Σελίδες

Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Κυριακή τοῦ τυφλοῦ (Ἰω.ιθ 1-38) Ἑρμηνεία Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Μέρος πρῶτο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ(Ιω.ιθ΄1-38), Μέρος Πρώτο
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΥ[Μέρος Πρώτο: υπομνηματισμός των χωρίων Ιω.9,1-5]

(Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΝΣΤ΄του αγίου που εμπεριέχεται στο Υπόμνημά του στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο )

«Κα παράγων εδεν νθρωπον τυφλν κ γενετς. κα ρώτησαν ατν ο μαθητα ατο λέγοντες· αββί, τίς μαρτεν, οτος ο γονες ατο, να τυφλς γεννηθ;(:Και καθώς περνούσε ο Κύριος κάποιο δρόμο της πόλεως, είδε έναν τυφλό εκ γενετής. Και τον ρώτησαν οι μαθητές Του, λέγοντας: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός;-Το πρώτο είναι αδύνατο, το δεύτερο άδικο. Τότε γιατί γεννήθηκε τυφλός;)»[Ιω.9,1].
Επειδή ο Κύριος είναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος και φροντίζει για τη σωτηρία μας και επειδή θέλει να κλείσει τα στόματα των αχαρίστων, δεν παραλείπει να κάνει τίποτε από αυτά που έπρεπε να κάνει, και αν ακόμη κανένας δεν έδινε προσοχή. Αυτά λοιπόν γνωρίζοντας καλά και ο Προφήτης Δαβίδ έλεγε: «πως ν δικαιωθς ν τος λόγοις σου, κα νικήσς ν τ κρίνεσθαί σε(:για να φανεί έτσι πόσο δίκιο είχες στις καταδικαστικές Σου αποφάσεις σε βάρος μου και να εξέλθεις έτσι νικητής, όταν ασεβείς και μωροί θελήσουν να Σε επικρίνουν)»[Ψαλμ.50,6].
Για τον λόγο λοιπόν αυτόν, επειδή δε δέχθηκαν το υψηλό νόημα των λόγων Του, αλλά Τον αποκάλεσαν ακόμη και δαιμονισμένο και επιχειρούσαν να Τον φονεύσουν, αφού βγήκε από τον ναό, θεραπεύει τον τυφλό, επιτυγχάνοντας έτσι και να καταπραΰνει την οργή τους με την απουσία Του, και με την πραγματοποίηση του θαύματος, να μετριάσει τη σκληρότητα και την ωμότητά τους και ταυτόχρονα επίσης να κάνει πιστευτούς τους λόγους Του· και το θαύμα που επιτελεί δεν είναι τυχαίο, αλλά τότε συμβαίνει για πρώτη φορά: «κ το αἰῶνος(:από τότε που υπάρχει ο κόσμος μέχρι σήμερα)»,λέγει,« οκ κούσθη τι νοιξέ τις φθαλμος τυφλο γεγεννημένου(:δεν έχει ακουστεί ποτέ ότι θεράπευσε κάποιος άνθρωπος τους οφθαλμούς τυφλού εκ γενετής)»[Ιω.9,32]· διότι τυφλού ίσως άνοιξε κάποιος ως τότε τους οφθαλμούς, αλλά τυφλού εκ γενετής, όχι ακόμη.
Και ότι βγαίνοντας από το ιερό, ήλθε επίτηδες για αυτό το έργο, να κάνει δηλαδή το θαύμα, είναι φανερό από το εξής: δηλαδή ο ίδιος είδε τον τυφλό, δεν προσήλθε σε Αυτόν ο τυφλός· και με τόσο μεγάλη επιμέλεια ανέβλεψε ο άνθρωπος αυτός, ώστε και στους μαθητές να προκαλέσει βαθιά αίσθηση. Για τον λόγο αυτό οι μαθητές Του προέβησαν και στην επόμενη ερώτηση: δηλαδή, βλέποντας αυτόν να λαμβάνει φροντίδα για τον τυφλό με μεγάλη προσοχή, ζητούσαν να μάθουν σχετικώς λέγοντας: «αββί, τίς μαρτεν, οτος ο γονες ατο, να τυφλς γεννηθ;». Εσφαλμένη είναι η ερώτηση· διότι πώς θα διέπραττε αμαρτίες, πριν γεννηθεί; Πώς δε, εάν οι γονείς του αμάρταναν, ήταν δυνατόν εκείνος να τιμωρηθεί; Από ποια αιτία λοιπόν προέβησαν σε αυτήν την ερώτηση; Πριν από αυτό το περιστατικό, όταν θεράπευσε τον παράλυτο, έλεγε: «δε γις γέγονας· μηκέτι μάρτανε(:πρόσεξε· έγινες υγιής· μην αμαρτάνεις πλέον)»[Ιω.5,14].Αυτοί λοιπόν, όταν εννόησαν ότι εκείνος εξ αμαρτίας είχε καταστεί παράλυτος, λέγουν: «Έστω· εκείνος κατέστη παράλυτος λόγω αμαρτημάτων· αλλά για αυτόν εδώ τον εκ γενετής τυφλό, τι λες; Αυτός αμάρτησε; Όμως δεν μπορείς να πεις κάτι τέτοιο, διότι είναι τυφλός από τη γέννησή του. Μήπως λοιπόν αμάρτησαν οι γονείς του; Ούτε και αυτό δύναται να προβληθεί ως αιτιολογία· διότι το τέκνο δεν τιμωρείται για τα παραπτώματα του πατρός».
Όπως λοιπόν, όταν βλέπουμε ένα παιδί να βρίσκεται σε κακή κατάσταση, λέμε: «Τι θα μπορούσε να πει κανείς σχετικά με αυτό το παιδί; Τι έκανε το παιδί;», δε διατυπώνουμε ερώτηση, αλλά απορία, έτσι ακριβώς και οι μαθητές έλεγαν αυτό όχι διατυπώνοντας απλώς ερώτηση, αλλά εκφράζοντας απορία.
Τι απαντά λοιπόν ο Χριστός; «οτε οτος μαρτεν οτε ο γονες ατο(:ούτε αυτός αμάρτησε, ούτε οι γονείς του)»[Ιω.9,3]. Αυτό μάλιστα το λέγει όχι θέλοντας να απαλλάξει αυτούς από τις αμαρτίες(διότι δεν είπε απλώς «Ούτε αυτός αμάρτησε, ούτε οι γονείς του», αλλά πρόσθεσε: «να τυφλς γεννηθῇ(:για να γεννηθεί τυφλός)»),αλλά για να δοξασθεί ο Υιός του Θεού· διότι και αυτός μεν αμάρτησε και οι γονείς του, αλλά, λέγει, δεν προέρχεται εκ τούτου η τύφλωση.
Αυτά λοιπόν τα έλεγε, όχι για να δείξει αυτό, ότι δηλαδή ο άνθρωπος αυτός δεν τυφλώθηκε για την αιτία, την οποία νόμιζαν οι μαθητές, άλλοι όμως τυφλώθηκαν από την αιτία αυτή, δηλαδή από τις αμαρτίες των γονέων τους· διότι δεν είναι δυνατόν, να αμαρτάνει κάποιος και να τιμωρείται κάποιος άλλος. Διότι, εάν το παραδεχτούμε αυτό, θα παραδεχτούμε και εκείνο, ότι δηλαδή αμάρτησε πριν από τη γέννησή του. Όπως λοιπόν, όταν είπε ότι «οτε οτος μαρτεν», δεν ήθελε να πει αυτό, ότι δηλαδή είναι δυνατόν κανείς εξαιτίας των γονέων να τιμωρηθεί· διότι και δια του Ιεζεκιήλ ο Θεός εξαλείφει αυτήν την ιδέα: «ζ γώ, λέγει Κύριος, ἐὰν γένηται τι λεγομένη παραβολ ατη ν τ σραήλ· ο πατέρες φαγον μφακα κα ο δόντες τν τέκνων γομφίασαν;(:Ορκίζομαι στον εαυτό μου ότι δε θα λέγεται πλέον η εξής παροιμία μεταξύ των Ισραηλιτών: ’’Οι πατέρες έφαγαν τα άγουρα σταφύλια και τα δόντια των παιδιών τους ήταν αυτά που υπέφεραν από πάθηση των ούλων τους’’)[Ιεζ.18,2-3].
Και ο Μωυσής επίσης λέγει: «Οκ ποθανονται πατέρες πρ τέκνων, κα ο υο οκ ποθανονται πρ πατέρων· καστος ν τ αυτο μαρτί ποθανεται(:Δε θα τιμωρηθούν δια θανάτου πατέρες εξαιτίας των τέκνων τους,ούτε και τα παιδιά εξαιτίας των πατέρων τους. Ο καθένας θα τιμωρείται για τη δική του αμαρτία)»[Δευτ.24,16]. Και για έναν βασιλιά λέγεται ότι για αυτόν τον λόγο δεν το έκανε αυτό, διότι ήθελε να τηρήσει το νόμο του Μωυσέως[βλ. Δ΄Βασιλ. 14,5-6 «κα γένετο τε κατίσχυεν βασιλεία ν χειρ ατο, κα πάταξε τος δούλους ατο τος πατάξαντας τν πατέρα ατο· κα τος υος τν παταξάντων οκ θανάτωσε, καθς γέγραπται ν βιβλί νόμων Μωυσ, ς νετείλατο Κύριος λέγων· οκ ποθανονται πατέρες πρ υἱῶν, κα υο οκ ποθανονται πρ πατέρων, τι λλ᾿ καστος ν τας μαρτίαις ατο ποθανεται(:Και όταν σταθεροποιήθηκε η βασιλική του εξουσία στα χέρια του, ο βασιλιάς Αμεσσίας θανάτωσε τους δούλους του εκείνους, οι οποίοι είχαν συνωμοτικά χτυπήσει και φονεύσει τον πατέρα του. Τα παιδιά όμως των δολοφόνων αυτών του πατέρα του δεν τα φόνευσε θέλοντας να τηρήσει τη σχετική εντολή του βιβλίου των νόμων του Μωυσή, στο οποίο ο Κύριος διέτασσε: ’’δεν πρέπει να θανατώνονται πατέρες εξαιτίας των υιών, ούτε υιοί εξαιτίας των πατέρων τους· αλλά καθένας θα θανατώνεται για τις δικές του αμαρτίες’’)».].
Εάν όμως λέγει κανείς: «Πώς λοιπόν έχει λεχθεί: «γώ εμι Κύριος Θεός σου, Θες ζηλωτής, ποδιδος μαρτίας πατέρων π τέκνα π τρίτην κα τετάρτην γενεν τος μισοσί με(:Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλωτής, που τιμωρεί τέκνα για τις αμαρτίες των γονέων τους μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς, σε εκείνους οι οποίοι με μισούν)[Δευτ.5,9]»; Εκείνο μπορούμε να πούμε, ότι δηλαδή η απόφαση δεν είναι για όλους, αλλά έχει λεχθεί για ορισμένους, δηλαδή για εκείνους, οι οποίοι εξήλθαν από την Αίγυπτο. Εκείνο δε, το οποίο εννοεί, είναι περίπου τούτο: «Επειδή εκείνοι, οι οποίοι εξήλθαν από την Αίγυπτο, μετά από τόσα σημεία και θαύματα έχουν καταστεί χειρότεροι από τους προγόνους τους, οι οποίοι τίποτε από αυτά δεν είδαν, θα πάθουν τα ίδια», λέγει, «τα οποία ακριβώς έπαθαν και εκείνοι, διότι τόλμησαν να υποπέσουν στα ίδια παραπτώματα». Και ότι περί εκείνων έχει λεχθεί το παραπάνω, θα το γνωρίσει κανείς, εάν μελετήσει το σχετικό χωρίο(Δευτ.5,9), ακριβέστερα.
Γιατί λοιπόν γεννήθηκε τυφλός; «να φανερωθ τ ργα το Θεο ν ατῷ(: για να φανερωθούν με τη θαυματουργική θεραπεία, τα έργα του Θεού)»[Ιω.9,3], λέγει. Ιδού πάλι άλλη απορία γεννάται, εάν δηλαδή χωρίς την τιμωρία αυτού δεν ήταν δυνατόν να φανεί η δόξα του Θεού. Βεβαίως δεν έχει λεχθεί αυτό, ότι δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να γίνει έτσι (διότι ήταν δυνατόν), αλλά ελέχθη για να φανερωθεί η δόξα του Θεού και σε αυτόν τον άνθρωπο.
«Τι λοιπόν;» θα μπορούσε να πει κανείς, «αδικήθηκε ο άνθρωπος αυτός για τη δόξα του Θεού;». Ποια αδικία υπέστη; Πες μου· εάν βεβαίως ο Κύριος δεν θα ήθελε, ούτε καν θα τον έφερνε στη ζωή. Εγώ μάλιστα λέγω ότι και ευεργετήθηκε επίσης από την τύφλωση αυτή· διότι ανέβλεψε ως προς τους εσωτερικούς, τους πνευματικούς του οφθαλμούς· διότι ποια ωφέλεια προκύπτει στους Ιουδαίους από τους σωματικούς οφθαλμούς που είχαν υγιείς;(διότι σοβαρότερη τιμωρία υπέστησαν, δεδομένου ότι τυφλώθηκαν πνευματικώς μέσω της φυσικής τους οράσεως, ως προς τους εσωτερικούς τους οφθαλμούς)· ποια, αντιθέτως, βλάβη προκύπτει σε αυτόν από την τύφλωση; Μέσω αυτής ανέβλεψε.
Όπως λοιπόν τα κακά του παρόντος βίου, δεν είναι κατ΄ουσίαν κακά, έτσι και τα αγαθά δεν είναι αγαθά όπως φαίνονται σε μας, αλλά μόνο η αμαρτία είναι κακό, η τύφλωση όμως δεν είναι κακό. Εκείνος μάλιστα, ο Οποίος εκ του μηδενός έφερε αυτόν στην ύπαρξη ,είχε εξουσία και να αφήσει αυτόν στην κατάσταση, στην οποία βρισκόταν.
Λέγουν μερικοί ότι αυτός ο πρόσθετος λόγος, δηλαδή για να φανερωθεί η δόξα του Θεού, δεν αιτιολογεί την τύφλωση, αλλά απλώς αναφέρει το αποτέλεσμα, όπως π.χ. όταν λέγει: «ες κρμα γ ες τν κόσμον τοτον λθον, να ο μ βλέποντες βλέπωσι κα ο βλέποντες τυφλο γένωνται(: Εγώ ήλθα στον κόσμο αυτόν, για να γίνει κρίση και διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, να ξεχωρίσουν οι αγαθοί από τους κακούς. Και έτσι αυτοί που θεωρούνται από τους γραμματείς και Φαρισαίους ότι είναι βυθισμένοι στο σκοτάδι της αγνοίας, ότι είναι τυφλοί και δεν βλέπουν, θα δουν το φως της αλήθειας. Και εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους φωτισμένο, θα καταντήσουν ένεκα της υψηλοφροσύνης τους τυφλοί πνευματικώς[Ιω.9,39]·(και όμως δεν ήλθε για αυτόν τον σκοπό, δηλαδή για να γίνουν τυφλοί εκείνοι, οι οποίοι βλέπουν). Και πάλι ο Απόστολος Παύλος λέγει: «διότι τ γνωστν το Θεο φανερόν στιν ν ατος· γρ Θες ατος φανέρωσε, τ γρ όρατα ατο π κτίσεως κόσμου τος ποιήμασι νοούμενα καθορται, τε ΐδιος ατο δύναμις κα θειότης, ες τ εναι ατος ναπολογήτους(:Επειδή η αληθινή γνώση σχετικά με τον Θεό και το θέλημά Του (όση μπορεί να αποκτήσει ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους) είναι φανερή και γνωστή στη διάνοιά τους· ο ίδιος ο Θεός την έχει σαφώς φανερώσει σε αυτούς. Διότι από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, οι άπειρες αόρατες τελειότητες του Θεού, που δε βλέπονται με τα αισθητά σωματικά μάτια, γίνονται καθαρά αισθητές και βλέπονται καθαρά με τα μάτια της διανοίας διαμέσου των δημιουργημάτων, τόσο η αιώνια Αυτού παντοδυναμία, που δεν έχει αρχή και τέλος, όσο και κάθε θεία τελειότητά Του, με τρόπο ώστε να μένουν αυτοί αναπολόγητοι για τον αμαρτωλό βίο τους και να μην μπορούν να προβάλουν καμία δικαιολογία)»[Ρωμ.1,19-20].Και όμως δεν έδειξε σε αυτούς τα γνωστά σε Αυτόν, για να στερηθούν απολογίας, αλλά για να επιτύχουν απολογία· και πάλι σε άλλο μέρος λέγει: «νόμος δ παρεισλθεν να πλεονάσ τ παράπτωμα(:Αλλά αφού επρόκειτο να δικαιωθούμε όλοι δια του Χριστού, τι χρειαζόταν ο νόμος; Ο μωσαϊκός νόμος εισχώρησε τρόπον τινά προσωρινώς, για να καταστεί αισθητό το πλεόνασμα της αμαρτίας και της ενοχής, που προήλθε από την πτώση του Αδάμ)»[Ρωμ.5,20]· (μολονότι βέβαια δεν εισήλθε στη ζωή των ανθρώπων για τον λόγο αυτόν, δηλαδή για να πλεονάσει η αμαρτία, αλλά για να εμποδιστεί η αμαρτία).
Βλέπεις ότι παντού ο πρόσθετος λόγος για τον οποίο ήταν τυφλός εκ γενετής ο άνθρωπος εκείνος(:το «να φανερωθ τ ργα το Θεο ν ατῷ») δείχνει το αποτέλεσμα (και όχι τον σκοπό); Διότι όπως ακριβώς ένας άριστος οικοδόμος, το μεν ένα τμήμα κατασκευάζει, ενώ το άλλο το αφήνει ατελείωτο, ώστε με το υπόλοιπο να υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι σε όσους δεν πιστεύουν σε όλο το έργο του, έτσι και ο Θεός, σαν να ήταν μια οικία ετοιμόρροπη, συγκολλά το σώμα μας και το τελειοποιεί, θεραπεύοντας το ξερό χέρι, αποκαθιστώντας τα παραλελυμένα μέλη, θεραπεύοντας τους χωλούς, καθαρίζοντας τους λεπρούς, θεραπεύοντας τους ασθενείς, καθιστώντας αρτιμελείς τους αναπήρους, ανακαλώντας από τον θάνατο τους νεκρούς, ανοίγοντας τους κλεισμένους οφθαλμούς, δίνοντας οφθαλμούς σε όσους δεν έχουν για να δουν· όλα εκείνα, τα οποία ήταν ατέλειες της εκ φύσεως ασθενείας, αφού κατόπιν τα διόρθωνε, έδειχνε τη δύναμή Του.
Όταν επίσης είπε: «να φανερωθ τ ργα το Θεοῦ», εννοεί τον Εαυτό Του , όχι τον Πατέρα Του· διότι η δόξα Εκείνου ήταν φανερή. Δηλαδή, επειδή άκουγαν ότι τον άνθρωπο ο Θεός τον δημιούργησε, αφού έλαβε χώμα από τη γη, για τον λόγο αυτό κατά όμοιο τρόπο και αυτός έπλασε το χώμα· διότι το να πει μεν ότι «ἐγώ εἰμί ὁ χοῦν λαβν π τς γς και πλάσας τόν ἂνθρωπον», φαίνεται ότι προκαλούσε δυσανασχέτηση στους ακροατές, αποδεικνυόμενο όμως αυτό εμπράκτως, δε θα ενοχλούσε πλέον αυτούς. Για τον λόγο αυτό λοιπόν και Αυτός, αφού έλαβε χώμα και αφού ανέμειξε αυτό με το πτύσμα, κατ’αυτόν τον τρόπο φανέρωσε την κρυμμένη δόξα Του· διότι δεν ήταν μικρή η δόξα το να θεωρηθεί ότι είναι Αυτός Δημιουργός της Κτίσεως· διότι εκ τούτου ακολουθούσαν και τα άλλα και από το μέρος πιστευόταν το όλον· διότι η πίστη περί του σπουδαιότερου δημιουργούσε τη βεβαιότητα και περί εκείνου που είχε τη μικρότερη σημασία· διότι το πολυτιμότερο από όλα τα δημιουργήματα της κτίσεως είναι ο άνθρωπος, και εκ των μελών του σώματός μας πολυτιμότερο είναι ο οφθαλμός. Για τον λόγο αυτό όχι απλώς, αλλά με εκείνο τον τρόπο(δηλαδή αφού έλαβε χώμα)δημιούργησε τους οφθαλμούς· διότι αν και είναι αυτό το μέλος μικρό κατά το μέγεθος, είναι όμως το αναγκαιότερο από όλα τα μέλη του σώματος.
Και θέλοντας να το δείξει αυτό ο απόστολος Παύλος έλεγε: «κα ἐὰν επ τ ος, τι οκ εμ φθαλμός, οκ εμ κ το σώματος, -ο παρ τοτο οκ στιν κ το σώματος;(: Και εάν πει το αυτί· “επειδή δεν είμαι μάτι, δεν είμαι και δεν εξαρτώμαι από το σώμα”, μήπως παύει εξαιτίας αυτού να ανήκει στο σώμα;’’)»[Α΄Κορ.12,16]. Διότι όλα μεν τα όργανα που βρίσκονται στο σώμα μας είναι απόδειξη της σοφίας του Θεού, πολύ μάλλον ωστόσο ο οφθαλμός. Αυτό το όργανο διακυβερνά όλο το σώμα, αυτό δίνει την ωραιότητα σε όλο το σώμα, αυτό κοσμεί το πρόσωπο, αυτό είναι λύχνος όλων των μελών· διότι εκείνο ακριβώς, το οποίο είναι ο ήλιος στην οικουμένη, αυτό είναι ο οφθαλμός στο σώμα. Αν σβήσεις τον ήλιο τα πάντα αφανίζεις και συνταράσσεις· αν σβήσεις τους οφθαλμούς, και τα πόδια είναι άχρηστα, και τα χέρια, και η ψυχή· διότι εξαφανίζεται η γνώση, όταν αχρηστευθούν αυτά· διότι δι’ αυτών έχουμε γνωρίσει τον Θεό· « τ γρ όρατα ατο π κτίσεως κόσμου τος ποιήμασι νοούμενα καθορται(:διότι από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, οι αόρατες τελειότητες του Θεού γίνονται καθαρά αισθητές με τη διάνοια διαμέσου των δημιουργημάτων)»[Ρωμ,1,20].Επομένως ο οφθαλμός δεν είναι μόνο λύχνος στο σώμα, αλλά περισσότερο από το σώμα λύχνος στην ψυχή. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς όπως σε ένα βασιλικό μέρος έχει εγκατασταθεί, αφού έλαβε την ανώτερη θέση και προΐσταται των άλλων αισθήσεων.
Τούτο λοιπόν διαπλάσσει. Έπειτα, για να μη νομίσει ότι έχει ανάγκη από ύλη, όταν δημιουργεί, και για να μάθεις ότι ούτε εξαρχής είχε ανάγκη πηλού, διότι Εκείνος, ο οποίος παρήγαγε τις σπουδαιότερες ουσίες, οι οποίες δεν υπήρχαν, πολύ περισσότερο αυτήν την ουσία άνευ ύλης τη δημιούργησε, για να μάθεις λοιπόν ότι δεν κάνει αυτό εξ ανάγκης, αλλά θέλοντας να διδάξει ότι Αυτός είναι ο εν αρχή Δημιουργός, αφού επέχρισε τον πηλό στα μάτια του τυφλού, λέγει: «παγε νίψαι(:πήγαινε και νίψου)»[Ιω.9,11], «για να γνωρίσεις ότι δεν έχω ανάγκη πηλού για να δημιουργήσω οφθαλμούς, αλλά για να φανερωθεί με αυτό η δόξα μου». Απόδειξη δε ότι ομιλεί για τον Εαυτό Του, όταν λέγει «για να φανερωθεί η δόξα του Θεού» είναι ότι πρόσθεσε: «μ δε ργάζεσθαι τ ργα το πέμψαντός με(:εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα του Θεού ο οποίος με έστειλε στον κόσμο)», δηλαδή «Εγώ πρέπει να φανερώσω τον Εαυτό μου και να πράξω εκείνα τα οποία δύνανται να αποδείξουν ότι εγώ πράττω τα ίδια με τον Πατέρα, όχι παρόμοια, αλλά τα ίδια, πράγμα το οποίο είναι απόδειξη μεγαλύτερης ισότητας, και το οποίο λέγεται επί πραγμάτων που δεν έχουν ούτε την ελάχιστη διαφορά)».
Ποιος λοιπόν στο εξής θα βλέπει με αμφισβήτηση, όταν παρατηρεί ότι Αυτός δύναται τα ίδια με τον Πατέρα να επιτελεί; Διότι δεν έπλασε μόνο οφθαλμούς, ούτε άνοιξε αυτούς μόνο, αλλά χάρισε και την όραση, πράγμα το οποίο αποτελεί απόδειξη ότι και ψυχή ενεφύσησε στον άνθρωπο· διότι όταν εκείνη δεν ενεργεί, ο οφθαλμός, και αν ακόμη είναι τέλειος, δεν δύναται να δει τίποτε ποτέ. Ώστε και την ενέργεια της ψυχής χάρισε και έδωκε μέλος, το οποίο έχει τα πάντα, και αρτηρίες, και νεύρα, και φλέβες, και αίμα, και όλα τα άλλα, εκ των οποίων αποτελείται το σώμα μας.
«Ἐμὲ δε ργάζεσθαι τ ργα το πέμψαντός με ως μέρα στίν(:Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα προς σωτηρία του ανθρώπου,έργα του Θεού, ο οποίος με έστειλε στον κόσμο, έως ότου είναι ημέρα)»[Ιω.9,4].Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά; Ποια συνέπεια επίσης έχουν; Πολλή. Διότι εκείνο, το οποίο λέγει, έχει περίπου την εξής σημασία: «Ενόσο ακόμη μπορούν οι άνθρωποι να πιστεύουν σε εμένα, ενόσο συνεχίζεται αυτή η ζωή, πρέπει να εργάζομαι». «ρχεται νξ τε οδες δύναται ργάζεσθαι(:Έρχεται η νύκτα, δηλαδή η εκδημία από τον κόσμο αυτόν, κατά την οποία κανένας από τους ανθρώπους δεν μπορεί να πραγματοποιεί έργα)»[Ιω.9,4]. Δεν είπε: «όταν εγώ δε θα μπορώ να εργάζομαι», αλλά «όταν κανείς δε θα μπορεί να εργάζεται», δηλαδή δεν ισχύουν πλέον η πίστη, ούτε οι κόποι, ούτε η μετάνοια. Διότι επειδή έργο εννοεί την πίστη, λένε σε Αυτόν: «τί ποιμεν να ργαζώμεθα τά ργα το Θεο;(:Τι να κάνουμε ώστε να εργαζόμαστε τα έργα που θέλει ο Θεός;)»[Ιω.6,28].Απαντά: «τοτό στι τ ργον το Θεο, να πιστεύσητε ες ν πέστειλεν κενος(:αυτό είναι το έργο του Θεού, που θέλει ο Θεός, να πιστεύετε σε Αυτόν που Εκείνος έχει στείλει)»[Ιω.6,29].Πώς λοιπόν το έργο αυτό κανένας δε θα μπορεί να το εργάζεται τότε; Διότι ούτε η πίστη ισχύει, αλλά και εκόντες και άκοντες θα υπακούσουν στον Θεό.
Για να μην πει λοιπόν κάποιος ότι αυτό το κάνει από φιλοδοξία, δείχνει ότι όλα τα κάνει από ενδιαφέρον γι’αυτούς που έχουν τη δυνατότητα μόνο εδώ να πιστέψουν και δεν μπορούν πλέον εκεί να έχουν καμία ωφέλεια. Για τον λόγο αυτό δεν το έκανε, εκείνο το οποίο έκανε, αφού ήλθε προς Αυτόν ο τυφλός. Διότι ότι ήταν μεν άξιος να θεραπευθεί, και εάν έβλεπε, θα πίστευε και θα προσερχόταν, και εάν άκουγε από κάποιον ότι ήταν παρών ο Ιησούς εκεί κοντά τότε, ούτε τότε θα έδειχνε αμέλεια, είναι φανερό εκ των ακολούθων σημείων, δηλαδή εκ της ανδρείας και εξ αυτής της πίστεως· διότι και ήταν φυσικό να σκεφθεί αυτός και να πει: «Τι είναι τέλος πάντων αυτό; Πηλό έφτιαξε και μου επέχρισε τους οφθαλμούς, και μου είπε: ‘’Πήγαινε και νίψου’’· δεν μπορούσε να με θεραπεύσει και μετά να με στείλει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ; Πολλές φορές νίφθηκα εκεί μαζί με άλλους πολλούς και καμία ωφέλεια δεν αποκόμισα μαζί τους· εάν είχε κάποια δύναμη, θα με θεράπευε ενώ ήταν ο ίδιος παρών, πράγμα που και ο Νεεμάν έλεγε προς τον Ελισσαίο. Διότι και εκείνος, αφού έλαβε εντολή να πάει και να λουσθεί στον Ιορδάνη, δυσπιστούσε, και όλα αυτά τη στιγμή που τόση φήμη υπήρχε περί του Ελισσαίου»[Δ΄Βασ. 5,10-11: «κα πέστειλεν λισαι γγελον πρς ατν λέγων· πορευθες λοσαι πτάκις ν τ ορδάν, κα πιστρέψει σάρξ σού σοι, κα καθαρισθήσῃ. καὶ ἐθυμώθη Ναιμὰν καὶ ἀπῆλθε καὶ εἶπεν· ἰδοὺ εἶπον ὅτι πρός με πάντως ἐξελεύσεται καὶ στήσεται καὶ ἐπικαλέσεται ἐν ὀνόματι Θεοῦ αὐτοῦ καὶ ἐπιθήσει τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τὸν τόπον καὶ ἀποσυνάξει τὸ λεπρόν· κα θυμώθη Ναιμν κα πλθε κα επεν· δο επον τι πρός με πάντως ξελεύσεται κα στήσεται κα πικαλέσεται ν νόματι Θεο ατο κα πιθήσει τν χερα ατο π τν τόπον κα ποσυνάξει τ λεπρόν· (:Ο Ελισαίος έστειλε αγγελιοφόρο προς αυτόν και του είπε:’’ πήγαινε να λουστείς επτά φορές στον Ιορδάνη και θα θεραπευτείς από τη λέπρα σου και θα επανέλθει υγιής η σάρκα σου. Και οργίστηκε ο Ναιμάν, έφυγε και είπε: ‘’ιδού εγώ νόμισα και είπα ότι αυτός θα εξέλθει οπωσδήποτε σε συνάντησή μου, θα σταθεί και θα επικαλεστεί ενώπιόν μου το όνομα του Θεού του, θα θέσει το χέρι αυτού στο ασθενές μου σώμα, θα περιμαζέψει έτσι και θα θεραπεύσει τη λέπρα μου)»].
Όμως ο τυφλός δεν έδειξε απιστία, ούτε έφερε αντίρρηση, ούτε διαλογίστηκε μέσα του: «Τι είναι τούτο, τέλος πάντων; Ήταν ανάγκη να θέσει πηλό επί των οφθαλμών μου; Αυτό περισσότερο μπορεί να τυφλώσει· ποιος βρήκε το φως του ποτέ με αυτόν τον τρόπο;». Όμως τίποτε από αυτά δε σκέφθηκε. Είδες πίστη σταθερή και προθυμία;
«ρχεται νξ»[Ιω.9,4]. Δείχνει από αυτά τα λόγια ότι και μετά τον σταυρό πρόκειται να λάβει πρόνοια για τους ασεβείς και πολλούς να προσελκύσει στην πίστη· «τι γάρ μέρα στίν». Μετά δε από αυτό τελείως τους απομακρύνει από κοντά Του.Και θέλοντας να δηλώσει αυτό, έλεγε : «Όσο καιρό είμαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου»· πράγμα που έλεγε και προς άλλους: « ως τ φς χετε, πιστεύετε ες τ φς, να υο φωτς γένησθε(:έως ότου έχετε μεταξύ σας το Φως, πιστεύετε στο Φως, δηλαδή σε εμένα,που είμαι το φως του κόσμου, για να γίνετε και εσείς παιδιά του φωτός, φωτισμένοι από τη διδασκαλία μου)»[Ιω.12,36]
Γιατί λοιπόν ο απόστολος Παύλος ονόμασε «νύκτα» την παρούσα ζωή, ενώ εκείνη(δηλαδή τη μέλλουσα) ονόμασε ημέρα; Όχι αντιτιθέμενος προς τον Χριστό, αλλά λέγοντας τα ίδια, αν και όχι με τα ίδια λόγια, όμως με τις ίδιες έννοιες· διότι και λέγει: « νξ προέκοψεν, δ μέρα γγικεν(:η νύκτα, δηλαδή η παρούσα ζωή, που ομοιάζει με νύχτα, έχει πλέον προχωρήσει· η δε ημέρα της μελλούσης ζωής και της εκδημίας μας προς τον ουρανό πλησίασε)»[Ρωμ.13,12], εφόσον επρόκειτο να απολαύσουν το φως εκείνο της μελλούσης ζωής· και «νύκτα» αποκαλεί τον παλαιό βίο· διότι λέγει: «ποθώμεθα ον τ ργα το σκότους(:ας αποθέσουμε και ας πετάξουμε από την ψυχή μας και τη ζωή μας τα έργα του σκότους)»[Ρωμ.13,12].Βλέπεις ότι λέγει ότι για εκείνους είναι νύκτα. Γι' αυτό λέγει: «ς ν μέρ εσχημόνως περιπατήσωμεν(:Ας ζούμε και ας φερόμαστε με ευπρέπεια και σεμνότητα, όπως εκείνος, που περιπατεί κατά το διάστημα της ημέρας και τον βλέπουν οι άνθρωποι)»[Ρωμ.13,13], για να απολαύσουμε το φως εκείνο· διότι εάν τούτο το φως είναι τόσο ωραίο, σκέψου πόσο ωραίο θα είναι εκείνο· διότι όσο από το φως του λύχνου, το ηλιακό είναι ανώτερο, τόσο και πολύ περισσότερο θα είναι εκείνο ανώτερο από αυτό. Και θέλοντας να δείξει τούτο ο Κύριος έλεγε ότι « λιος σκοτισθήσεται(:ο ήλιος θα σκοτισθεί)»,δηλαδή λόγω της υπεροχής εκείνης της άφθονης λαμπρότητας δε θα φανεί ούτε ο ήλιος.
Εάν όμως τώρα εμείς για να έχουμε φωτεινές οικίες και ευάερες, δαπανούμε άπειρα χρήματα οικοδομώντας, ταλαιπωρούμενοι, να σκεφθείς πώς πρέπει και τα σώματά μας να δαπανούμε, για να οικοδομηθούν για εμάς λαμπρές οικίες στους ουρανούς,όπου επικρατεί εκεί το φως το ανέκφραστο· διότι εδώ μεν και μάχες και φιλονικίες γίνονται για τα όρια και τους τοίχους, εκεί όμως δε γίνεται τίποτε παρόμοιο, δεν υπάρχει φθόνος, ούτε ζηλοτυπία· κανείς δε θα φιλονικήσει με εμάς για σύνορα κτημάτων.
Και αυτή μεν την οικία είμαστε αναγκασμένοι να την εγκαταλείψουμε οπωσδήποτε κάποια στιγμή, ενώ εκείνη θα παραμένει διαρκώς· και αυτή μεν κατ̉’ ανάγκην καταστρέφεται από τον χρόνο και υφίσταται μύριες ζημίες, ενώ εκείνη μένει αιωνίως άφθαρτος· και αυτήν μεν δεν μπορεί πτωχός να την οικοδομήσει, ενώ εκείνη μπορεί να την οικοδομήσει και με δύο οβολούς, όπως ακριβώς η χήρα. Για τούτο λυπούμαι υπερβολικά, διότι αν και βρίσκονται μπροστά μας τόσα αγαθά, ραθυμούμε και αδιαφορούμε, και πράττουμε μεν τα πάντα για να έχουμε εδώ λαμπρές οικίες, αδιαφορούμε όμως και δεν φροντίζουμε να αποκτήσουμε στους ουρανούς έστω και ένα μικρό κατάλυμα.
Πες μου λοιπόν, πού θα ήθελες να έχεις οικία, εδώ; Άραγε στην ερημιά ή σε μία από τις μικρές πόλεις; Εγώ τουλάχιστον δεν το νομίζω, αλλά θα ήθελες να έχεις στις βασιλικότατες και μεγάλες πόλεις, όπου υπάρχει περισσότερο εμπόριο και μεγαλύτερη πολυτέλεια. Αλλά εγώ σε οδηγώ σε μίαν τέτοια πόλη, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός. Εκεί σε παρακαλώ να κτίζεις και να οικοδομείς με λιγότερα χρήματα και λιγότερο κόπο. Εκείνη την οικία την οικοδομούν τα χέρια των πτωχών και αυτό προ πάντων είναι οικοδομή· διότι αυτά που γίνονται τώρα, είναι δείγματα της πιο φοβερής παραφροσύνης. Καθόσον εάν κάποιος σε οδηγούσε στην περσική γη για να δεις τα εκεί και να επανέλθεις και στη συνέχεια σε διέτασσε να κτίσεις οικία, άραγε δεν θα απέδιδες σε αυτόν την πιο μεγάλη ανοησία, με το να σε διατάσσει να κάνεις άσκοπες δαπάνες; Πώς λοιπόν κάνεις το ίδιο πράγμα στην γη, την οποία μετά από ολίγον θα εγκαταλείψεις;
«Αλλά», λέγει, «θα την αφήσω στα παιδιά μου». Όμως και εκείνα μετά από ολίγον από σένα θα την εγκαταλείψουν, πολλές φορές μάλιστα και πριν από σένα, και ομοίως και οι μετά από εκείνους. Και αυτό το πράγμα γίνεται για σένα αιτία απογοητεύσεως, όταν δεν δεις τους κληρονόμους σου να κατέχουν αυτά. Εκεί όμως τίποτε παρόμοιο δεν είναι δυνατόν να φοβηθείς, αλλά μένει σταθερό αυτό που απέκτησες και σε εσένα και στα παιδιά σου και στα εγγόνια σου, αν επιδείξουν την ίδια αρετή. Την οικοδόμηση εκείνης της οικίας την κάνει ο Χριστός· εάν οικοδομείς εκείνη δεν είναι ανάγκη να ορίζεις επιστάτες, ούτε να φροντίζεις, ούτε να μεριμνάς· διότι όταν ο Θεός αναλάβει το έργο, τι χρειάζεται η δική σου η φροντίδα; Εκείνος τα συγκεντρώνει όλα και κτίζει την οικία. Και δεν είναι αυτό μόνον το αξιοθαύμαστο, αλλά ότι Αυτός έτσι οικοδομεί αυτήν, όπως αρέσει σε εσένα, αλλά και περισσότερο από αυτό που σου αρέσει και από αυτό που θέλεις· διότι είναι τεχνίτης άριστος και φροντίζει πάρα πολύ για τα συμφέροντά σου. Και αν είσαι πτωχός και θελήσεις να οικοδομήσεις αυτήν την οικία, κανείς δεν θα σε φθονήσει ούτε και θα σε κακολογήσει· διότι κανείς δεν την βλέπει αυτήν από εκείνους που φθονούν, αλλά οι άγγελοι που γνωρίζουν να χαίρονται με τα δικά σου αγαθά. Κανείς δεν θα μπορέσει να εξουσιάσει αυτήν, διότι κανείς δεν κατοικεί πλησίον της από αυτούς που πάσχουν από παρόμοια νοσήματα. Γείτονες εκεί έχεις τους αγίους, αυτούς που είναι γύρω από τον Παύλο και Πέτρο, όλους τους προφήτες, τους μάρτυρες, το πλήθος των αγγέλλων και των αρχαγγέλων.
Για τούτο λοιπόν όλα τα υπάρχοντά μας ας τα δώσουμε στους φτωχούς, για να επιτύχουμε την απόκτηση αυτών των ουρανίων σκηνών· τις οποίες ας συμβεί όλοι να επιτύχουμε δια χάριτος και φιλανθρωπίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου και μετά του οποίου ανήκει η δόξα στον Πατέρα συγχρόνως με το Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΗΓΕΣ:
  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΝΣΤ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 14, σελίδες 24-41 .
  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 74, σελ. 63-76 (ή: 28-35 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLRjBhYVFMMTJuekU/view
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
πηγή:ἠλεκτρονικό ταχυδρομεῖο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου