Σελίδες

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ερμηνεία της αναγιγνωσκόμενης αποστολικής περικοπής από τον Άγιο Ιωάννη, αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, τον Χρυσόστομο(Προς Εβραίους, β΄11-18)

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΣΕ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΙΩ. ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ

Προς Εβραίους,β’ 11-18

«ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες· δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε·καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾿ αὐτῷ· καὶ πάλιν· ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός. ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας. οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται. ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ. ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι(: Διότι ο Χριστός που μας αγιάζει, και εμείς που αγιαζόμαστε, καταγόμαστε από ένα Πατέρα. Γι' αυτήν ακριβώς την αιτία και ο Χριστός δεν ντρέπεται να ονομάζει αυτούς, που καλεί σε σωτηρία, αδελφούς Του, λέγοντας· “θα διαλαλήσω και θα ομολογήσω το όνομά Σου, ω Θεέ και Πατέρα, στους αδελφούς μου· εν μέσω συγκεντρώσεως των αδελφών μου θα Σε ανυμνήσω και θα Σε δοξάσω”. Και πάλι λέγει· “εγώ ο Μεσσίας ως άνθρωπος θα έχω στηρίξει την πεποίθησή μου στον Θεό και Πατέρα·” Και άλλου πάλι λέγει· “ιδού εγώ και τα παιδιά, που μου έδωσε ο Θεός”. Επειδή δε τα παιδιά του Θεού, έχουν πάρει όλα την ασθενή και φθαρτή ανθρώπινη φύση, σάρκα και αίμα, για τούτο και Αυτός κατά παρόμοιο τρόπον πήρε σάρκα και αίμα, την ανθρώπινη φύση, χωρίς όμως καμία αμαρτία· έγινε άνθρωπος, για να εξουδετερώσει με τον θάνατό Του και να καταργήσει τον διάβολο, ο οποίος μέχρι προ ολίγου είχε την δύναμη και την εξουσία να ρίπτει τους ανθρώπους, εξαιτίας των αμαρτιών τους στον θάνατο, και να απαλλάξει αυτούς, οι οποίοι ένεκα του φόβου του θανάτου κυριαρχούνταν καθ' όλο το διάστημα της ζωής τους από την καταθλιπτική δουλεία της αγωνίας και του τρόμου απέναντι στον θάνατο.
Έπρεπε δε να ενανθρωπήσει ο Υιός, διότι δεν αναλαμβάνει βέβαια να βοηθήσει και να στηρίξει στη σωτηρία άυλους αγγέλους (επειδή τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη να γίνει άνθρωπος), αλλά έρχεται να βοηθήσει τους απογόνους του Αβραάμ. Επομένως έπρεπε να γίνει άνθρωπος, όμοιος καθ' όλα με τους αδελφούς Του-πλην βέβαια της αμαρτίας-για να γίνει έτσι εύσπλαχνος και αξιόπιστος Αρχιερέας, που θα προσέφερε ευπρόσδεκτη θυσία και μεσιτεία στον Θεό, για την εξιλέωση και συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Ακριβώς διότι ο ίδιος έχει πάθει και δοκίμασε πειρασμούς, μπορεί και θέλει με απεριόριστη αγάπη και συμπάθεια να βοηθήσει αυτούς, που πειράζονται και ταλαιπωρούνται)».
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ(αποσπάσματα από ομιλίες Δ΄και Ε΄, οι οποίες εμπεριέχονται στο Υπόμνημα του Αγίου στην Προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου)
«ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες. δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν»: «Διότι και Εκείνος που αγιάζει», λέγει ο Απόστολος Παύλος, και αυτοί που αγιάζονται κατάγονται όλοι από τον ίδιο Πατέρα. Γι' αυτήν ακριβώς την αιτία και ο Χριστός δεν ντρέπεται να ονομάζει αυτούς, που καλεί σε σωτηρία, αδελφούς Του». Να πάλι πώς ενώνει τιμώντας αυτούς και παρηγορώντας και κάνοντάς τους, αδελφούς του Χριστού, σύμφωνα μ’ αυτό, με το ότι κατάγονται όλοι από τον ίδιο Πατέρα. Στη συνέχεια πάλι βεβαιώνοντας αυτό και για να δείξει, ότι εννοεί την κατά σάρκα ένωση, πρόσθεσε το «Εκείνος που αγιάζει και εκείνοι που αγιάζονται». Βλέπεις πόση είναι η διαφορά; Γιατί Εκείνος αγιάζει και εμείς αγιαζόμαστε. Και παραπάνω Τον ονόμασε Αρχηγό της σωτηρίας τους. Γιατί ένας είναι ο Θεός, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα.
«Δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν (:Για τον λόγο αυτόν δεν ντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς)». Βλέπεις πάλι πώς δείχνει την υπεροχή; Γιατί με το να πει «δεν ντρέπεται», δείχνει ότι το παν δεν προέρχεται από τη φύση του πράγματος, αλλά από τη φιλοστοργία Εκείνου που δεν ντρέπεται και την πολλή Του ταπεινοφροσύνη. Αν και όλοι δηλαδή καταγόμαστε από έναν Πατέρα, Αυτός όμως αγιάζει και εμείς αγιαζόμαστε. Είναι μεγάλη η διαφορά· Αυτός προέρχεται από τον Πατέρα, ως Υιός γνήσιος, δηλαδή από την ουσία Του· εμείς όμως ως κτίσμα, δηλαδή από την αρχική ανυπαρξία. Επομένως είναι μεγάλη η διαφορά. Γι’ αυτό, λέγει ο Απόστολος Παύλος, «οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου (:δεν ντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς Του λέγοντας· θα διακηρύξω και θα ομολογήσω το όνομά σου στους αδελφούς μου)»[πρβλ. Ψαλμ.21,23: «διηγήσομαι τ νομά σου τος δελφος μου, ν μέσ κκλησίας μνήσω σε.]. Γιατί, όταν ντύθηκε τη σάρκα, ντύθηκε επομένως και την αδελφική ιδιότητα προς τους ανθρώπους, και συνεισήλθε μαζί με τη σάρκα και η αδελφική σχέση.
Και αυτό βέβαια εύλογα το λέγει, όμως το «ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾿ αὐτῷ (:εγώ θα εμπιστευθώ τον εαυτό μου σ’ Αυτόν)», τι το θέλει; Και το επόμενο εύλογα το είπε· «ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός (:ιδού εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Θεός)»[πρβλ. Ησ.8,18]. Όπως δηλαδή εδώ δείχνει τον εαυτό Του Πατέρα, έτσι εκεί τον δείχνει αδελφό· «θα διαλαλήσω», λέγει ο Ιησούς, «το όνομά σου στους αδελφούς μου».
Και πάλι δείχνει την υπεροχή και τη μεγάλη διαφορά με τα επόμενα που λέγει: «ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος». «Επειδή λοιπόν τα παιδιά», λέγει, «έχουν αίμα και σάρκα». Βλέπεις ότι εννοεί την ομοιότητα; Ως προς τη σάρκα. «Παρόμοια και Αυτός μετέσχε στην ίδια ανθρώπινη φύση». Ας ντρέπονται όλοι οι αιρετικοί, ας κρυφτούν όσοι λέγουν ότι ο Ιησούς ήρθε φαινομενικά και όχι πραγματικά. Γιατί δεν είπε μόνο ότι πήρε τα ίδια και ύστερα σιώπησε(αν και βέβαια κι αυτό να έλεγε θα ήταν αρκετό),αλλά ο Απόστολος Παύλος φανέρωσε κάποιο άλλο μεγαλύτερο, προσθέτοντας το «παραπλησίως :παρόμοια». Ούτε φανταστικά ούτε εικονικά, λέγει, αλλά πραγματικά· γιατί το «παραπλησίως» δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
Στη συνέχεια δείχνει την αδελφική σχέση και αναφέρει την αιτία της οικονομίας του πράγματος· «ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον»: «Για να καταστήσει», λέγει, «με τον θάνατό Του ανίσχυρο εκείνον που είχε τη δύναμη και την εξουσία του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο». Εδώ δείχνει κάτι που είναι άξιο θαυμασμού, ότι δηλαδή με εκείνο που εξουσίαζε ο διάβολος, με εκείνο ηττήθηκε, και ότι με εκείνο που ήταν ισχυρό όπλο του εναντίον της οικουμένης, ο θάνατος, με αυτό τον έπληξε ο Χριστός· ακόμη φανερώνει και τη μεγάλη δύναμη του νικητή. Βλέπεις πόσο καλό προξένησε ο θάνατος του Ιησού;
«Καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας»: « Και να ελευθερώσει εκείνους», λέγει, «που από τον φόβο του θανάτου ήταν υποδουλωμένοι σε όλη τους τη ζωή». Για ποιο λόγο τρομάζετε, λέγει, γιατί φοβάστε αυτόν που καταργήθηκε; Δεν είναι πια φοβερός, αλλά καταπατήθηκε, εξευτελίσθηκε, είναι ασήμαντος και τιποτένιος. Τι όμως σημαίνει το «όσοι από φόβο του θανάτου ήταν υποδουλωμένοι σε όλη τους τη ζωή»; Τι εννοεί με αυτό; Ότι όποιος φοβάται τον θάνατο, είναι δούλος και δέχεται τα πάντα για να μην πεθάνει· ή το άλλο εννοεί, ότι δηλαδή όλοι ήταν δούλοι του θανάτου και εξουσιάζονταν απ’ αυτόν που δεν είχε ακόμη καταλυθεί· ή αν δεν είναι αυτό, ότι οι άνθρωποι ζούσαν διαρκώς με φόβο. Γιατί, περιμένοντας πάντοτε ότι θα πεθάνουν και φοβούμενοι τον θάνατο, δεν μπορούσαν να γνωρίσουν καμία ευχαρίστηση, επειδή είχαν το φόβο αυτόν. Γιατί αυτό υπαινίχθηκε, λέγοντας, «σε όλη τους τη ζωή».
Εδώ δείχνει ότι ταλαιπωρούνται, όσοι πιέζονται, όσοι διώκονται, ενώ όσοι δεν έχουν πατρίδα και περιουσία και όλα τα άλλα, ζουν πιο ευχάριστα και πιο ελεύθερα από εκείνους που παλαιότερα ζούσαν με απολαύσεις, που δεν έπαθαν τίποτε τέτοιο, που ευημερούσαν. Γιατί εκείνοι, περνώντας όλη τους τη ζωή κάτω από αυτόν τον φόβο, ήταν και δούλοι, ενώ αυτοί είναι απαλλαγμένοι από τον φόβο αυτόν και περιφρονούν εκείνο που έτρεμαν εκείνοι. Όπως κάποιος δηλαδή που ενθαρρύνει με πολλή ευγένεια τον φυλακισμένο που πρόκειται να θανατωθεί και το περιμένει πάντοτε αυτό, κάτι τέτοιο ήταν την παλιά εποχή ο θάνατος. Τώρα όμως έγινε το ίδιο, όπως αν κάποιος, διώχνοντας αυτόν τον φόβο, τον προέτρεπε με ευγένεια να αγωνίζεται, και ορίζοντας και τον αγώνα, υποσχόταν να τον οδηγήσει όχι στον θάνατο, αλλά στη βασιλεία.
Από ποιους λοιπόν θα ήθελες να είσαι; Από τους φυλακισμένους που ενθαρρύνονται και καθημερινά περιμένουν την απόφαση, ή από αυτούς που αγωνίζονται πολύ και κουράζονται με τη θέλησή τους για να φορέσουν το διάδημα της βασιλείας; Βλέπεις πώς ενθάρρυνε την ψυχή τους και τους ανέβασε ψηλά; Και δείχνει ότι όχι μόνο ο θάνατος έχει καταλυθεί, αλλά ότι με αυτόν έχει καταργηθεί και εκείνος που επιχειρούσε και κάνει πάντοτε τον άσπονδο πόλεμο εναντίον μας, δηλαδή ο διάβολος. Γιατί εκείνος που δε φοβάται τον θάνατο είναι έξω από την τυραννική εξουσία του διαβόλου. Αν κάποιος δηλαδή για να σώσει το δέρμα του θα έδινε άλλο δέρμα και για να σώσει τη ζωή του θα έδινε τα πάντα [Ιώβ 2,4: « πολαβν δ διάβολος επε τ Κυρί· δέρμα πρ δέρματος· κα πάντα, σα πάρχει νθρώπ, πρ τς ψυχς ατο κτίσει·(: Ο διάβολος παίρνοντας τον λόγο είπε προς τον Κύριο· “για να σώσει κανείς το δέρμα του, ευχαρίστως δίνει άλλο δέρμα. Όλα όσα έχει ο άνθρωπος μπορεί να τα θυσιάσει, αρκεί να διατηρήσει έτσι την ζωή του)», όταν κανείς αποφασίζει να περιφρονήσει ακόμη και τη ζωή του, τίνος θα είναι στη συνέχεια δούλος; Κανέναν δε φοβάται, κανέναν δεν τρέμει· από όλους είναι ανώτερος και από όλους περισσότερο ελεύθερος. Γιατί, εκείνος που περιφρονεί τη ζωή του, πολύ περισσότερο θα περιφρονήσει τα άλλα. Όταν ο διάβολος βρει μια τέτοια ψυχή, τίποτε από τα δικά του δε θα μπορέσει να κάνει σε αυτήν. Τι δηλαδή, πες μου, θα τη φοβερίσει με απώλεια χρημάτων και ατίμωση και εξορία από την πατρίδα; Αυτά όμως είναι ασήμαντα γι’ αυτόν που δε θεωρεί τη ζωή του πολύτιμη, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο[Πραξ. 20,24: «λλ᾿ οδενς λόγον ποιομαι οδ χω τν ψυχήν μου τιμίαν μαυτ, ς τελεισαι τν δρόμον μου μετ χαρς κα τν διακονίαν ν λαβον παρ το Κυρίου ησο, διαμαρτύρασθαι τ εαγγέλιον τς χάριτος το Θεοῦ(:Αλλά τίποτε από αυτά δεν θεωρώ άξιο λόγου, να με εμποδίσει από την πορεία μου, ούτε και θεωρώ την ζωή μου πολύτιμη για εμένα, όσο θεωρώ σπουδαίο να φθάσω στο τέλος του δρόμου μου με χαρά και ειρήνη συνειδήσεως και να φέρω εις πέρας την αποστολή, που έχω λάβει από τον Κύριο Ιησού, και η οποία είναι να κηρύξω και να δώσω άφοβα την καλή μαρτυρία για το Ευαγγέλιο της χάριτος του Θεού)»].
Βλέπεις ότι απομάκρυνε την τυραννία του θανάτου και συγχρόνως διέλυσε τη δύναμη του διαβόλου; Γιατί εκείνος που γνωρίζει να φιλοσοφεί πολύ για την ανάσταση, πώς θα φοβάται τον θάνατο και πώς θα τρομάζει στη συνέχεια; Μη στενοχωριέστε, λοιπόν, λέγοντας «για ποιο λόγο τα πάθαμε αυτά και εκείνα;» , γιατί έτσι η νίκη γίνεται λαμπρότερη. Δε θα ήταν όμως λαμπρή αν δεν κατέλυε τον θάνατο με θάνατο. Και το θαυμαστό είναι τούτο, ότι τον νίκησε με αυτά με τα οποία ήταν δυνατός αυτός, δείχνοντας παντού την εφευρετικότητα και την επινοητικότητά Του. Ας μην αρνηθούμε λοιπόν τη δωρεά που μας δόθηκε. «ο γρ δωκεν μν Θες Πνεμα δειλας, λλ δυνμεως κα γπης κα σωφρονισμοῦ»: «Γιατί δε λάβαμε», λέγει, «πνεύμα δειλίας, αλλά πνεύμα δύναμης και αγάπης και σωφρονισμού»[Β΄Τιμ.1,7].Ας σταθούμε λοιπόν γενναία, περιφρονώντας τον θάνατο.
Αλλά μου ήρθε να αναστενάξω πικρά, αναλογιζόμενος πού μας ανέβασε ο Χριστός και πού κατεβάσαμε εμείς τον εαυτό μας. Γιατί, όταν βλέπω τους θρήνους που γίνονται στην αγορά, τις κραυγές που βγάζουν για εκείνους που πεθαίνουν, τους οδυρμούς, τις άλλες ασχημοσύνες, πιστέψτε με, ντρέπομαι και τους εθνικούς και τους Ιουδαίους και τους αιρετικούς που βλέπουν και όλους γενικά εκείνους που μας περιγελούν γι΄ αυτό. Όσα κι αν πω τώρα, θα τα πω στα χαμένα φιλοσοφώντας για την ανάσταση. Γιατί; Επειδή οι εθνικοί δεν προσέχουν αυτά που λέγω εγώ, αλλά αυτά που κάνετε εσείς· αμέσως δηλαδή θα πουν· «Πότε κάποιος από αυτούς θα μπορέσει να περιφρονήσει τον θάνατο, τη στιγμή που δεν μπορεί να δει άλλον πεθαμένο;».
Τα λεγόμενα από τον Παύλο είναι καλά και άξια των ουρανών και της φιλανθρωπίας του Θεού. Τι λέγει δηλαδή; «Και να ελευθερώσει εκείνους που από τον φόβο του θανάτου ήταν υποδουλωμένοι σε όλη τους τη ζωή». Αλλά εσείς δεν αφήνετε να πιστεύονται αυτά, γιατί τα πολεμάτε με τα έργα σας, αν και ο Θεός αντέταξε πολλά εναντίον αυτού του πράγματος, για να εξαλείψει αυτή την κακή συνήθεια. Γιατί πες μου· τι θέλουν οι φαιδρές λαμπάδες; Δεν τους προπέμπουμε τους Χριστιανούς νεκρούς μας σαν αθλητές; Και τι θέλουν οι ύμνοι; Δε δοξάζουμε τον Θεό και δεν Τον ευχαριστούμε επειδή ήδη στεφάνωσε τον νεκρό, τον απάλλαξε από τους κόπους, απομάκρυνε τον φόβο του και τον έχει κοντά Του; Δεν αναπέμπονται γι’ αυτό οι ύμνοι; Δε λέγονται γι’ αυτό οι ψαλμωδίες; Όλα αυτά είναι εκδηλώσεις ανθρώπων που χαίρονται, γιατί λέγει «εθυμε τις; ψαλλτω(:βρίσκεται κάποιος σε ευθυμία; Ας ψάλλει».[Ιακ.5,13]. Αλλά οι εθνικοί δεν προσέχουν σε αυτά.
«Μη λοιπόν», θα μπορούσε να πει κάποιος ειδωλολάτρης, «μου πεις για εκείνον που κάνει πνευματικό αγώνα σε στιγμή που δε βρίσκεται σε θλίψη και δοκιμασία, γιατί αυτό δεν είναι καθόλου σπουδαίο, ούτε θαυμαστό, αλλά δείξε μου αυτόν που φιλοσοφεί πώς συμπεριφέρεται κατά τη διάρκεια του πάθους και της δοκιμασίας του θανάτου προσφιλών του προσώπων, και τότε θα πιστέψω στην ανάσταση». Και να το κάνουν βέβαια αυτό οι γυναίκες του κόσμου δεν είναι καθόλου παράξενο, αν και αυτό είναι φοβερό· γιατί και απ’ αυτές απαιτείται η ίδια φιλοσοφία. Γι’ αυτό και ο Παύλος λέγει: «Ο θέλομεν δ μς γνοεν, δελφοί, περ τν κεκοιμημένων, να μ λυπσθε καθς κα ο λοιπο ο μ χοντες λπίδα.(:Δε θέλουμε, αδελφοί μου, να βρίσκεστε σε άγνοια σχετικά με αυτούς που πέθαναν, για να μη λυπάστε και εσείς όπως και οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως και αιωνίου ζωής)»[Α΄Θεσ.4,13]. Δεν τα έγραφε σε μοναχούς αυτά ούτε σε παρθένους, αλλά και σε κοσμικές γυναίκες που ήταν παντρεμένες και ζούσαν μέσα στον κόσμο. Αλλά δεν είναι τόσο φοβερό αυτό· όταν όμως κάποια γυναίκα ή κάποιος άνδρας βγάζει τις τρίχες και εκείνη οδύρεται πολύ, τι υπάρχει πιο άσχημο από αυτό; Πιστέψτε με που λέγω αυτά· αν δε γίνεται όπως έπρεπε να γινόταν, για πολύ χρόνο θα έπρεπε να είναι γι’ αυτούς κλειστές οι πόρτες της εκκλησίας. Γιατί εκείνοι που πραγματικά είναι άξιοι για πένθος είναι αυτοί που ακόμη φοβούνται και τρέμουν τον θάνατο, που δυσπιστούν για την ανάσταση.
Αλλά ,θα έλεγε κάποιος, δε δυσπιστώ για την ανάσταση, αλλά επιζητώ τη συνήθεια του πράγματος. Γιατί, λοιπόν, πες μου, όταν φεύγεις σε ταξίδι, και μάλιστα σε ταξίδι μακρινό, δεν κάνεις τα ίδια; «Κλαίω και τότε», θα απαντούσε, και «επιζητώ τους θρήνους». Αλλά εκείνο είναι απόδειξη εκείνης που πραγματικά επιζητεί τη συνήθεια, ενώ αυτό εκείνης που έχασε την ελπίδα της για την επιστροφή. Σκέψου τι ψάλλεις την ώρα εκείνη· «πίστρεψον, ψυχή μου, ες τν νάπαυσίν σου, τι Κύριος εηργέτησέ σε(:ξαναγύρισε, ψυχή μου,στην ανάπαυσή σου, γιατί ο Κύριος σε έχει ευεργετησει»[Ψαλμ.114,7]· και πάλι: « ἐὰν γρ κα πορευθ ν μέσ σκις θανάτου, ο φοβηθήσομαι κακά, τι σ μετ᾿ μο ε·(:ακριβώς, διότι εσύ, Κύριε, είσαι ο στοργικός προστάτης μου και ποιμένας, εάν βαδίσω και περάσω διαμέσου σκοτεινών και απόκρημνων περιοχών και εάν αντικρύσω τον θάνατο, δε θα φοβηθώ μήπως πάθω κάτι κακό, διότι εσύ θα είσαι μαζί μου)»[Ψαλμ.22,4]. Και πάλι: «σύ μου ε καταφυγ π θλίψεως τς περιεχούσης με(: Εσύ είσαι η καταφυγή μου στον καιρό της θλίψεως που με έχει κυριεύσει)»[ Ψαλμ.31,7]. Σκέψου το νόημα αυτών των ψαλμών. Δεν προσέχεις όμως, αλλά μεθάς από το πένθος. Τουλάχιστο μελέτησε καλά στις κηδείες των άλλων, για να έχεις φάρμακα στις δικές σου. «Ξαναγύρισε, ψυχή μου, στην ανάπαυσή σου, διότι ο Κύριος σε έχει ευεργετήσει», λέγεις και δακρύζεις; Δεν είναι θεατρινισμός αυτά και υποκρισία; Γιατί, αν πράγματι πιστεύεις σε αυτά που λέγεις, είναι περιττό να πενθείς· αν όμως παίζεις και υποκρίνεσαι και τα θεωρείς αυτά παραμύθια , γιατί ψάλλεις; Γιατί ανέχεσαι αυτούς που παρευρίσκονται εκεί; Γιατί δε διώχνεις αυτούς που ψάλλουν; Αυτό, λέγει, είναι απόδειξη παρανοϊκών ανθρώπων. Και εκείνο πολύ περισσότερο.
Τώρα λοιπόν συμβουλεύω αργότερα όμως με την πάροδο του χρόνου θα χρησιμοποιήσω αυστηρότερα το πράγμα. Γιατί πραγματικά φοβάμαι πάρα πολύ, μήπως με αυτόν τον τρόπο εισχωρήσει κάποια φοβερή αρρώστια στην εκκλησία. Αυτόν λοιπόν τον θρήνο θα τον διορθώσουμε αργότερα. Τώρα όμως παραγγέλλω και διακηρύττω σε πλουσίους και φτωχούς, σε γυναίκες και σε άνδρες. Είθε λοιπόν όλοι σας να φύγετε από τη ζωή χωρίς να σας πενθήσουν, και σύμφωνα με τον νόμο που αρμόζει οι πατέρες, αφού γεράσουν να προπέμπονται από τους γιους τους και οι μητέρες από τις θυγατέρες και τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους σε βαθιά γηρατειά κι πουθενά να μη συμβαίνει πρόωρος θάνατος. Είθε λοιπόν να γίνει αυτό, και αυτό εύχομαι και παρακαλώ τους επισκόπους και όλους εσάς να προσευχηθείτε στον Θεό ο ένας για τον άλλον και να κάνετε όλοι μαζί αυτήν την προσευχή.
Αν όμως, πράγμα που είθε να μην τύχει και να μη συμβεί, γίνει κάποιος πικρός θάνατος( και πικρός, εννοώ όχι ως προς τη φύση, γιατί δεν είναι πια πικρός ο θάνατος, καθόσον δε διαφέρει καθόλου από τον ύπνο, αλλά πικρός εννοώ ως προς τη δική μας διάθεση), αν λοιπόν συμβεί αυτός ο θάνατος και μερικοί πληρώσουν αυτές που θρηνούν, πιστέψτε με που το λέγω, γιατί δε θα το πω διαφορετικά αλλά όπως μπορώ, και όποιος θέλει ας οργίζεται· θα τον απομακρύνω για πολύ χρόνο από την εκκλησία σαν τον ειδωλολάτρη. Γιατί αν ο Παύλος ονομάζει ειδωλολάτρη τον πλεονέκτη[Κολ. 3,5: «Νεκρσατε ον τ μλη μν τ π τς γς, πορνεαν, καθαρσαν, πθος, πιθυμαν κακν, κα τν πλεονεξαν, τις στν εδωλολατρα»] , πολύ περισσότερο αυτόν που εισάγει στην περίπτωση του πιστού τις ειδωλολατρικές συνήθειες.
Για ποιο λόγο, πες μου, καλείς τους πρεσβύτερους και τους ψάλτες; Όχι για να παρηγορήσεις, όχι για να τιμήσεις αυτόν που πέθανε; Γιατί λοιπόν τον υβρίζεις; Γιατί τον διαπομπεύεις; Και γιατί παίζεις όπως στη θεατρική σκηνή; Εμείς ερχόμαστε φιλοσοφώντας τα σχετικά με την ανάσταση, διδάσκοντας όλους, και αυτούς που δεν έχουν πληγεί ακόμη, με την τιμή που αποδίδουν σε εκείνον, αν ποτέ συνέβαινε κάτι τέτοιο, να υποφέρουν με γενναιότητα, και εσύ φέρνεις αυτούς που καταργούν τα δικά μας, όσο βέβαια μπορούν;
Τι υπάρχει χειρότερο από αυτήν τη γελοιοποίηση και τον χλευασμό; Τι είναι βαρύτερο από αυτήν την ανωμαλία; Κοκκινίστε και ντραπείτε. Αν όμως δε θέλετε, εγώ δεν ανέχομαι να εισάγετε τέτοιες ολέθριες συνήθειες στην εκκλησία. «Εκείνους που αμαρτάνουν», λέγει σε άλλη του επιστολή ο Παύλος, «να τους ελέγχεις ενώπιον όλων»[ Α΄Τιμ. 5,20: «τος μαρτνοντας νπιον πντων λεγχε»]. Αλλά και εκείνες τις ταλαίπωρες και άθλιες γυναίκες μιλώντας σε σας τις απαγορεύουμε να έρχονται στις εκφορές των πιστών, για να μην τις αναγκάσουμε πραγματικά να θρηνούν τα δικά τους κακά και να τις μάθουμε να μην τα κάνουν αυτά σε ξένα κακά, αλλά να οδύρονται περισσότερο για τις δικές τους συμφορές. Γιατί και ο φιλόστοργος πατέρας, όταν έχει παιδί άτακτο, δε συμβουλεύει μόνο αυτό να μην πλησιάζει τους κακούς, αλλά και εκείνους φοβερίζει. Να, λοιπόν, συμβουλεύω και σας και εκείνες, μιλώντας σε σας, ώστε ούτε εσείς να καλείτε αυτές τις γυναίκες ούτε εκείνες να έρχονται.
Και είθε ο λόγος να επιτύχει κάτι περισσότερο και η απειλή να το κατορθώσει. Αν όμως, πράγμα που εύχομαι να μη συμβεί, με περιφρονήσετε, θα αναγκασθώ να πραγματοποιήσω στο μέλλον την απειλή, τιμωρώντας εσάς με τους εκκλησιαστικούς νόμους και εκείνες όπως τις ταιριάζει. Και αν κάποιος δείχνοντας αυθάδεια τα περιφρονεί αυτά, ας ακούει τον Χριστό που λέγει και τώρα: ««Ἐὰν δ μαρτήσ ες σ δελφός σου, παγε κα λεγξον ατν μεταξ σο κα ατο μόνου· άν σου κούσ, κέρδησας τν δελφόν σου· ἐὰν δ μ κούσ, παράλαβε μετ σο τι να δύο, να π στόματος δύο μαρτύρων τριν σταθ πν ῥῆμα. ἐὰν δ παρακούσ ατν, επ τ κκλησί· ἐὰν δ κα τς κκλησίας παρακούσ, στω σοι σπερ θνικς κα τελώνης»(:Εάν φταίξει σε σένα ο αδελφός σου, πήγαινε και υπόδειξέ του το σφάλμα του ιδιαιτέρως· εάν ακούσει την υπόδειξή σου και μετανοήσει δια το σφάλμα του, κέρδισες τον αδελφό σου για τον Θεό και για εσένα τον ίδιο. Εάν όμως δεν σε ακούσει, τότε πάρε μαζί σου ένα ακόμη η δύο και κάνε του παρατήρηση, ώστε να στηριχτεί και κατοχυρωθεί έτσι η αλήθεια επάνω στην βεβαίωση δύο ή τριών μαρτύρων. Εάν δε παρακούσει και στις συμβουλές αυτών, πες το γεγονός στην Εκκλησία. Εάν δε δεν σεβασθεί και παρακούσει την Εκκλησία, ας είναι για σένα όπως ο ειδωλολάτρης και ο αμετανόητος τελώνης, οι οποίοι δεν ανήκουν στην Εκκλησία)»[Ματθ. 18.15-17]. Αν λοιπόν αυτόν που αμαρτάνει σε μένα, όταν δεν υπακούσει, προστάζει έτσι να τον αποστρέφομαι, εσείς να κρίνετε πώς πρέπει να συμπεριφέρομαι σε εκείνον που αμαρτάνει στον εαυτό του και στον Θεό· γιατί εσείς με κατηγορείτε ότι δε φέρομαι ήπια σε σας.
Αν κάποιος περιφρονεί τους περιορισμούς που επιβάλλω, ας τον συνετίζει πάλι ο Χριστός που λέγει· « μν λέγω μν, σα ἐὰν δήσητε π τς γς, σται δεδεμένα ν τ οραν, κα σα ἐὰν λύσητε π τς γς, σται λελυμένα ν τ ορανῷ(:Σας διαβεβαιώνω ότι όσα αμαρτήματα αφήσετε δεμένα και ασυγχώρητα στη γη, θα μείνουν δεμένα και ασυγχώρητα και στον ουρανό. Και όσα συγχωρήσετε στη γη, θα είναι συγχωρημένα και λυμένα στον ουρανό.»[Ματθ.18,18]. Αν και βέβαια εγώ είμαι ταλαίπωρος και τιποτένιος και άξιος για περιφρόνηση, όπως και πραγματικά είμαι, όμως δεν εκδικούμαι ο ίδιος, ούτε ανταποδίδω οργή, αλλά φροντίζω για τη δική σας σωτηρία. Κοκκινίστε, παρακαλώ, και ντραπείτε. Γιατί, αν κάποιος ανέχεται τον φίλο όταν τον επικρίνει αυστηρότερα από όσο πρέπει, εξετάζοντας τον σκοπό του και επειδή το κάνει αυτό από φιλική διάθεση και όχι από αλαζονεία, πολύ περισσότερο οφείλει να ανέχεται τον διδάσκαλο που ούτε ο ίδιος τα λέγει αυτά αυθεντικά, ούτε σαν άρχοντας, αλλά σαν κηδεμόνας. Γιατί δεν τα λέγω αυτά θέλοντας να επιδείξω εξουσία(πώς θα τα έλεγα εγώ που εύχομαι να μην τα γνωρίσετε αυτά;), αλλά επειδή στενοχωριέμαι και κόπτομαι για σας.
Συγχωρείστε με λοιπόν για τα λεγόμενα και κανείς ας μην περιφρονεί τα εκκλησιαστικά δεσμά. Γιατί δεν είναι άνθρωπος αυτός που δένει, αλλά ο Χριστός που μας έδωσε αυτήν την εξουσία και κάνει τους ανθρώπους άξιους μιας τόσο μεγάλης τιμής. Εμείς βέβαια θέλουμε να χρησιμοποιούμε την εξουσία στο να λύνουμε τα δεσμά· ή καλύτερα ούτε την ανάγκη αυτού του πράγματος θέλουμε να έχουμε. Γιατί δε θέλουμε να υπάρχει σε μας κανένας δεμένος και ασυγχώρητος· δεν είμαστε τόσο άθλιοι και ταλαίπωροι, αν και είμαστε πάρα πολύ ασήμαντοι. Αν όμως αναγκαστούμε, συγχωρείστε μας. Γιατί δε θέτουμε τα δεσμά των επιτιμίων και των κανόνων από ευχαρίστηση, ούτε επειδή θέλουμε, αλλά επειδή λυπούμαστε για σας τους δεμένους. Και αν κάποιος τα περιφρονεί, θα έρθει ο καιρός της κρίσης που θα τον διδάξει. Τη συνέχεια δε θέλω να την πω για να μην πλήξω τον νου σας.
Εγώ λοιπόν πρώτα εύχομαι να μην έρθω στην ανάγκη· αν όμως έρθω, εκπληρώνω το καθήκον μου, θέτω τα δεσμά. Και αν κάποιος σπάσει τα δεσμά, εγώ έκαμα το χρέος μου και είμαι ανεύθυνος για τη συνέχεια· γι’ αυτό όμως θα απολογηθείς σε Εκείνον που με πρόσταξε να σε δέσω. Γιατί αν ενώ ο βασιλιάς κάθεται πρώτος, πάρει κάποιος από τους παρόντες σωματοφύλακες εντολή να δέσει κάποιον από τους στρατιωτικούς και να του θέσει τα δεσμά, και αυτός όχι μόνο τον απωθήσει αλλά και σπάσει τα δεσμά, δε θα υβρισθεί ο σωματοφύλακας, αλλά πολύ περισσότερο ο βασιλιάς που έδωσε την εντολή. Αν λοιπόν όσα γίνονται στους πιστούς ο Θεός τα θεωρεί ότι γίνονται στον εαυτό του, όταν υβρίζετε αυτούς που πήραν την εντολή να διδάσκουν, πολύ περισσότερο θα συμπεριφερθεί σαν να υβρίζεται ο ίδιος. Αλλά είθε κανείς από όσους βρίσκονται στην εκκλησία αυτή να μην έρθει στην ανάγκη αυτών των δεσμών. Γιατί, όπως το να μην αμαρτάνει κανείς είναι καλό, έτσι το να ανέχεται την επιτίμηση είναι χρήσιμο.
Ας ανεχόμαστε λοιπόν την επίπληξη και ας φροντίζουμε να μην αμαρτάνουμε. Αν όμως αμαρτήσουμε, ας ανεχόμαστε την επιτίμηση. Γιατί, όπως είναι καλό βέβαια να μην πληγώνεται κανείς, αλλά αν συμβεί αυτό είναι χρήσιμο να μπαίνει το φάρμακο πάνω στην πληγή, έτσι πρέπει να γίνεται και εδώ. Μακάρι όμως να μη χρειασθεί κανείς από αυτά τα φάρμακα. «Πεπείσμεθα δ περ μν, γαπητοί, τ κρείττονα κα χόμενα σωτηρίας, ε κα οτω λαλομεν(:Για σας όμως, αδελφοί, αν και σας ομιλούμε τόσο επιτιμητικά, έχουμε ακλόνητη την πεποίθηση, ότι προοδεύετε προς τα καλύτερα και προς εκείνα, τα οποία συνδέονται με την αιώνια σωτηρία σας.»[ Εβρ.6,9].Μίλησα όμως αυστηρότερα για περισσότερη ασφάλεια. Γιατί είναι προτιμότερο να με θεωρείτε θρασύ και σκληρό και αυθάδη, παρά να μην κάνετε αυτά που αρέσουν στο Θεό. Και πιστεύω στον Θεό ότι δε θα υπάρξει σε σας ανώφελη αυτή η επιτίμηση, αλλά θα αλλάξετε τόσο, ώστε να χρησιμοποιείτε αυτά τα λόγια στα δικά σας εγκώμια και τους επαίνους.
Εύχομαι να ζούμε όπως αρέσει στον Θεό, για να αξιωθούμε όλοι να επιτύχουμε τα αγαθά εκείνα, που υποσχέθηκε ο Θεός σε εκείνους που Τον αγαπούν, με τη βοήθεια του Κυρίους μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα κι συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΟΜΙΛΙΑ Ε΄
«οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται. ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι(:Έπρεπε δε να ενανθρωπήσει ο Υιός, διότι δεν αναλαμβάνει βέβαια να βοηθήσει και να στηρίξει στη σωτηρία άυλους αγγέλους (επειδή τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη να γίνει άνθρωπος), αλλά έρχεται να βοηθήσει τους απογόνους του Αβραάμ. Επομένως έπρεπε να γίνει άνθρωπος, όμοιος καθ' όλα με τους αδελφούς του)».
Θέλοντας ο Παύλος να δείξει τη μεγάλη φιλανθρωπία του Θεού και την αγάπη που είχε για το ανθρώπινο γένος, αφού είπε, «πε ον τ παιδία κεκοινώνηκε σαρκς κα αματος κα ατς παραπλησίως μετέσχε τν ατν(:Επειδή δε τα παιδιά του Θεού, έχουν πάρει όλα την ασθενή και φθαρτή ανθρώπινη φύση, σάρκα και αίμα, για τούτο και Αυτός κατά παρόμοιο τρόπο πήρε σάρκα και αίμα, την ανθρώπινη φύση, χωρίς όμως καμιά αμαρτία»[Εβρ. 2,14], διασαφηνίζει το χωρίο αυτό και λέγει: «ο γρ δήπου γγέλων πιλαμβάνεται(:Έπρεπε δε να ενανθρωπήσει ο Υιός, διότι δεν αναλαμβάνει βέβαια να βοηθήσει και στηρίξει στην σωτηρία άυλους αγγέλους (επειδή τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη να γίνει άνθρωπος)». Μην εκλάβεις επιπόλαια αυτό που λέχθηκε, ούτε να θεωρήσεις πως αυτό είναι κάποιο απλό πράγμα, το ότι δηλαδή Αυτός έλαβε τη δική μας σάρκα· γιατί «ο γρ δήπου γγέλων πιλαμβάνεται, λλ σπέρματος βραμ πιλαμβάνεται», δεν το χάρισε αυτό στους αγγέλους, αλλά τους απογόνους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό που λέγει; Δεν ανέλαβε τη φύση του αγγέλου, αλλά του ανθρώπου. Και τι σημαίνει «ἐπιλαμβάνεται»; Από μεταφορά εκείνων που καταδιώκουν όσους τους αποστρέφονται και κάνουν τα πάντα για να τους εμποδίσουν, ενώ φεύγουν και να τους συλλάβουν καθώς τρέχουν. Aπομακρυνόμενη δηλαδή από Aυτόν η ανθρώπινη φύση και μάλιστα φεύγοντας πολύ μακριά(γιατί, λέγει, « τι τε ν τ καιρ κείν χωρς Χριστο, πηλλοτριωμένοι τς πολιτείας το σραλ κα ξένοι τν διαθηκν τς παγγελίας, λπίδα μ χοντες κα θεοι ν τ κόσμ(:να θυμάστε ότι κατά τον καιρό εκείνο ζούσατε χωρίς Χριστό, αποξενωμένοι από το θεοσύστατο πολίτευμα των Ισραηλιτών και ξένοι προς τις διαθήκες, με τις οποίες ο Θεός υποσχόταν την λύτρωση δια του Χριστού. Δεν είχατε καμία ελπίδα για σωτηρία και αιώνια ζωή, δεν γνωρίζατε τον αληθινό Θεό και ζούσατε σαν άθεοι στον κόσμο)»[Εφ. 2,12], Αυτός την καταδίωξε και τη συνέλαβε. Από εδώ αποδεικνύεται πως αυτό το έκαμε μόνο από φιλανθρωπία και αγάπη και ενδιαφέρον για μας. Όπως λοιπόν όταν λέγει «οχ πάντες εσ λειτουργικ πνεύματα ες διακονίαν ποστελλόμενα δι τος μέλλοντας κληρονομεν σωτηρίαν;(: Όλοι οι άγγελοι δεν είναι πνεύματα υπηρετικά, τα οποία αποστέλλονται από τον Θεό, για να εξυπηρετούν αυτούς, που μέλλουν να κληρονομήσουν τη σωτηρία;)»[Εβρ.1,14],αποδεικνύει τη μεγάλη Του φροντίδα για την ανθρώπινη φύση και ότι ο Θεός ενδιαφέρεται πολύ γι’ αυτήν, έτσι και εδώ το πολύ μεγαλύτερο το αναφέρει με τη σύγκριση που κάνει λέγοντας: «γιατί δεν έρχεται να βοηθήσει αγγέλους».
Πραγματικά είναι μεγάλο και θαυμαστό και εκπληκτικό να κάθεται στον ουρανό η σάρκα που είναι από μας και να προσκυνείται από τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και τα Σεραφείμ και τα Χερουβίμ. Όταν το σκέπτομαι αυτό πολλές φορές, εκπλήσσομαι και φαντάζομαι μεγάλα πράγματα για το ανθρώπινο γένος. Γιατί βλέπω μεγάλα και λαμπρά τα προοίμια και μεγάλο το ενδιαφέρον του Θεού για τη δική μας φύση. Και δεν είπε απλώς ότι έρχεται να βοηθήσει τους ανθρώπους, αλλά, θέλοντας να τους εξυψώσει και να δείξει το γένος τους μεγάλο και τίμιο, λέγει: «αλλά έρχεται να βοηθήσει τους απογόνους του Αβραάμ».
«Επομένως έπρεπε να γίνει σε όλα όμοιος με τους αδελφούς Του». Τι σημαίνει, «σε όλα»; Γεννήθηκε, λέγει, τράφηκε, μεγάλωσε, έπαθε όλα όσα έπρεπε, και τέλος πέθανε. Αυτό σημαίνει το «έπρεπε να γίνει σε όλα όμοιος με τους αδελφούς Του». Αφού λοιπόν είπε πολλά για τη μεγαλοσύνη Του και την ουράνια δόξα Του, στη συνέχεια κάνει λόγο για την οικονομία του Θεού. Και πρόσεχε με πόση σύνεση και δύναμη, πώς τον παρουσιάζει να προσπαθεί πολύ, ώστε να γίνει όμοιος με μας, πράγμα που δείχνει το μεγάλο Του ενδιαφέρον. Γιατί, αφού είπε παραπάνω, «επειδή λοιπόν τα παιδιά έχουν αίμα και σάρκα, και αυτός πήρε κατά παρόμοιο τρόπο τα ίδια», και εδώ λέγει, «έπρεπε να γίνει σε όλα όμοιος με τους αδελφούς Του». Σαν να έλεγε· Αυτός που είναι τόσο μεγάλος, η ακτινοβολία της δόξας του Θεού, η σφραγίδα της υπόστασής Του, Αυτός που δημιούργησε τον κόσμο, που κάθεται στα δεξιά του Πατέρα, Αυτός θέλησε και φρόντισε να γίνει σε όλα αδελφός μας και γι’ αυτό άφησε τους αγγέλους και τις ουράνιες δυνάμεις και κατέβηκε σε μας και ήρθε να μας βοηθήσει.
Πρόσεχε και πόσα αγαθά χάρισε· κατέλυσε τον θάνατο, μας έβγαλε από την τυραννία του διαβόλου, μας ελευθέρωσε από τη δουλεία, μας τίμησε αφού έγινε αδελφός μας. Και δε μας τίμησε μόνο με το να γίνει αδελφός μας, αλλά και με πολλά άλλα. Γιατί θέλησε να γίνει και Αρχιερέας μας προς τον Πατέρα· γι’ αυτό και προσθέτει, «για να γίνει ευσπλαχνικός και πιστός αρχιερέας στην υπηρεσία του Θεού». Γι’ αυτό, λέγει, ανέλαβε τη δική μας σάρκα, από φιλανθρωπία μόνο, για να μας ελεήσει· γιατί δεν υπάρχει καμία άλλη αιτία της οικονομίας, παρά μόνο αυτή. Είδε δηλαδή ότι ήμασταν πεσμένοι κάτω, χαμένοι, καταδυναστευόμενοι από τον θάνατο, και μας ελέησε.
«Για να μπορεί», λέγει, «να συγχωρεί τις αμαρτίες του λαού, για να γίνει ευσπλαχνικός και πιστός αρχιερέας». Τι σημαίνει «πιστός»; Αληθινός, δυνατός. Γιατί αρχιερέας πιστός είναι μόνο ο Υιός, δυνατός να απαλλάξει εκείνους των οποίων είναι αρχιερέας, από τα αμαρτήματά τους. Για να προσφέρει λοιπόν τη θυσία που μπορεί να μας καθαρίσει, γι’ αυτό έγινε άνθρωπος. Πρόσθεσε λοιπόν «στην υπηρεσία του Θεού». Δηλαδή, εξαιτίας της υπηρεσίας Του προς τον Θεό. Ήμασταν, λέγει, εχθροί του Θεού, καταδικασμένοι, περιφρονημένοι. Δεν υπήρχε κανείς να προσφέρει για μας θυσία. Είδε ότι βρισκόμασταν σε τέτοια κατάσταση και μας ελέησε, χωρίς να ορίσει σε μας αρχιερέα, αλλά έγινε ο ίδιος αρχιερέας πιστός, δηλαδή γνήσιος. Στη συνέχεια, για να δείξει πως έγινε πιστός, πρόσθεσε «για να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού». «Γιατί επειδή ο ίδιος», λέγει, «υπέφερε και δοκιμάσθηκε, μπορεί να βοηθήσει όσους δοκιμάζονται».
Αυτό είναι πολύ ταπεινό και ευτελές και ανάξιο του Θεού. «Επειδή», λέγει, «έπαθε αυτό». Εδώ μιλάει για τον Χριστό που σαρκώθηκε και ίσως λέχθηκε για πληροφορία των ακροατών και εξαιτίας της αδυναμίας του. Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής· έπαθε αυτά που πάθαμε, και τώρα δεν αγνοεί τα δικά μας πάθη· δεν τα γνωρίζει δηλαδή ως Θεός μόνο, αλλά και ως άνθρωπος τα γνώρισε, επειδή δοκιμάσθηκε στην πράξη με αυτά· έπαθε πολλά, γνωρίζει να συμπάσχει. Αν και βέβαια ο Θεός είναι απαθής, όμως εδώ αναφέρεται σε εκείνα που έχουν σχέση με τη σάρκωση. Σαν να έλεγε· και αυτή η σάρκα του Χριστού έπαθε πολλά κακά. Γνωρίζει τι είναι θλίψη, γνωρίζει τι είναι πειρασμός, και όχι λιγότερο από μας που τα πάθαμε, γιατί πραγματικά και Αυτός έπαθε.
Τι λοιπόν σημαίνει το «μπορεί να βοηθήσει όσους δοκιμάζονται»; Σαν να έλεγε κανείς· με πολλή προθυμία θα απλώσει χέρι βοηθείας, θα δείξει συμπάθεια. Επειδή ήθελαν να έχουν κάτι μεγάλο και περισσότερο από τους πιστούς που προέρχονταν από τους εθνικούς, δείχνει ότι έχουν κάτι περισσότερο με αυτό, πράγμα που δεν έβλαπτε καθόλου τους εθνικούς. Και ποιο είναι αυτό; Ότι από αυτούς προέρχεται η σωτηρία, ότι αυτούς ήρθε να βοηθήσει πρώτα, ότι από εκεί ανέλαβε σάρκα. «Γιατί δεν έρχεται», λέγει, «να βοηθήσει αγγέλους, αλλά τους απογόνους του Αβραάμ». Με αυτό τιμάει τον πατριάρχη και δείχνει τι σημαίνει «απόγονοι του Αβραάμ». Γιατί τους θυμίζει την υπόσχεση που δόθηκε σε αυτόν που έλεγε, «τι πσαν τν γν, ν σ ρς, σο δώσω ατν κα τ σπέρματί σου ως αἰῶνος(:διότι όλη αυτήν την γη, την οποία βλέπεις, θα την δώσω σε σένα και στους απογόνους σου στους αιώνες.)»[ Γεν. 13,15], δείχνοντας με αυτό το πολύ μικρό τη συγγένεια, το ότι από έναν κατάγονται όλοι.
Επειδή όμως δεν ήταν μεγάλη εκείνη η συγγένεια, έρχεται πάλι σε αυτή και ασχολείται στη συνέχεια με την οικονομία της σάρκωσης και λέγει: «για να μπορεί να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού». Για ποιο λόγο δεν είπε «της οικουμένης», αλλά «του λαού»; Γιατί πραγματικά σήκωσε τις αμαρτίες όλων μας. Επειδή πρώτα γι’ αυτούς ήταν ο λόγος Του. Γιατί και ο άγγελος έλεγε στον Ιωσήφ, «τέξεται δ υἱὸν κα καλέσεις τ νομα ατο ησον· ατς γρ σώσει τν λαν ατο π τν μαρτιν ατν(:Θα γεννήσει δε υιό, και εσύ (ο οποίος σύμφωνα με τον νόμο θεωρείσαι προστάτης και πατέρας του) θα το ονομάσεις Ιησού (δηλαδή Θεό-Σωτήρα), διότι Αυτός θα σώσει πράγματι τον λαό Του από τις αμαρτίες τους.)»[Ματθ.1,21]. Αυτό λοιπόν έπρεπε να γίνει πρώτο, και γι’ αυτό ήρθε, ώστε να σώσει αυτούς και τότε μέσω αυτών εκείνους, αν και έγινε το αντίθετο. Αυτό έλεγαν και οι απόστολοι από την αρχή· «μν πρτον Θες ναστήσας τν παδα ατο ησον πέστειλεν ατν ελογοντα μς ν τ ποστρέφειν καστον π τν πονηριν μν(:Σε σας πρώτα ο Θεός, αφού ανέστησε τον Υιό του τον Ιησού, και Τον απέδειξε ως Μεσσία, Τον έστειλε να σας ευλογεί, όταν θα μετανοήσετε για τις αμαρτίες σας και ο καθένας σας θα ξεκόβει από τις πονηρίες σας σε σας φανέρωσε τον δούλο Του και Τον έστειλε να σας ευλογεί»[Πράξ. 3,26]· και πάλι, «σε σας στάλθηκε το μήνυμα της σωτηρίας»[ Πράξ. 13,26]. Εδώ δείχνει την ευγενική καταγωγή των Ιουδαίων λέγοντας «για να μπορεί να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού».
Πρώτα λέγει αυτά. Ότι βέβαια Αυτός είναι Εκείνος που συγχώρησε τις αμαρτίες όλων το φανέρωσε και στον παραλυτικό λέγοντας «φέωνταί σου α μαρτίαι(:σου συγχωρούνται οι αμαρτίες»[Ματθ.9,5], και στο βάπτισμα· γιατί λέγει στους μαθητές, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τ θνη, βαπτίζοντες ατος ες τ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος(:Λοιπόν, πηγαίνετε τώρα και διδάξτε σε όλα τα έθνη την αλήθεια. Και αυτούς που θα πιστέψουν και θα γίνουν μαθητές σας, βαπτίστε τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος).»[Ματθ.28,19].
[..] Και μην απορήσεις αν το «επειδή ο ίδιος δοκιμάσθηκε», λέχθηκε περισσότερο ανθρώπινα. Γιατί αν για τον Πατέρα, που δεν σαρκώθηκε, λέγει η Γραφή, «Κύριος κ το ορανο διέκυψεν καί εδε πάντας τος υος τν νθρώπων(:ο Κύριος έσκυψε από τον ουρανό και είδε όλους τους υιούς των ανθρώπων»[ Ψαλμ. 13, 2], δηλαδή έμαθε τα πάντα πολύ καλά, και « καταβς ον ψομαι, ε κατ τν κραυγν ατν τν ρχομένην πρός με συντελονται(:θα κατεβώ για να δω αν πράγματι οι αμαρτίες τους είναι όπως οι κραυγές τους που ανέρχονται προς Εμένα)»[Γεν. 18,21], και πάλι «δεν μπορεί ο Θεός να υποφέρει τις αμαρτίες των ανθρώπων» (φανερώνοντας η αγία Γραφή το μέγεθος της οργής),πολύ περισσότερο θα μπορούσαν να λεχθούν αυτές οι ανθρώπινες εκφράσεις για τον Χριστό που έπαθε με σάρκα. Επειδή δηλαδή πολλοί άνθρωποι θεωρούν, ότι η πείρα είναι το ασφαλέστερο απ’ όλα τα πράγματα που οδηγούν στη γνώση, θέλει να δείξει ότι αυτός που έπαθε γνωρίζει τι πάσχει η ανθρώπινη φύση.
ΠΗΓΕΣ:
  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-hebraeos.pdf
πηγή:ἠλεκτρονικό ταχυδρομεῖο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου