Σελίδες

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

«– Δέν θέλω τίποτα παπούλη. Μόνο νά μέ βοηθήσεις νά μείνω πάντα κάτω ἀπ’ τό ἔλεος καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ»

 Ὁ Θεὸς δὲν θέλει τίτλους… Μὲ τὶς ἀρετὲς βαδίζουμε κοντά Του. Ἡ ἀνάγκη γιὰ ψυχικὸ ξεκούρασμα κοντὰ σὲ ἅγιες μορφὲς μὲ ἔφερε πρὶν δώδεκα χρόνια κοντά του. Ἕνα παλιὸ πνευματικό του παιδὶ μὲ σύστησε στὸ μακαριστὸν Γέροντα. 

– Γέροντα, τοῦ εἶπε, σοῦ ἔφερα τὴ γυμνασιάρχη μου. 
Ἀντέδρασα χωρὶς νὰ τὸ θέλω. 
– Γιατί ἀναφέρεις τίτλους; τῆς εἶπα. Ἐδῶ εἶμαι ἡ Παναγιώτα. Αὐτό ἀρκεῖ.
Παράξενο. Ὁ Γέροντας εὐχαριστήθηκε. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε βαθιὰ στὰ μάτια καὶ γέλασε σὰν μικρὸ ἀθῶο παιδί. 
– Αὐτὸ ποὺ εἶπες, εἶναι σωστό, εἶπε. Ἡ Μαρία δὲν καταλαβαίνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν τὰ θέλει αὐτά. Μὲ τὶς ἀρετὲς βαδίζουμε κοντά Του. 
Κάθισα δίπλα του. Ἄνοιξα τὴν καρδιά μου κι ἐκεῖνος ἄκουγε. Εἶχα τὴν αἴσθηση ὅτι προσευχόταν, ἐνῶ συγχρόνως μετροῦσε τὸν σφυγμό μου. Πῆρα τὴν ἅγια εὐχή του καὶ ἔφυγα ἀπὸ κοντά του μὲ δάκρυα στὰ μάτια. 
Ξαναπῆγα πολλὲς φορὲς κοντὰ στὸν Γέροντα. Κι ἔτρεχα ἐκεῖ νὰ βρῶ γαλήνη καὶ βοήθεια σ’ ὅλες τὶς δυσκολίες ποὺ συναντοῦσα. Εἶχα πάντα τὴ σιγουριὰ πὼς ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς του ἦταν τόση, ποὺ ὁ Θεὸς ἔκανε ὅ,τι τοῦ ζητοῦσε. 
Πῆρα μετάθεση γιὰ τὴν Ἀμαλιάδα, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἔστελναν τὸν ἄνδρα μου λόγω προαγωγῆς σὲ γυμνασιάρχη σ’ ἕνα ἄλλο χωριὸ τῆς Πελοποννήσου. Τὴν ὥρα ποὺ τὰ παιδιά μου δὲν μποροῦσαν νὰ μετακινηθοῦν, γιατὶ φοιτοῦσαν σὲ σχολεῖα ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἀντίστοιχα στὴν ἐπαρχία. Πῆγα λυπημένη στὸν Γέροντα. Συμμετεῖχε ὁλόψυχα στὰ προβλήματά μου. Τὰ ἔκανε δικά του. 
– Μὴ στενοχωριέσαι, μοῦ εἶπε, μὲ τὴν προορατικότητα ποὺ τὸν χαρακτήριζε. Ὁ ἄνδρας σου θὰ πάρει ἀπόσπαση γιὰ τὴν Ἀθήνα. Καὶ θὰ πάρετε κι’ ἕνα ὄμορφο σπιτάκι κοντὰ στὴ θάλασσα, εἶπε γελώντας. – Δὲν εἶναι δυνατόν, εἶπα μὲ τὴ λογικὴ τῆς κατάστασης ποὺ γνώριζα. Δὲν ἔχουμε χρήματα. 
– Ὅλα θὰ γίνουν ὅπως σοῦ τὰ λέω, εἶπε ὁ Γέροντας. Πρέπει νὰ ἐμπιστεύεσαι τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. 
Κι ἔγιναν ὅλα ὅπως μοῦ τὰ εἶπε. Καὶ γελοῦσε πάλι, ὅταν τοῦ εἶπα πὼς ἀγοράσαμε τὸ ἐξοχικό. Μὲ τὰ μάτια του τὸ ἔβλεπε καὶ τὸ περιέγραφε σὰν νὰ τὸ εἶχε δεῖ. 
Πέρασαν λίγα χρόνια κι ἡ κόρη μου εἶχε τελειώσει τὴν ἰατρικὴ καὶ ταλαντευόταν γιὰ τὸ ποιὰ εἰδικότητα θὰ ἀκολουθοῦσε. Ἡ μικρή μου εἶχε τελειώσει τὴ φιλολογία. 
Βρῆκα τὸν Γέροντα ὄρθιο, σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Ἕνα φῶς θαρρεῖς τὸν ἔλουζε. Μόλις μὲ εἶδε, εἶχα πάει πάλι μὲ τὴ φίλη μου τὴ Μαρία, εὐχαριστήθηκε καὶ μὲ ρώτησε σὲ τόνο γελαστό: 
– Γιὰ νὰ δοῦμε πάλι τί θὰ μοῦ ζητήσεις σήμερα. 
Παραξενεύτηκα μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μου, ὅταν ἄκουσα τὰ χείλη μου ν’ ἀπαντοῦν: 
– Δὲν θέλω τίποτα παπούλη. Μόνο νὰ μὲ βοηθήσεις νὰ μείνω πάντα κάτω ἀπ’ τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ Γέροντας γέλασε πλατιά. Τί χαμόγελο ἦταν ἐκεῖνο! Ἄνοιξε λὲς μιὰ χαραμάδα στὸν οὐρανὸ καὶ χύθηκε στὴ γῆ φῶς οὐράνιο! 
– Καὶ νομίζεις πῶς δὲν ζητᾶς καὶ τίποτε, μοῦ εἶπε. Ὑπάρχει παιδί μου τίποτα περισσότερο ἀπὸ τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; 
Ἄρχισε νὰ περπατᾶ στὸν μακρὺ διάδρομο ἔξω ἀπὸ τὸ κελλί του. Εἶχε τὸ ἕνα του χέρι στὸ χέρι μου. 
Ἔσκυψε σ’ ἕνα κλουβὶ ποὺ ὑπῆρχε στὸ διάδρομο, ἄνοιξε τὸ πορτάκι καὶ μίλησε τρυφερὰ στὸ πουλάκι ποὺ ἦταν μέσα. 
– Ἔλα λίγο ἔξω, τοῦ εἶπε. 
Πῆρε τὸ πουλάκι πάνω στὸ χέρι του καὶ συνέχισε νὰ περπατᾶ, χωρὶς τὸ πουλάκι νὰ φεύγει. Συγχρόνως μοῦ μιλοῦσε. 
– Θέλω νὰ σοῦ πῶ, μοῦ εἶπε (χωρὶς ἐγὼ νὰ τοῦ ἔχω πεῖ τίποτε, τίποτε ἀπολύτως), νὰ πεῖς τῆς Μαγδαληνῆς νὰ γίνει παιδίατρος. Ταιριάζει στὴν ψυχοσύνθεσή της. Ἀγαπᾶ τὰ παιδιὰ πολύ. Ἡ Μαρία μὴ σὲ ἀνησυχεῖ. Θὰ βρεῖ πολὺ σύντομα τὸ δρόμο της. Ἐσὺ γιὰ νὰ κερδίσεις ὅ,τι μοῦ ζήτησες πρέπει νὰ γίνεις καλή. Νὰ κάνεις ἀγώνα πολύ. 
Πηγαίναμε πάνω-κάτω μέσα στὸ διάδρομο. Τὸ πουλάκι ἐξακολουθοῦσε νὰ μένει ὑποτακτικὸ πάνω στὸ χέρι του, ἐνῶ ὁ Γέροντας μὲ τ’ ἄλλο χέρι κρατοῦσε τὸ σφυγμό μου ἀκόμα. 
Εἶχε πολὺ κέφι. Γύρισε σὲ μιὰ στιγμὴ καὶ μοῦ εἶπε: 
– Ἔρχονται ’δῶ καὶ μοῦ ζητοῦν κάτι πράγματα…! Διάφορα πράγματα. Ἀλλὰ μόνο ὁ Κύριος μπορεῖ νὰ φωτίσει ἕναν ἄνθρωπο νὰ κάνει ὅ,τι πρέπει. 
Εἶχε ὅμως κουραστεῖ. Ἔβαλε μέσ’ στὸ κλουβάκι τὸ ἥμερο πουλάκι, γύρισε στὴ Μαρία, τὴ ρώτησε ἂν ἤθελε τίποτα ἰδιαίτερο. 
– Τὴν εὐχή σας Παππούλη, εἶπε ἐκείνη. 
– Τὴν ἔχετε, εἶπε κι ἔβαλε στὸ κεφάλι μας μὲ τὴ σειρὰ τὸ ἅγιο χέρι του. 
Φύγαμε. Πόση χαρὰ ἔνιωθα μέσα μου! Πόση εὐλογία εἶχε μεταγγίσει μὲ τὴ χάρη του! 
Ὅταν εἶχε πεθάνει ὁ πατέρας μου, ποὺ τὸν ὑπεραγαποῦσα, κι ἔνιωθα ἀπαρηγόρητη γιὰ τὸν χαμό του, ὁ Γέροντάς μου εἶπε σοβαρά: 
– Ὁ πατέρας σου εἶναι κοντὰ στὸν Θεό! Τὸ ἔλεός Του τὸν ἔσωσε. Προσευχήσου νὰ εὐχαριστήσεις γιὰ τὴν εὐεργεσία. 
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ὁ Γέρων Πορφύριος. Μαρτυρίες καὶ Ἐμπειρίες“, τοῦ Κλείτου Ἰωαννίδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου