Σελίδες

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

Ταπείνωση

Γράφει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός[1]: « Ὁ ταπεινόφρων δέν παύει νά κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του, ἀκόμη καί ἄν ὅλοι τόν μάχονται καί τόν ἀτιμάζουν ἔτσι ὥστε νά σωθῇ ὄχι μόνο ἀκουσίως, ὅπως αὐτοί πού ἔχουν ὑπομονή, ἀλλά ἑκουσίως, τρέχοντας πρός τά πάθη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά ὁποῖα ἔμαθε τήν μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς ἀρετές, στήν ὁποία κατοικεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα».
Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς ἀρετές. Σ’ αὐτήν κατοικεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ ἀναγκαία προϋπόθεσι γιά τήν ἔνταξη καί παραμονή τοῦ πιστοῦ στήν Ἐκκλησία. Τοῦτο συμβαίνει διότι ἡ ταπείνωση τοῦ πιστοῦ ἑλκύει τό Ἅγιο Πνεῦμα σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν»[2].
Ὁ πλήρης Ἁγίου Πνεύματος πιστός ἑνώνεται καί παραμένει σταθερά στήν Ἐκκλησία, ἡ Ὁποία ἔχει τό Ἅγιο Πνεῦμα ὡς «ψυχή» Της. Αὐτό τό Ἅγιο Πνεῦμα τελεσιουργεῖ τήν ἔνταξη καί μόνιμη παραμονή τοῦ πιστοῦ στό Χριστό καί στό σῶμα Του τήν Ἐκκλησία.


Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς ἀρετές. Εἶναι ὁ ἰσχυρότερος ἑνωτικός-συνδετικός παράγοντας μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ σ’ αὐτήν κατοικεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ἄκτιστη θεοποιός Θεία Χάρη, διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μέ τόν Θεό.
Διά τῆς ταπεινώσεως, πού συνδέεται ἄρρηκτα μέ τήν αὐτομεμψία, ὁ πιστός συνεχῶς αὐτοκατηγορεῖται. Ζεῖ ἔτσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι τήν αὐτοδικαίωσι τοῦ Φαρισαίου.
Ἀμφισβητώντας συνεχῶς τήν κρίση του, τή σοφία του καί κατηγορώντας σέ κάθε τι τόν ἑαυτό του, βρίσκει ἀνάπαυση στό Χριστό, ὁ Ὁποῖος «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως»[3].
Ἡ αὐτομεμψία-ταπείνωση εἶναι ἡ ὁδός τῆς μίμησης τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ. Ὅποιος αὐτοκατηγορεῖται σηκώνει τόν «χρηστό» ζυγό τοῦ Κυρίου καί τό ἐλαφρό φορτίο Του.
Ὅποιος ἐπιζητεῖ νά δικαιωθῇ σηκώνει τό βαρύ φορτίο τῶν παθῶν καί μάλιστα τῆς ἀνθρωπαρέσκειας καί κενοδοξίας.
Ἡ αὐτομεμψία δέν ἐπιτρέπει γογγυσμό κατά τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἐνεργειῶν Του. Ὅταν συμβαίνει στόν πιστό καί ταπεινό κάτι ὀδυνηρό αὐτός ὁμολογεῖ ὅτι  «συμβαίνει γιά τίς ἁμαρτίες μου». Ἀντί νά γογγύζει, εὐγνωμονεῖ τόν Θεό πού τόν ἀγαπᾶ καί τόν ἐπισκέφθηκε διά τῆς θλίψεως. Γνωρίζει ὅτι ἡ θλίψη εἶναι ἐπίσκεψη Θεοῦ, ἐπειδή παραδέχεται ὡς ἀξιόπιστό τόν λόγο Του: «ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται»[4]. Ἡ μόνη του ἀγωνία εἶναι νά μήν λυπήσῃ μέ κάποια ἁμαρτία τόν Θεό, τοῦ Ὁποίου βιώνει ὑπαρξιακά τήν ἄπειρη Πατρική στοργή καί ἀγάπη, τήν «οὐδέποτε ἐκπίπτουσαν»[5].
Ἡ αὐτομεμψία ἐπίσης δέν ἐπιτρέπει τόν γογγυσμό καί ἄρα τόν χωρισμό ἀπό τόν οἱονδήποτε πλησίον. Σέ κάθε δυσκολία ὁ ταπεινός αὐτοκατηγορεῖται καί δέν κατηγορεῖ κανέναν, ὁπότε καί δέν χωρίζεται ἀπό κανέναν. Μέσα στήν καρδιά του ἀγαπᾶ ὅλους, πονάει γιά ὅλους, θυσιάζεται γιά ὅλους καί ζητάει συγχώρησι ἀπό ὅλους, ὄχι ὑποκριτικά, ἀλλά ἐπειδή πιστεύει ὅτι αὐτός φταίει γιά ὅλα. Ἀκόμη καί ἄν γιά κάτι συγκεκριμένο φαίνεται ὅτι δέν πταίει, ὅμως γνωρίζει ὅτι ἔχει φταίξει σέ ἄλλες περιπτώσεις καί γι’ αὐτό τώρα ἀδικεῖται καί ταλαιπωρεῖται. «Ἐκεῖνος πού εἶναι πραγματικά ταπεινόφρονας» διδάσκει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, «ὅταν ἀδικεῖται, δέν ταράσσεται οὔτε ἀπολογεῖται γιά τήν ὑπόθεση πού ἀδικήθηκε, ἀλλά δέχεται ὡς ἀλήθεια τή συκοφαντία καί δέ φροντίζει νά πείσει τούς ἀνθρώπους ὅτι ἀδικήθηκε ἀλλά ζητᾶ συγχώρηση»[6].
Πάντα ἑπομένως ὁ ταπεινός εἶναι ἀναπαυμένος μέ ὅλους, ὅ,τι καί ἄν τοῦ συμβαίνει. Ὅπως λέγει πάλι, ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ : «Κι ἄν κολληθῇ ὁ οὐρανός στή γῆ, ὁ ταπεινόφρων οὐ θροεῖται»[7].
Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἄς ἀγαπήσουμε τήν κορυφαία ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης καί ἄς προσπαθήσουμε νά τήν βιώσουμε, γιά νά θεραπευθῇ ἡ ψυχή μας, ζώντας μέσα στό μόνο ἀληθινό ψυχο-θεραπευτήριο, τήν Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό σῶμα τοῦ ὑπέρ πάντα ἄλλον ταπεινοῦ, Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
ΑΥΤῼ Η ΔΟΞΑ ΣΥΝ Τῼ ΑΝΑΡΧῼ ΠΑΤΡΙ ΚΑΙ Τῼ ΠΑΝΑΓΙῼ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ΑΜΗΝ.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης




[1] Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν νηπτικῶν, τόμ. Γ΄, σελ. 135, ἐκδ. Ἀστήρ, 1991.
[2] Α΄ Πέτρ. 5, 5
[3] Α΄ Πέτρ. 2, 23.
[4] Παροιμ. 3, 12.
[5] Α΄ Κορ. 13, 8.
[6] Ἀββᾶ Ἰσαάκ, Ἀσκητικά, Ἐπιμ. Νικηφόρου Θεοτόκη, ἐκδ. Ρηγόπουλου, 1977, σελ. 224.
[7] Ὅ.π. σελ. 312.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου