῞Αγιο Βῆμα ἔχει ἱεροκανονικά ἀπαγορευθεῖ καί γιά ἄλλους λόγους, ἀλλά καί γιά τόν τόσο σημαντικό αὐτό λόγο.
 http://www.imaik.gr/?p=2300#more-2300

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου