Σελίδες

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

«Τιμή στούς Γονεῖς, Ἀναίδεια καί Ἐνδυμασία» Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Σήμερα τό Ἁγιογραφικό μας θά εἶναι δύο στίχοι ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ πρῶτος στίχος, πού θά σᾶς διαβάσω, εἶναι ἀπό τήν Ἔξοδο. Ὅπως ξέρετε ἡ Παλαιά Διαθήκη ἔχει πόσα βιβλία; Ἔχει 49 βιβλία. Καί ἡ Καινή;
- 27.
Ὡραῖα, 27. Ἡ Ἔξοδος ποιό βιβλίο εἶναι κατά σειρά; Ξέρει κανείς; Νά πάρουμε πρῶτο, δεύτερο, τρίτο... Τό πρῶτο εἶναι ἡ Γένεσις. Τό δεύτερο εἶναι ἡ Ἔξοδος. Καί λέγεται Ἔξοδος γιατί; Γιατί περιγράφει τήν Ἔξοδο τῶν Ἑβραίων ἀπό τήν Αἴγυπτο πρός τήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ὁ προφήτης Μωϋσῆς πῆρε ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά ἐλευθερώσει τόν λαό ἀπό τήν καταπίεση τῶν Αἰγυπτίων καί τόν ἔβγαλε ἀπό τήν Αἴγυπτο, ἔκανε ἔξοδο καί περιγράφονται τά γεγονότα. Ἔφτασαν στό ὄρος Σινᾶ καί ἐκεῖ ὁ προφήτης Μωϋσῆς ἀνέβηκε πάνω στήν κορυφή στό ὄρος Χωρήβ καί πῆρε τίς πλάκες, τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Σήμερα θά μελετήσουμε μία ἀπό τίς δέκα ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τήν πέμπτη κατά σειρά. Δέν ἦταν μόνο δέκα οἱ ἐντολές, ἦταν πολλές καί ἰσχύουν καί σήμερα οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μή νομίσουμε ὅτι δόθηκαν τότε καί σήμερα δέν ἰσχύουν. Γιά μᾶς τούς χριστιανούς ἰσχούν καί οἱ ἐντολές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί μάλιστα συμπληρωμένες.
Ἄς ποῦμε στήν Παλαιά Διαθήκη μιά ἐντολή ἔλεγε «ὀδόντα ἀντί ὀδόντος» (Ἔξ. 21,24). Σοῦ ἔβγαλε κάποιος τό δόντι, νά τοῦ βγάλεις κι ἐσύ τό δόντι. Μήν τόν σκοτώσεις... μέχρι ἐκεῖ. Γιατί θά πεῖτε τώρα; Εἶναι σωστό αὐτό; Ἐμεῖς ἔχουμε μάθει νά συγχωροῦμε. Δέν μποροῦσαν νά τό καταλάβουν τότε οἱ ἄνθρωποι. Πνευματικά δέν ἦταν τόσο δεκτικοί καί δέν μποροῦσαν νά συγχωρέσουν ἕναν πού τούς ἔβγαλε τό δόντι. Θέλανε ὁπωσδήποτε νά τόν τιμωρήσουν καί τούς εἶπε ὁ Θεός, θά τόν τιμωρεῖται μέχρι ἐκεῖ, μέχρι νά τοῦ βγάλετε κι ἐσεῖς τό δόντι, μήν τοῦ κάνετε μεγαλύτερη ζημιά. Ἀλλά ἔρχεται ὁ Χριστός μας στήν Καινή Διαθήκη καί λέει: ὄχι μόνο δέν θά τοῦ βγάλεις τό δόντι ἀλλά θά τόν συγχωρεῖς. Καί ὄχι μόνο δέν θά φονεύεις ἀλλά οὔτε θά θυμώνεις. Γιατί ὁ θυμός εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ φόνου. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχε ἐντολή «οὐ φονεύσεις», μία ἀπό τίς δέκα ἐντολές.
Ὁ Χριστός λοιπόν λέει καί αὐτό ἰσχύει φυσικά, δέν πρέπει νά φονεύεις, ἀλλά θά πρέπει νά προσέξεις καί τά αἴτια. Νά μήν φτάνεις νά θυμώνεις, γιατί ὅταν θυμώνεις, χάνεις τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ σου καί μπορεῖ νά κάνεις καί φόνο.

Ἔτσι εἶπε καί γιά τό θέμα τῆς μοιχείας, τῆς πορνείας, τίς σαρκικές ἁμαρτίες. Στήν Παλαιά Διαθήκη λέει «οὐ μοιχεύσεις», εἶναι ἡ ἕκτη ἐντολή. Ἔρχεται ὁ Χριστός μας καί λέει, φυσικά κι αὐτό ἰσχύει, ἀλλά σᾶς λέω ἀκόμα καί καθένας πού θά δεῖ πονηρά, ἕνας ἄντρας μιά γυναίκα, μιά γυναίκα ἕναν ἄντρα κ.λ.π., μέ διάθεση σαρκική, νά τόν/τήν ἐπιθυμήσει ἀντίστοιχα, ἤδη, λέει, κάνει μοιχεία στήν καρδιά του. Δηλαδή ὁ Χριστός μας ἦρθε καί συμπλήρωσε τόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τίς ἐτνολές, καί μᾶς εἶπε ἕνα σκαλοπάτι πιό πάνω. Νά κόβουμε καί τά αἴτια, νά προσέχουμε νά μήν ἁμαρτάνουμε καί σ’ ἕνα ἐπίπεδο νωρίτερα. Ἄς ποῦμε, ἕνας πού κάνει μοιχεία, κάνει μιά βρωμερή πράξη μέ τό σῶμα του. Ἕνας πού δέν προσέχει τά μάτια του, κάνει φαινομενικά κάτι ἐλαφρύτερο, ἀλλά εἶπε ὁ Χριστός ὅτι κι αὐτό εἶναι ἐξίσου σημαντικό, διότι κάνεις μέσα στήν καρδιά σου τήν ἁμαρτία, πρίν τήν κάνεις μέ τό σῶμα.
Ἔτσι, λοιπόν, ἐμεῖς σήμερα θά δοῦμε τήν πέμπτη ἐντολή ἀπό τίς δέκα. Μήπως ξέρει κανείς ποιά εἶναι ἡ πέμπτη ἐντολή; Νά σᾶς τήν διαβάσω. Εἶναι στό δωδέκατο στίχο στό εἰκοστό κεφάλαιο. Οἱ δέκα ἐντολές νά ξέρετε εἶναι στό εἰκοστό κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου. «Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου». Τό ἔχετε ἀκούσει αὐτό… ἔχει καί συνέχεια ὅμως. Προσέξτε να δεῖτε καί τί ὑπόσχεται ὁ Θεός σ’ αὐτούς πού θά τιμοῦν τόν πατέρα τους καί τήν μητέρα τους. «Ἱνα εὖ σοι γένηται καί ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπί τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι». Διαβάζουμε μετάφραση: «Νά τιμᾶς καί νά σέβεσαι μέ λόγια καί μέ ἔργα ἕως τοῦ θανάτου των τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου». Ὄχι μερικοί πού, ὅταν γεράσουν, τούς πετᾶνε, τούς πᾶνε στό γηροκομεῖο καί λένε «ὁ γέρος, ἡ γριά». Κάποια παιδιά μιλᾶνε τόσο περιφρονητικά! Δέν εἶναι ὁ γέρος καί ἡ γριά, εἶναι ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα. «Νά τιμᾶς καί νά σέβεσαι», λοιπόν, «μέχρι θανάτου τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, γιά νά εὐτυχεῖς καί νά ζεῖς πολλά χρόνια μέσα στά ἄφθονα ἀγαθά τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας, πού σοῦ χαρίζει ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου». Ὑπόσχεται ὁ Θεός, λοιπόν  ἀφενός εὐτυχία, ἐμεῖς θά τό λέγαμε σήμερα μακαριότητα, γιατί δέν ὑπάρχει τύχη καί καλή τύχη, ἀλλά τότε δέν μποροῦσαν νά τό καταλάβουν ἔτσι. Ἀλλιῶς «εὖ σοι γένηται» θά πεῖ αὐτό, νά σοῦ πᾶνε ὅλα καλά, νά ἔχεις καλή ζωή. Ὅταν τιμᾶς τόν πατέρα καί τήν μητέρα, παίρνεις τίς εὐχές τους καί αὐτό ἀρέσει πάρα πολύ στόν Θεό, νά τιμᾶμε τούς γονεῖς μας. Παρόλο πού Πατέρας ὅλων μας εἶναι ὁ Χριστός, ἔτσι δέν εἶναι; Εἶναι ὁ Θεός - Πατέρας. Καί ὁ Χριστός μας, ὅταν μᾶς δίδαξε νά προσευχόμαστε τί μᾶς εἶπε νά λέμε; «Πάτερ ἡμῶν». Ὁ κατεξοχήν πατέρας μας εἶναι ὁ Θεός καί ἡ κατεξοχήν μητέρα μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Παναγία μας, ἀλλά ἔχουμε καί τούς σαρκικούς γονεῖς πού πρέπει νά τούς τιμοῦμε. Κι ὅταν τό κάνει αὐτό ὁ ἄνθρωπος, λέει, θά ἔχει πολύ καλή ζωή καί θά γίνει καί μακροχρόνιος.
Ὅσοι θέλετε νά ζήσετε πολλά χρόνια… βλέπετε συνταγή;! Εἶναι ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ αὐτό. Ἔτσι λέει, γιά νά γίνεις μακροχρόνιος, νά ζήσεις πολλά χρόνια. Τό πόσα χρόνια θά ζήσουμε δέν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τό ἄν τρῶμε καλά ἤ ἄν παίρνουμε τά φάρμακά μας, ὅταν μᾶς δίνουν οἱ γιατροί φάρμακα, ἤ ἄν κοιμόμαστε καλά. Ἔχει καί πνευματική αἰτία τό πράγμα. Ἅμα τιμᾶς τούς γονεῖς σου, λέει, ἔχεις τίς προϋποθέσεις νά ζήσεις πολλά χρόνια, γιατί ἔχεις τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Καί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ζεῖ καλά καί σ’ αὐτή τήν ζωή καί φυσικά καί στήν ἄλλη.
Ὁπότε, τό ἕνα θέμα μας εἶναι αὐτό, παιδιά. Νά σᾶς διαβάσω κάτι πού λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος. Κοιτάξτε, γιατί σήμερα κοντά στίς ἄλλες ἁμαρτίες πού κάνουμε οἱ ἄνθρωποι, κάνουμε κι αὐτή τήν ἁμαρτία, δέν τιμᾶμε τούς γονεῖς μας. Καί εἶναι πολύ σημαντικό πράγμα αὐτό, νά τιμᾶμε τούς γονεῖς μας. «Ποῦ ἔχουν φτάσει σήμερα τά παιδιά! Δέν σηκώνουν οὔτε ἕναν λόγο. Ποῦ νά σηκώσουν ξύλο!». Δηλαδή νά τούς δώσει ἀπό καμία ὁ μπαμπάς καί ἡ μαμά, ἔ; Νά ξεφύγει λίγο τό χέρι, ὅπως λέμε. «Δέν ἔχουν σεβασμό. Ἔχουν πολύ ἐγωισμό καί πολλά νεῦρα», τά παιδιά. «Κάνουν κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας. Τό παιδί λέει στούς γονεῖς του: «Θά σᾶς πάω στήν Ἀστυνομία». Πρόσφατα, παιδί δεκαπέντε χρονῶν πού ἔκανε μία πολύ μεγάλη ἀταξία καί ὁ πατέρας τοῦ ἔδωσε ἕνα σκαμπίλι, πῆγε καί τοῦ ἔκανε μήνυση καί δίκασαν τόν πατέρα. Ὁ πατέρας τήν ὥρα τῆς δίκης εἶπε: «Μέ ἀδικεῖτε, γιατί, ἄν δέν ἔδινα τότε τό σκαμπίλι, θά ἔκλειναν τό παιδί μου στήν φυλακή». Γιατί δέν καταλάβαινε ἀλλιῶς τό παιδί. Ἤξερε ὁ πατέρας τό παιδί του. Εἶχε ἐξαντλήσει ὅλα τά ἄλλα μέτρα. Μόνο αὐτό θά ἔπιανε. «Δέν θά πονούσατε ἐσεῖς, ἐγώ θά πονοῦσα». Πιάνει λοιπόν τό παιδί, τοῦ δίνει δύο σκαμπίλια καί λέει: «Γι’ αὐτά τά σκαμπίλια νά μέ δικάσετε, ὄχι γιά κεῖνο. Τώρα βάλτε με στήν φυλακή, γιατί στά καλά καθούμενα τό χτύπησα». Τώρα δέν ἔχω αἰτία, τότε ἔπρεπε νά τό κάνω. Βλέπετε πώς μιλάει ἕνας πατέρας πού ἀγαπάει; Γιατί ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα ἔχουν ἀπό τήν φύση τους ἀγάπη πρός τό παιδί, ἔχουν τήν φυσική ἀγάπη.
«Θέλω νά πῶ. Ἐκεῖ ἔχουν φθάσει τά παιδιά. Αὐτή ἡ νοοτροπία ὑπάρχει σήμερα. Παλιά οἱ γονεῖς μᾶς μάλωναν, ἔδιναν καί κανένα σκαμπίλι, ἀλλά δέν μᾶς περνοῦσε κακός λογισμός», γιατί ὑπῆρχε ἡ ταπείνωση. «Δεχόμασταν καί τό ξύλο σάν τό χάδι, χωρίς νά ἀντιδράσουμε, χωρίς νά ἐξετάσουμε ἄν φταίγαμε πολύ ἤ λίγο. Πιστεύαμε ὅτι καί τό ξύλο γιά τό καλό μας ἦταν. Ξέραμε ὅτι οἱ γονεῖς μᾶς ἀγαποῦσαν καί πότε μᾶς χάιδευαν, πότε μᾶς φιλοῦσαν, πότε μᾶς ἔδιναν σκαμπίλι. Γιατί καί τό σκαμπίλι καί τό χάδι καί τό φίλημα τῶν γονέων, ὅλα -πῶς νά τό κάνεις;- εἶναι ἀπό ἀγάπη. Ὅταν οἱ γονεῖς δέρνουν τά παιδιά τους, ὑποφέρει ἡ καρδιά τους. Ὅταν τά παιδιά τρῶνε τό σκαμπιλάκι, πονάει τό μάγουλο. Ἑπομένως, μεγαλύτερος εἶναι ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς ἀπό τόν πόνο στό μάγουλο. Ἡ μητέρα, ὅ,τι καί ἄν κάνει στά παιδιά της, εἴτε τά μαλώσει εἴτε τά δείρει εἴτε τά χαϊδέψει, ὅλα ἀπό ἀγάπη τά κάνει καί ὅλα ἀπό τήν ἴδια μητρική καρδιά βγαίνουν. Ὅταν ὅμως τά παιδιά δέν τό καταλαβαίνουν αὐτό καί μιλοῦν μέ ἀναίδεια, ἀντιδροῦν καί πεισμώνουν, τότε διώχνουν τήν θεία Χάρη». Θά ποῦμε καί λίγα λόγια γιά τήν ἀναίδεια, παιδιά, γιατί στό βάθος αὐτή ἡ ἀπρεπής συμπεριφορά τῶν παιδιῶν ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀναίδεια.
- Τί θά πεῖ ἀναίδεια;
Εἶναι τό ἀντίθετο τῆς αἰδοῦς. Στούς ἀρχαίους ἦταν μεγάλη ἀρετή ἡ αἰδώς, ἡ ντροπή πού λέμε σήμερα. Σήμερα οἰ ψυχολόγοι… Τά ἔχουμε βάλει μέ τούς ψυχολόγους καί τήν ψυχολογία… Ἀλλά πρέπει νά τά βάλουμε. Δέν τά βάζουμε μέ τούς ἀνθρώπους, μέ τήν ψυχολογία τά βάζουμε. Σοῦ λένε ‘δέν πρέπει νά ντρέπεσαι’. Κακῶς, κάκιστα! Πρέπει νά ντρέπεσαι! Γιατί ἡ ντροπή ξέρετε τί εἶναι; Εἶναι σάν ἕνας φράχτης πού σέ φυλάει... καί ἡ κοπέλα κοκκινίζει, ντρέπεται. Εἶναι καλό πράγμα νά ντρέπεσαι, δέν εἶναι κακό. Ἀλλά σήμερα μαθαίνουμε τίς κοπέλες νά μή ντρέπονται, νά μήν ἔχουν συστολή, νά βγάζουν τά ροῦχα τους, νά κυκλοφοροῦν ὅπως νά ’ναι. Καί σοῦ λένε, τί ἐγώ δέν ἔκανα τίποτα… Καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ντρέπεται, μετά εἶναι ἀνοιχτός σέ ὅλες τίς δαιμονικές ἐνέργειες καί κάνει τό κακό, χωρίς νά ἔχει τύψεις συνειδήσεως. Ἀπό ἀπρέπεια, λοιπόν, ξεκινᾶ αὐτή ἡ συμπεριφορά στά παιδιά, ἔχει χαθεῖ ἡ αἰδώς. Καί τότε, ὅταν ὑπάρχει ἀναίδεια, φεύγει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Εἶναι φοβερό πράγμα, καί δέχονται δαιμονικές ἐπιδράσεις οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι ἀναιδεῖς.
« – Γέροντα, δέν ὑπάρχουν καί ἀνεπρόκοποι γονεῖς;
Ναί, ἀλλά ἐκεῖνα τά παιδιά πού ἔχουν τέτοιους γονεῖς τά βοηθάει ὁ Θεός. Δέν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός. Οἱ ἄγριες γκορτσιές εἶναι γεμάτες γκόρτσια». Ξέρετε τί εἶναι ἡ γκορτσιά; Ἡ ἄγρια ἀχλαδιά. «Ἐκεῖ στόν δρόμο γιά τό Καλύβι μου εἶναι μία ἄγρια κορομηλιά. Φύλλα δέν φαίνονται, γιατί εἶναι γεμάτη κορόμηλα. Σπάζουν τά κλωνάρια ἀπό τόν καρπό. Οἱ ἥμερες, πάρ΄ ὅλο πού τίς ραντίζουν, δέν δίνουν καθόλου καρπό». Δηλαδή, θέλει νά πεῖ, ὅτι καί οἱ γονεῖς νά εἶναι ἄγριοι, νά μήν εἶναι τῆς προκοπῆς, τό παιδί βοηθιέται πολύ, τοῦ δίνει ὁ Θεός πολύ Χάρη, γιατί τό δικαιοῦται. Γίνεται πατέρας ὁ Θεός καί φροντίζει ὅσο δέν φροντίζει ὁ σαρκικός πατέρας.
Ἄς ποῦμε καί λίγα γιά τόν σεβασμό στούς μεγαλύτερους καί τήν ἀναίδεια. Εἶναι ἕνα πιό γενικό θέμα τώρα αὐτό, παιδιά. Οἱ γονεῖς μας εἶναι φυσικά μεγαλύτεροί μας. Καί μόνο ἐπειδή εἶναι μεγαλύτεροί μας, πρέπει νά τούς μιλᾶμε καλά. Ἀλλά ἕνας λόγος πολύ πιό σημαντικός βεβαίως εἶναι γιατί μᾶς ἔφεραν στήν ὕπαρξη ἀπό τήν ἀνυπαρξία. Θά πεῖς: Ὁ Θεός μᾶς ἔφερε. Βεβαίως. Ἀλλά ἀνθρωπίνως ὁ Θεός συνεργάστηκε μέ τούς γονεῖς μας. Δέν εἶναι μικρό πράγμα αὐτό, νά συνεργάζεται ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο, γιά νά φέρει στήν ὕπαρξη ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό καί τό μυστήριο τοῦ γάμου εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο καί ἡ πράξη τῆς παιδοποιΐας, ὅλη ἡ διαδικασία αὐτή τιμάει τόν ἄνθρωπο. Καταδέχεται ὁ Θεός νά συνεργαστεῖ μέ τόν ἄνθρωπο γιά νά δημιουργηθεῖ ἕνας καινούριος ἄνθρωπος, νά ἔρθει μιά νέα ὕπαρξη, ἕνα μωράκι. Τό μωράκι σκέψου τώρα νά μήν τιμάει οὔτε τόν Θεό οὔτε τόν βιολογικό του πατέρα καί τήν μητέρα! Πόσο αὐτό λυπεῖ τόν Θεό… Ἀλλά καί γενικότερα θά πρέπει νά σεβόμαστε τούς μεγαλύτερους. Τό θέλει ὁ Θεός αὐτό.
Ἐρώτηση στόν Γέροντα Παΐσιο:
«– Μερικές φορές, Γέροντα, μιλῶ ἄσχημα στούς μεγαλυτέρους. Καταλαβαίνω ὅτι σφάλλω καί τό ἐξομολογοῦμαι.
– Ἀφοῦ τό καταλαβαίνεις καί τό ἐξομολογεῖσαι, σιγά-σιγά θά σιχαθεῖς τόν ἑαυτό σου, μέ τήν καλή ἔννοια, θά ταπεινωθεῖς, καί τότε θά ἔρθει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί θά φύγει αὐτή ἡ κακή συνήθεια».
Προσέξτε, εἶναι κακή συνήθεια, παιδιά, ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ. Μιά θρασύτητα, μιά ἀναίδεια. Εἶναι λίγο καί ἡ δική μας γενιά, ἀλλά οἱ ἑπόμενες γενιές θά εἶναι ἀκόμα πιό πολύ. Ἐπειδή θρέψανε οἱ ψυχολόγοι στά παιδιά τόν ἐγωισμό, τήν ὑπερηφάνεια, βγάλανε γενιές ἀναιδεῖς, γενιές πού δέν σέβονται τίποτα καί κανέναν. Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουνα στήν ἡλικία σας, δέν εἴχαμε σχολεῖο στό χωριό μας καί ἔπαιρνα τό λεωφορεῖο νά πάω στήν πόλη. Πηγαινοερχόμουνα μέ τό λεωφορεῖο καί πολλές φορές ἤμασταν ὄρθιοι. Καί θυμᾶμαι μιά φορά πού ἕνα παιδί σηκώθηκε, γιά νά δώσει τήν θέση του σ’ ἕναν μεγάλο. Τί πιό φυσικό! Καί ξέρετε τί ἄκουσα μέ ἔκπληξη; Κάτσε-κάτσε, τοῦ λέει, μήν τό κάνεις αὐτό, δέν ἐπιτρέπεται.. Δίδασκε στό παιδί ὁ μεγάλος νά μήν σέβεται! Τοῦ ἔλεγε νά μήν σηκώνεται, ὅτι εἶναι ὑποτιμητικό νά σηκώνεται! Αὐτό συνέβη τό 1975-76. Τότε δέν ὑπήρχατε… Σκεφτεῖτε ἄν ὑπῆρχαν τέτοια μυαλά τότε καί καλλιεργήθηκε αὐτό συστηματικά, τί γενιές ἀνθρώπων βγῆκαν… μέ πόση ἀναίδεια καί πόση ἔλλειψη σεβασμοῦ στούς μεγαλύτερους.
Λέει, λοιπόν, ὁ Γέροντας: ἄν τό καταλαβαίνεις καί τό ἐξομολογεῖσαι, σιγά-σιγά τό ξεπερνᾶς, σιχαίνεσαι τόν ἑαυτό σου. Παιδιά, σέ ὅλα ἰσχύει αὐτό, νά ξέρετε. Βλέπετε μιά ἀδυναμία σας. Ἐντάξει. Μήν ἀπελπίζεστε. Μή λέτε «ἔ, αὐτό εἶναι, τί νά κάνω;, δέν ἀλλάζω». Ὄχι, θά ἀλλάξεις. Ἕνα πρῶτο πού μπορεῖς νά κάνεις εἶναι νά τό ἐξομολογεῖσαι, μέχρι νά τό σιχαθεῖς. Καί νά λές: «Ἐπιτέλους δέν θά διορθωθῶ; Ἐκεῖνος ὁ Πνευματικός πού ἀκούει συνέχεια τό ἴδιο;». Ἀλλά δέν εἶναι ὁ Πνευματικός, εἶναι ὁ Θεός…
«– Γέροντα, καμιά φορά λέω ἀστεῖα καί πειράζω τίς ἀδελφές ἀπό ἀγάπη, ἀλλά φοβᾶμαι τήν παρρησία». Αὐτή εἶναι νεαρή μοναχή, μικρή μοναχή. Καί τί τῆς λέει ὁ Γέροντας;
«– Ἐσύ εἶσαι μικρή· δέν κάνει!», νά πειράζεις τίς μεγαλύτερες. Αὐτή δέν τό ἔκανε ἀπό διάθεση θρασύτητας. Τό ἔκανε ἀπό μιά ἁπλότητα ἄς ποῦμε. Ἀλλά οὔτε αὐτό εἶναι καλό, λέει ὁ Γέροντας, νά κάνεις τήν ἔξυπνη στίς μεγαλύτερες καί νά τίς πειράζεις σάν νά εἶναι συνομήλικές σου.
«Συνήθως σέ μία οἰκογένεια οἱ μεγάλοι πειράζουν καί παίζουν τούς μικρούς καί ὄχι οἱ μικροί τούς μεγάλους. Ἔτσι χαίρονται καί οἱ μικροί, χαίρονται καί οἱ μεγάλοι. Δέν ταιριάζει ἕνας μικρός νά πειράζει τόν παππού ἤ τήν γιαγιά. Φαντάζεσαι νά πηγαίνει τό παιδάκι στά καλά καθούμενα νά γαργαλεύει τόν πατέρα του στόν λαιμό; Ἄλλο, ὅταν ὁ μεγάλος τσιγκλάει τόν μικρό, καί ὁ μικρός χαίρεται καί κινεῖται μέ μία καλή ἄνεση. Ἔτσι γίνεται ὁ μεγάλος μικρός καί χαίρονται καί οἱ δύο.
Γέροντα, ὅταν πῶ τήν γνώμη μου σέ ἕναν μεγαλύτερο γιά κάτι πού μοῦ λέει ὁ λογισμός ὅτι δέν εἶναι σωστό καί ἀντιδράσει, πρέπει τότε νά συμφωνήσω;
Ὄχι, νά μή συμφωνεῖς στό κακό. Νά λές τό σωστό, ἀλλά μέ καλό τρόπο. «Μήπως νά τό κάνουμε ἔτσι; Σάν λογισμό σοῦ τό λέω». Σέ μιά ἄλλη περίπτωση ἔλεγε: «ἔχω ἕναν χαζό λογισμό, νά τόν πῶ;». Ἔτσι νά μιλᾶς δηλαδή, γιά νά τό δέχεται ὁ ἄλλος. Ὅταν μιλᾶμε ταπεινά, παιδιά, τό δέχεται ὁ ἄλλος. Ἐνῶ, ὅταν τόν βάζεις στά τρία μέτρα καί ἀρχίζεις: «Τί εἶναι αὐτά πού κάνεις; Εἶσαι καί ἄνθρωπος τῆς ἐκκλησίας...», δέν βγαίνει τίποτα. Νά τό πεῖς ταπεινά καί νά βάλεις καί ἕνα ἐρωτηματικό. Νά βάλεις καί τόν ἑαυτό σου μέσα «μήπως δέν τό κάνουμε καλά;», ἄσχετα ἄν ἐσύ δέν τό κάνεις καί τό κάνει μόνο ὁ ἄλλος.
«Ἤ νά λές: «Ἔχω αὐτόν τόν λογισμό». Ὄχι νά λές: αὐτό εἶναι ἔτσι. «Τότε γίνεσαι μαγνήτης καί ἑλκύεις τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μερικοί, πού ἀπό συνήθεια καί ὄχι ἀπό πρόθεση νά ποῦν τήν γνώμη τους, μιλοῦν μέ παρρησία», μέ ἀναίδεια, μέ τουπέ, μέ ὑπερηφάνεια. “Τάδε ἔφη Μαρία’’, ἄς ποῦμε. ‘’Τάδε έφη Ζαρατούστρα”.., δηλαδή ἀποφαίνεσαι σάν νά εἶσαι πάνσοφος.
«Πάντως, ὅπως καί νά εἶναι, χρειάζεται σεβασμός στόν μεγαλύτερο. Ἀλλά καί ὁ μεγάλος τόν θέλει κατά κάποιον τρόπο τόν σεβασμό. Καί ἄν ἔχει καί ἐλαττώματα, ἔχει ὅμως καί τά καλά του· ἔχει μία πείρα», πού δέν τήν ἔχεις ἐσύ. Ξέρετε παιδιά τί σπουδαῖο πράγμα εἶναι ἡ πείρα; Πολύ σπουδαῖο, πάρα πολύ σπουδαῖο! Μπορεῖ νά εἶναι ἀγράμματος ὁ παππούς, ἡ γιαγιά, ἀλλά ἔχει πείρα, ἔχει ζήσει τήν ζωή καί ἔχει μέσα του πολλές ἐμπειρίες πού ἐσύ δέν τίς ἔχεις. Θυμᾶμαι πάλι, μιά φορά στό Πανεπιστήμιο, πού πηγαίναμε ἐπισκέψεις στήν κλινική, στήν Ἰατρική Σχολή, ἦταν μιά ἡλικιωμένη. Ὄχι πολύ ἡλικιωμένη, περίπου ἑξήντα χρονῶν, ἦταν στό κρεβάτι. Ἐμεῖς ἤμασταν φοιτητές. Καί τί εἶπε ἡ γιαγιά σέ μία ἀπό τίς ὑποψήφιες γιατρίνες; «Ἐκεῖ πού εἶσαι ἤμουνα καί ἐδῶ πού εἶμαι θά ’ρθεῖς κι ἐσύ». Δηλαδή μήν κοκορεύεσαι τώρα πού εἶσαι νέα καί ὄμορφη…. Τά χρόνια περνᾶνε πολύ γρήγορα.
Λοιπόν, σεβασμός στούς μεγαλύτερους, σεβασμός στήν ἐμπειρία καί ὄχι θρασύτητα. «Ἐσύ, ὅταν σέ ρωτοῦν, πές τόν λογισμό σου ταπεινά καί μέ σεβασμό», ἀφοῦ ἔχεις νά κάνεις μέ μεγαλύτερους. Ἀλλά καί μέ τούς συνομήλικους καί μέ ὅλους γενικά νά μιλᾶς μέ ταπείνωση, «χωρίς νά πιστεύεις μέσα σου ὅτι εἶναι ἔτσι ὅπως τό λές ἐσύ, γιατί ὁ ἄλλος μπορεῖ νά ξέρει κάτι ἄλλο πού ἐσύ δέν τό ξέρεις ἤ δέν τό σκέφθηκες. Ὅταν κανείς εἶναι μικρός, τότε, ἄν λ.χ. ἀκούσει μία συζήτηση γιά ἕνα θέμα καί σκεφθεῖ κάτι πού νομίζει ὅτι εἶναι πιό σωστό, ἄν πρόκειται γιά συνομήλικο, πρέπει νά πεῖ: «Μοῦ πέρασε ὁ λογισμός». Ἄν πρόκειται γιά μεγαλύτερο στήν ἡλικία, πρέπει νά πεῖ: «Μοῦ πέρασε ἕνας βλάσφημος λογισμός». Νά ταπεινωθεῖ ἀκόμα πιό πολύ στόν μεγαλύτερο. «Καί τό σωστό νά πεῖ κανείς, εἶναι ἀναίδεια, ἄν δέν ἔχει ἁρμοδιότητα». Σέ ρωτᾶνε; Πῶς χώνεσαι; Εἶναι μερικοί καί μερικές… συζητᾶνε δύο μεγάλοι καί πᾶνε καί χώνονται. Τά παιδιά, οἱ μικροί. Αὐτό εἶναι ἀναίδεια. Ἤ ἀπαντᾶνε αὐτοί. Ἐνῶ ρωτᾶνε οἱ μεγάλοι, πετάγονται αὐτοί, κάνουν τούς ἔξυπνους. Δέν εἶναι σωστό αὐτό, εἶναι ἔλλειψη σεβασμοῦ καί ἀναίδεια.
«– Ὅταν λέτε μεγαλύτερο, ἐννοεῖτε στά χρόνια ἤ στήν πνευματική ζωή;
Κυρίως στά χρόνια. Γιατί, βλέπεις, καί ἕνας πού εἶναι σέ προχωρημένη πνευματική κατάσταση, σέβεται ἕναν μεγαλύτερό του». Ὅ,τι καί νά ’ναι, εἶναι σεβαστός γιά τά χρόνια του, γιά τήν ἡλικία του.
«– Εἶναι φυσιολογικό, Γέροντα, νά σέβεται κανείς περισσότερο ἕναν μικρότερο καί πιό προοδευμένο πνευματικά ἀπό ἕναν μεγαλύτερο καί λιγότερο προοδευμένο;
Ὄχι, δέν εἶναι σωστή τοποθέτηση αὐτή. Ὅ,τι καί ἄν εἶναι ὁ μεγάλος, πρέπει νά τόν σεβασθεῖς γιά τήν ἡλικία. Τόν μεγαλύτερο θά τόν σεβασθεῖς γιά τήν ἡλικία καί τόν μικρότερο γιά τήν εὐλάβεια. Ὅταν ὑπάρχει σεβασμός, ὁ μικρός σέβεται τόν μεγάλο καί ὁ μεγάλος τόν μικρό. Μέσα στόν σεβασμό εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Τῷ τόν φόρον τόν φόρον, τῷ τήν τιμήν τήν τιμήν» (Ρωμ. 13,7). Σ’ αὐτόν πού πρέπει νά δίνεις τόν φόρο, νά δίνεις τόν φόρο. Νά μήν κλέβεις. Οὔτε τό δημόσιο... Αὐτόν πού πρέπει νά τόν τιμήσεις, νά τόν τιμήσεις.
«– Ἄν κάνουν παρατήρηση οἱ μικροί στούς μεγάλους, εἶναι κακό;
Αὐτό εἶναι τό τυπικό τῆς νέας γενιᾶς». Δέν ταιριάζει νά κάνεις παρατήρηση στόν μεγάλο. «Ἀλλά ἡ Γραφή λέει «ἔλεγξον τόν ἀδελφόν σου» (Ματθ. 18,15), δέν λέει «ἔλεγξον τόν πατέρα σου». Εἴδατε τί ὡραῖα τό αἰτιολογεῖ ὁ Ἅγιος;! Νά ἐλέγξεις τόν συνομίληκό σου, ὄχι τόν μεγαλύτερό σου.
«Οἱ σημερινοί νέοι ἔχουν λόγο, ἔχουν τό ἀντάρτικο, δίχως νά τό καταλαβαίνουν. Τήν θεωροῦν φυσιολογική αὐτήν τήν συμπεριφορά. Μιλοῦν μέ ἀναίδεια καί σοῦ λένε: «Τό εἶπα ἁπλά». Δέν εἶναι ἁπλότητα ἡ ἀναίδεια. «Ἔχουν ἐπηρεασθεῖ ἀπό αὐτό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου τό ἀλήτικο, πού δέν σέβεται τίποτε. Δέν ὑπάρχει σβεασμός στήν συμπεριφορά τοῦ μικροῦ πρός τόν μεγάλο καί δέν τό καταλαβαίνουν πόσο κακό εἶναι αὐτό. Ὅταν ὁ μικρός λέει κατεστημένο τόν σεβασμό στόν μεγάλο, γιά νά ἔχει δῆθεν προσωπικότητα, τί περιμένεις;». ‘Σπάζουμε τό κατεστημένο’, δηλαδή καταλύουμε κάθε ἔννοια σεβασμοῦ.
«Χρειάζεται πολλή προσοχή. Τό κοσμικό πνεῦμα, τό σύγχρονο, λέει: «Μήν ἀκοῦτε τούς γονεῖς, τούς δασκάλους κ.λπ.». Γι’ αὐτό τά μικρότερα παιδιά γίνονται χειρότερα τώρα. Μεγαλύτερη ζημιά παθαίνουν ἰδίως ἐκεῖνα τά παιδιά πού οἱ γονεῖς τους δέν καταλαβαίνουν τί κακό τά κάνουν μέ τό νά τά θαυμάζουν καί νά τά θεωροῦν σπουδαία, ὅταν μιλοῦν μέ ἀναίδεια». Πολύ μεγάλο λάθος νά μιλάει ἀναιδέστατα τό παιδί καί ὁ μπαμπάς καί ἡ μαμά νά γελάει. Ἄλλο πού δέν θέλει τό παιδί! Δέν πρόκειται νά διορθωθεῖ ποτέ, ὅλο καί πιό ἀναιδές θά γίνεται.
Λέει ἕνα περιστατικό τώρα: «Εἶχαν ἔρθει στό Καλύβι δυό ξαδελφάκια ὀκτώ-ἐννιά χρονῶν μέ τόν πατέρα τους. Τά πῆρα τό ἕνα δεξιά, τό ἄλλο ἀριστερά. Ἦταν ἐκεῖ καί ἕνας γνωστός μου ζωγράφος, πολύ καλό παιδί καί καλλιτέχνης· σέ ἕνα λεπτό, τάκ-τάκ, τόν ζωγραφίζει τόν ἄλλον. «Διονύση, τοῦ λέω, ζωγράφισε τά παιδιά ἔτσι ὅπως καθόμαστε μαζί». «Γιά νά δοῦμε, λέει, ἄν τά καταφέρω, γιατί κουνιοῦνται». Ξέρετε ὁ ζωγράφος πιάνει τά χαρακτηριστικά, κάποιες γραμμές, γιά νά σοῦ ἀποδώσει τό πρόσωπο. Ἀλλά, ἅμα κουνιέσαι, δέν μπορεῖ νά τά ἐντοπίσει εὔκολα. «Ἔβγαλε μία κόλλα καί ἄρχισε νά ζωγραφίζει. Πετιέται τό ἕνα καί λέει: «Γιά νά δοῦμε, βρέ βλάκα, τί θά φτιάξεις!». Ὀκτώ-ἐννιά χρονῶν παιδί σέ ἕναν ἄνθρωπο τριάντα χρονῶν. Φοβερό! «Καί νά εἶναι κόσμος μπροστά! Ὁ νέος δέν ταράχτηκε καθόλου. «Αὐτά εἶναι τά σημερινά παιδιά, Πάτερ!», μοῦ λέει καί συνέχισε νά ζωγραφίζει». Ἤξερε τό τυπικό τῆς ἐποχῆς! «Ἐμένα μοῦ ἀνέβηκε τό αἷμα στό κεφάλι». Ἔτσι ἤτανε ὁ Ἅγιος.... τό ’λεγε ἡ καρδιά τοῦ Γέροντα... «Καί ὁ πατέρας του σάν νά μή συνέβαινε τίποτε!». Νά τό λάθος του. Βλέπετε; Νά τό πιάσει ὁ πατέρας τό παιδί νά τό ταρακουνήσει. Νά τοῦ δώσει καί μιά σφαλιάρα. «Νά λένε ἔτσι σέ ἄνθρωπο τριάντα χρονῶν καί ὁ ἄνθρωπος νά κάθεται καί νά ζωγραφίζει! Ἀναίδεια, ἀσέβεια καί πόσα ἄλλα!... Φοβερό! Ἄντε τώρα κάποιο ἀπό αὐτά τά παιδιά νά θελήσει νά γίνει καλόγερος». Νά τραβήξει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ δηλαδή. «Πόση δουλειά χρειάζεται, γιά νά γίνει αὐτό τό παιδί σωστός μοναχός!». Γιατί ἔτσι, ὅπως φέρεται στούς μεγαλύτερους, ἔτσι θά φερθεῖ καί στόν Γέροντά του. Πόσο μᾶλλον στούς συνομίληκούς του μοναχούς.
«Ὅταν οἱ μανάδες δέν τά προσέχουν, καταστρέφονται τά παιδιά. Ὅλη ἡ βάση εἶναι οἱ μανάδες. Στήν Ρωσία, ἄν ἄλλαξε κάτι, εἶναι γιατί οἱ μανάδες κρυφά κράτησαν τήν πίστη, τήν εὐλάβεια καί βοήθησαν τά παιδιά». Ξέρετε, ἡ Ρωσία, ὁ Ρωσικός λαός, εἶχε ὑποστεῖ συστηματική πλύση ἐγκεφάλου ἀθεΐας. Τά μικρά παιδιά τά παίρνανε οἱ ἄθεοι κομμουνιστές, καί ὅπως ἐμεῖς πᾶμε στήν Ἐκκλησία, τά πηγαίνανε στά μουσεῖα ἀθεΐας. Καί τί τούς λέγανε ἐκεῖ; «Βλέπετε; Δέν ὑπάρχει Θεός, τίποτα δέν ὑπάρχει. Μόνο αὐτά πού βλέπουμε, πού ἀκοῦμε, πού πιάνουμε, αὐτά ὑπάρχουν... τίποτα ἄλλο». Ἀπό μωρά συστηματική διδασκαλία ἀθεΐας.... Γιά ἑξήντα χρόνια περίπου κράτησε αὐτό. Κι ὅμως τώρα, ἄν δοῦμε τήν Ρωσία, ἔχει μιά φοβερή πνευματική ἀναγέννηση. Πᾶνε στίς Ἐκκλησίες καί νέα παιδιά, προσεύχονται, ἐξομολογοῦνται, κοινωνοῦν, πάρα πολλοί. Καί τό Ἅγιο Ὄρος καί τά Ἱεροσόλυμα ἔχουν γεμίσει Ρώσους ἐπισκέπτες.
- Πῶς κρατήθηκε ἡ πίστη;
Γιατί ἑξήντα χρόνια εἶναι δύο γενιές. Δέν εἶναι μικρό πράγμα!... νά μήν βαφτίζονται ἐπίσημα. Βαφτιζόντουσαν κρυφά, δέν τούς ἄφηναν νά βαφτιστοῦν. Νά χάνουν τήν δουλειά τους, ἅμα τυχόν κάνανε τόν σταυρό τους ἤ λέγανε ὅτι πιστεύουνε... ξύριζαν τούς ἱερεῖς, ἀποσχημάτιζαν τούς μοναχούς κ.λ.π. Σώθηκε ἡ πίστη ἀκριβῶς γιατί ὑπῆρχαν οἱ μητέρες, οἱ ὁποῖες κράτησαν τήν πίστη, τήν εὐλάβεια καί βοήθησαν τά παιδιά. «Εὐτυχῶς πού ὑπάρχει καί λίγο προζύμι ἀπό χριστιανικές οἰκογένειες, ἀλλιῶς θά ἤμασταν χαμένοι».
«– Ἄν αὐτά τά παιδάκια, Γέροντα, ποῦ μεγαλώνουν ἔτσι, θελήσουν ἀργότερα νά ἀλλάξουν ἤ νά γίνουν μοναχοί, μποροῦν;
Ἄν πιστέψουν ὅτι δέν εἶναι καλό αὐτό πού ἔκαναν, θά τά βοηθήσει ὁ Χριστός. Δηλαδή, ἄν μπεῖ ἡ καλή ἀνησυχία στόν ἄνθρωπο, ἔληξε. Ἀλλά, ὅταν νομίζουν ὅτι ἔχουν δίκαιο καί λένε γιά τόν ἡγούμενο ἤ τήν ἡγουμένη: «Τί, δικτάτορα ἔχουμε ἐδῶ; Ποῦ ἀκούσθηκε αὐτό στήν ἐποχή μας;», πῶς νά διορθωθοῦν; Φθάνουν μερικά καλογέρια σέ σημεῖο νά μοῦ λένε τέτοιες χαζομάρες». Ποῦ εἶναι ἡ ὑπακοή;
«Σιγά-σιγά χάνεται τελείως ὁ σεβασμός. Ἔρχονται στό Καλύβι νέα παιδιά καί τά περισσότερα κάθονται μέ τό ἕνα πόδι πάνω στό ἄλλο» καί τό σταυροπόδι εἶναι δεῖγμα ὑπερηφάνειας, νά τό ξέρετε. Τό λέει καί ὁ Μέγας Βασίλειος.
«..Καί οἱ γέροι δέν ἔχουν πού νά καθήσουν. Ἀλλά, ἐνῶ βλέπουν ὅτι τά κούτσουρα εἶναι πιό πέρα, βαριοῦνται νά πᾶνε δυό βήματα νά τά μεταφέρουν, γιά νά καθήσουν. Πρέπει ἐγώ νά τά φέρω». Ὁ Γέροντας εἶχε καί κοίλη... γέρος ἄνθρωπος... Σημασία δέν ἔδιναν... «Καί ἐνῶ μέ βλέπουν πού τά κουβαλάω, δέν ἔρχονται νά τά πάρουν». Λίγο φιλότιμο δηλαδή δέν ὑπάρχει. «Νερό θέλουν νά πιοῦν καί δέν πηγαίνουν μόνα τους νά πάρουν. Πρέπει ἐγώ νά τούς φέρω καί δεύτερο κύπελλο. Ὄχι, ἀλήθεια, μοῦ κάνει ἐντύπωση· κοτζάμ παλληκάρια· ἔρχονται παρέα τριάντα ἄτομα, μέ βλέπουν νά φέρνω μία κάσα λουκούμια καί ἕνα μπετόνι νερό, νά κουβαλῶ καί τά κύπελλα, γιά νά τούς βολέψω, νά κουτσαίνω, καί νά μήν κουνιοῦνται καί νά σηκώνεται νά μέ βοηθήσει ἕνας ταξίαρχος, πού ἔχει μπαρουτοκαπνισθεῖ», δηλαδή ἕνας ἄνθρωπος 50-60 χρονῶν. Καί ὁ νέος, ὁ εἰκοσάρης, ὁ τριαντάρης νά μήν σηκώνεται. «Νομίζουν ὅτι ὅπως πᾶνε σέ ἕνα ἑστιατόριο ἤ σέ ἕνα ξενοδοχεῖο καί πάει τό γκαρσόν, ἔτσι καί στό Καλύβι θά ἔρθει τό γκαρσόν».
Νά σᾶς πῶ κάτι γιά νά γελάσετε. Ἦρθαν καί στήν ἔρημο μερικοί τέτοιοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πάει σ’ ἕνα καλύβι καί τί εἶπαν ἐκεῖ στούς πατέρες; «Ἐγώ θέλω μονόκλινο!». Λές καί πῆγαν σέ ξενοδοχεῖο... Κι ἕνας ἄλλος πῆγε ἐκεῖ, πασπάτευε τά κρεβάτια καί λέει «πώ, πώ, πολύ σκληρά εἶναι τά κρεβάτια, κανένα πιό μαλακό δέν ἔχει;». Λοιπόν... Καλά, δέν ξέρεις ποῦ βρίσκεσαι... ὅτι βρίσκεσαι στήν ἔρημο.
«Πέντε-ἔξι φορές ἔχω κάνει τό ἑξῆς». Κοιτάξτε ὁ Γέροντας ἦταν παιδαγωγός. «Κάνω τόν κόπο, φέρνω τό νερό καί τό χύνω μπροστά τους. «Ἐγώ νά σᾶς φέρω τό νερό, παλληκάρια, τούς λέω, ἀλλά δέν σᾶς βοηθάει αὐτό!». Δηλαδή δέν τούς ἔδινε νά τό πιοῦνε, τό ἔχυνε, γιά νά τούς φιλοτιμήσει. «Στά ἀστικά αὐτοκίνητα βλέπεις μικρά παιδιά νά κάθονται καί οἱ γέροι νά στέκονται ὄρθιοι. Νέοι νά κάθονται μέ τό ἕνα πόδι πάνω στό ἄλλο καί μεγάλοι νά σηκώνωνται, γιά νά δώσουν τήν θέση τους σέ ἕναν γέρο. Οἱ νέοι δέν τήν δίνουν. «Τήν πλήρωσα, λένε, τήν θέση» καί κάθονται χωρίς νά ὑπολογίζουν κανέναν. Παλιότερα τί πνεῦμα ὑπῆρχε! Οἱ γυναῖκες κάθονταν στά σοκάκια δεξιά καί ἀριστερά καί, ὅταν περνοῦσε ὁ παπάς ἤ ἕνας ἡλικιωμένος, σηκώνονταν καί αὐτό μάθαιναν καί στά παιδιά τους.
Πόσες φορές ἀγανακτῶ! Νά εἶναι ἡλικιωμένοι, σοβαροί ἄνθρωποι καί μέ ἀξιώματα καί νά βλέπεις κάτι παιδιά μέ μία ἀναίδεια νά διακόπτουν τήν συζήτηση, νά λένε χαζομάρες καί νά τό θεωροῦν κατόρθωμα. Τά κάνω νόημα νά σταματήσουν, τίποτε. Πρέπει νά τά κάνεις ρεζίλι, γιά νά σταματήσουν· ἀλλιῶς δέν γίνεται! Σέ κανένα Πατερικό δέν γράφει νά μιλοῦν ἔτσι οἱ νέοι. Τό Γεροντικό λέει, «εἶπε Γέρων», δέν λέει «εἶπε νέος». Παλιά οἱ μικροί δέν μιλοῦσαν μπροστά στούς μεγάλους καί χαίρονταν πού δέν μιλοῦσαν». Ποῦ νά μιλήσεις μπροστά στούς μεγάλους... Τώρα μιλᾶνε οἱ μεγάλοι καί τούς κόβει ὁ μικρός σάν νά μή συμβαίνει τίποτα. Δέν σέβεται κἄν... Μπορεῖ νά μιλᾶνε καί μέ τόν ἱερέα ἤ τήν ἡγουμένη... τίποτα! Πάει ὁ μικρός καί λέει τά δικά του. Σ’ αὐτό βέβαια φταῖνε καί οἱ γονεῖς.
«Οὔτε κάθονταν ἐκεῖ πού κάθονταν οἱ μεγάλοι». Ἐμεῖς θυμᾶμαι στό χωριό, εἴχαμε ἕνα χαμηλό τραπέζι ἐκεῖ πού τρώγαμε καί τό λέγαμε σοφρά. Καθόμαστε κάτω τά παιδιά. Οἱ μεγάλοι τρώγανε στό τραπέζι. Καί μᾶς ἄρεσε κιόλας. «Εἶχαν μία συστολή, μία εὐλάβεια, κοκκίνιζαν ὅταν μιλοῦσαν σέ ἕναν μεγαλύτερο. Καί ἄν μιλοῦσε κανένα παιδί ἄσχημα στούς γονεῖς του, δέν θά ἔβγαινε στήν ἀγορά ἀπό ντροπή. Καί στό Ἅγιον Ὅρος, ἄν δέν εἶχε ἄσπρα γένια κανείς, δέν ἔμπαινε στόν χορό νά ψάλλει. Τώρα βλέπεις καί δόκιμοι μαζεύονται καί προδόκιμοι!... Τέλος πάντων, ἀλλά τουλάχιστον νά μάθουν νά κινοῦνται μέ σεβασμό καί εὐλάβεια».
Ἄς σταματήσουμε ἐδῶ. Τό δεύτερο χωρίο εἶναι ἀπό τό Δευτερονόμιο ἀπό τό 22ο κεφάλαιο ἀπό τόν 5ο στίχο. Σᾶς τό διαβάζω: «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρός ἐπί γυναικί οὐδέ μή ἐνδύσηται ἀνήρ στολήν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα». Διαβάζω καί τήν μετάφραση: «ἐνδύματα καί πράγματα πού ἁρμόζουν στόν ἄνδρα δέν θά τά βάλει ἡ γυναίκα». Βλέπετε; Εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ αὐτό. «Καί δέν θά φορέσει ὁ ἄνδρας γυναικεῖα φορέματα, διότι ὁποιοσδήποτε τά κάνει αὐτά εἶναι σιχαμερός ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου». Βλέπετε τί λέει; Βδέλυγμα! Βδέλυγμα θά πεῖ σίχαμα. Μπροστά στόν Θεό γίνεσαι σίχαμα, ἔ; Θά πεῖτε:
- Τόσο σημαντικό εἶναι αὐτό, νά μήν φορᾶμε παντελόνια;
Ναί! Εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Νά μή φορᾶς λέει «σκεύη ἀνδρός», αὐτά πού ἁρμόζουν στόν ἄνδρα. Ὅπως καί ὁ ἄνδρας δέν μπορεῖ νά φοράει φοῦστες ἤ νά πάρει καί μιά γυναικεία τσάντα... Λέει κάπου ὁ Ἅγιος Παΐσιος, γιά σκέψου νά δεῖς ἕναν τσολιά στήν Ὁμόνοια καί νά κρατάει μία γυναικεία τσάντα! Γελοῖο πράγμα δέν εἶναι; Ἔ, τόσο γελοῖο εἶναι καί τό ἀντίθετο, νά φοράει ἡ γυναίκα ἀνδρικά ροῦχα. Δέν εἶναι σωστό. Δέν ταιριάζει. Ἐγώ πού τό βλέπω ἔτσι... μοῦ φαίνεται σάν ἔκτρωμα αὐτό τό πράγμα... αὐτά τά ὄντα. Δέν εἶναι γυναίκα αὐτή πιά... χάνει τήν γυναικεία της φύση, τήν γυναικεία της ὑπόσταση, ὅπως θέλετε πεῖτε το.
Εἶναι ἐντολή Θεοῦ. Κάποτε τόν Ἅγιο Πορφύριο τόν πλησίασε ἕνα ζευγάρι καί τόν ρώτησαν αὐτό τό πράγμα: - Τό κοριτσάκι μας Γέροντα ἐπιτρέπεται νά φοράει παντελόνια; Καί τούς εἶπε αὐτό ἀκριβῶς. Τό θέμα αὐτό πού μέ ρωτᾶτε εἶναι λυμένο στό Δευτερονόμιο, δηλαδή στόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού εἴπαμε ἰσχύει μέχρι σήμερα. Ὁ Θεός τό ἀπαγορεύει. Πρέπει νά τό ξέρουμε αὐτό. Εἶμαστε πιστοί καί πρέπει νά τό τηροῦμε. Γιατί ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, παιδιά, εἶναι οἱ προδιαγραφές ζωῆς. Ἅμα δέν τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, εἶναι σάν νά κάνουμε πράγματα πού εἶναι ἀντίθετα μέ τίς προδιαγραφές μας.
Τί θά πεῖ προδιαγραφή; Νά, ἄς ποῦμε, αὐτό τό τραπέζι σηκώνει 100 κιλά. Ἄν τοῦ βάλεις αὐτοῦ τοῦ τραπεζιοῦ δυό τόνους πάνω, θά σπάσει. Δέν εἶναι οἱ προδιαγραφές του γιά δύο τόνους. Πρέπει νά εἶναι σιδερένιο, γιά νά ἀντέξει δύο τόνους. Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος ἔχει κάποιες προδιαγραφές. Μιά προδιαγραφή εἶναι αὐτό πού λέει ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, δέν θά φορᾶς ροῦχα πού εἶναι τοῦ ἄλλου φύλου. Δέν ἐπιτρέπεται. Ἡ ἄλλη προδιαγραφή εἶναι ὅτι δέν πρέπει νά πορνεύεις. Τό λέει «τό σῶμα οὐ τῇ πορνεία» (Α΄Κορ. 6,13) καί φυσικά πολύ χειρότερο δέν πρέπει νά μπαίνεις σέ ὁμοφυλοφιλικές σχέσεις. Εἶναι πολύ πιό βρωμερό νά κάνεις σχέσεις μέ τό ἴδιο φύλο. Ἀλλά καί ἡ μοιχεία καί ἡ πορνεία. Καί τά ροῦχα, παιδιά, τά unisex ἐκεῖ παραπέμπουν. Δέν εἶναι ἁπλό πράγμα πού σοῦ λέει νά φορέσεις ἀνδρικά. Αὐτοί πού τό προωθοῦν εἶναι πολύ πονηροί. Γιατί ἀκριβῶς θέλουν νά προωθηθεῖ ἡ ὁμοφυλοφιλία, νά πάψει νά φαίνεται ὁ ἄνδρας ἄνδρας καί ἡ γυναίκα γυναίκα καί νά μπεῖ ὅλη αὐτή ἡ διαστροφή, ἡ φοβερή αὐτή ἁμαρτία. Γι’ αὐτό ὁ Θεός τό ἀπαγορεύει, γιατί αὐτή εἶναι ἡ πιό σιχαμερή ἁμαρτία. Γι’ αὐτή τήν ἁμαρτία ἔκαψε ὁ Θεός τά Σόδομα καί τά Γόμορρα, τήν ὁμοφυλοφιλία, ἡ ὁποία ξεκινάει ἀπό τά ροῦχα. Καί οἱ ὁμοφυλόφιλοι αὐτό κάνουν, ἀλλάζουν ροῦχα. Φοβερά εἶναι, ἄν τά σκεφτοῦμε! Γιατί λοιπόν νά ὑπηρετήσουμε αὐτούς τούς σκοπούς, οὐσιαστικά τόν διάβολο, πού θέλει νά κολάσει τούς ἀνθρώπους;

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου