Σελίδες

Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

21 Μαΐου Συναξαριστής. Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Ἰσαποστόλων, τῶν Ἁγίων Ἱερομαρτύρων Τιμοθέου, Πολίου καὶ Εὐτυχίου, Ἀδελφίου, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Πολυεύκτου, Βίκτωρος καὶ Δονάτου, Βόρου Ὁσίου, Ὁσπιτίου τοῦ Ἐρημίτου, Χριστοφόρου Α’ Πατριάρχου, Κωνσταντίνου καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ Μιχαὴλ καὶ Θεοδώρου τῶν Θαυματουργῶν, Κυρίλλου Β’ Ἐπισκόπου, Ἑλένης πριγκιπίσσης, Κασσιανοῦ τοῦ Ἕλληνος καὶ Θαυματουργοῦ, Βασιλείου Ἐπισκόπου, Ἀγαπητοῦ Ὁσιομάρτυρος, Παχωμίου τοῦ Νέου Ὁσιομάρτυρος, Κωνσταντίνου πρίγκιπος Βλαχίας, Κωνσταντίνου τοῦ διὰ Χριστόν σαλοῦ, Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Βλαδιμήρου, Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Πσκὼφ.

Οἱ Ἅγιοι Κωνσταντίνος ὁ Μεγάλος καὶ Ἑλένη οἱ Ἱσαπόστολοι (ἑορτὴ Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνα, Ἑλένη)

Ὡς γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὅσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὡστόσο ἡ ἅποψη ποὺ ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νὰ ἔχει γεννηθεῖ στὴ Ναϊσὸ τῆς Ἄνω Μοισίας.
Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶναι γνωστὸ, θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ.
Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρὸς, καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.
Τὸ 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ στὴ Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς, παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους καὶ ἀποσύρονται. Στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στὴ Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολὴ. Ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς πέθανε στὶς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως ποὺ δὲν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος.

Μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο, υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε στρατηγικὰ, ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.
Ἀπὸ τὴν πλευρὰ του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νὰ αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δὲν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ζητήσει βοήθεια, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, δὲν ἤξερε σὲ ποιὸν Θεὸ νὰ ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερὰ στὴ σκέψη του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζὶ τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορία.
Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, πίστευαν σὲ πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους εἶχαν τραγικὸ τέλος. Ἄρχισε, λοιπὸν, νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ, ὑψώνοντας τὸ δεξὶ του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς Τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ.
Ἐνῶ προσευχόταν, διαγράφεται στὸν οὐρανὸ μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περὶ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δειλινὸ δηλαδὴ, εἶδε στὸν οὐρανὸ τὸ τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔγραφε «τούτῳ νίκα». Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦσε νὰ κατανοήσει τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τὸν κατέλαβε ἡ νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στὸν ὕπνο του μαζὶ μὲ τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προέτρεψε νὰ
κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους.
Ἔχοντας ὡς σημαία του τὸ Χριστιανικὸ λάβαρο, ἀρχίζει νὰ προελαύνει πρὸς τὴν Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση.
Ὅταν φθάνει στὴ Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως. Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον του δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτοὺς. Πολὺ σύντομα πληροφορεῖται γιὰ τὴν πενιχρὴ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐνισχύει ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς.
Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στὰ Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία, ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιὰ ἱστορικὴ συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν ποὺ καθιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας.
Τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλὰ. Ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε νὰ ταράξει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ, ποὺ ὀνομάσθηκε ἀρειανισμὸς, κατέλυε οὐσιαστικὰ τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.
Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τὰ ὅσα θλιβερὰ συνέβαιναν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μὲ τὸν πνευματικό του σύμβουλο Ὅσιο, Ἐπίσκοπο Κορδούης τῆς Ἰσπανίας, ἐπιστολὴ στὸν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο (313-328 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἄρειο. Ἡ προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δὲν εὐδοκίμησε. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε ἡ σύγκλιση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.
Ἡ περιγραφὴ τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα. Στὸ μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. Ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη σιγὴ καὶ ὅλοι περίμεναν τὴν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορα, τὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θὰ ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορὰ. Ὁ Κωνσταντίνος εἰσῆλθε ταπεινὰ, μὲ σεμνότητα καὶ πραότητα.
Στὴν ὁμιλία του πρὸς τὴ Σύνοδο χαρακτηρίζει τὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις ὡς τὸ μεγαλύτερο δεινὸ καὶ ἀπὸ τοὺς πολέμους. Ὁ λόγος του ὑπῆρξε εὐθὺς καὶ σαφὴς. Δὲν ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ παρὰ μονάχα μὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως. Ἡ κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς συγγραφεῖς.
Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε  πρωτοβουλίες γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεών της. Ἀπέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Ἀλεξανδρείας, στὴν ὁποία γνωστοποιεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ὁ ἴδιος γνωστοποιεῖ πρὸς ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ ἀπαγορεύει τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του. Ἡ πιὸ ἐντυπωσιακή του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἄρειο. Ἐπιτιμᾶ τὸν αἱρεσιάρχη καὶ τὸν καταδικάζει μὲ αὐστηρότητα γιὰ τὶς κακοδοξίες του.
Ὅμως περὶ τὰ τέλη του 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καλεῖ τὸν Ἄρειο στὰ ἀνάκτορα. Ὁ αἱρεσιάρχης φυσικὰ δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία καὶ ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπὸ ἔντεχνες θεολογικὲς ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτὴ δὲν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ ὅσα εἶχε ἀποφασίσει ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Τελικὰ ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο, τὸ Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ., ἡ ὅποία ἀνακαλεῖ τὸν Ἄρειο ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ἐξόριστους Ἐπισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καὶ Νικαίας Θεόγνιο. Ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀρείου καὶ ἡ ἀποκατάσταση τῶν περὶ αὐτῶν πυροδότησε νέες ἔριδες στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος καὶ στὴν συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὸν Ἄρειο στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀπειλεῖ μὲ καθαίρεση τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ἐνῶ σὲ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 330 μ.Χ. καθαιρεῖται καὶ ἐξορίζεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος, Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας (τιμάται 21 Φεβρουαρίου). Ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, ποὺ συνῆλθε τὸ 335 μ.Χ., καταδικάζει ἐρήμην μὲ τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο.
Εἶναι γεγονὸς πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δὲν ἔδειξε νὰ ἀποδέχεται τὸ αἴτημα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου γιὰ ἀκρόαση. Πείσθηκε ὅμως νὰ τὸν ἀκούσει, ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τὴν ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε τὴν κατάφωρη ἀδικία καὶ τὶς ἄθλιες μεθοδεύσεις σὲ βάρος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημά τουνὰ προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοὶ τῆς Τύρου καὶ ἡ διαδικασία νὰ λάβει χώρα ἐνώπιόν του.
Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐντολὴ. Πῆρε μόνο ἐλάχιστους ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς καὶ ἐμφανίσθηκε στὸν αὐτοκράτορα. Ξέχασε ὅλες τὶς ὑπόλοιπες κατηγορίες καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔθεσε τὸ θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοῦ πρὸς τὴν Βασιλεύουσα. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καὶ ἐξορίζει τὸν Μέγα Ἀθανάσιο στὰ Τρέβιρα τῆς Γαλλίας. Παρὰ ταῦτα δὲν ἐπικυρώνει τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιὰ καθαίρεση καὶ οὔτε διατάσσει τὴν ἀναπλήρωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Ἡ τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτὴ ποὺ τὸν καταξιώνει στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας. Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 337 μ.Χ., αἰσθάνεται τὰ πρῶτα σοβαρὰ συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Οἱ πηγὲς μᾶς πληροφοροῦν πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σὲ ἰαματικὰ λουτρὰ.
Βλέποντας ὅμως τὴν ὑγεία του νὰ ἐπιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο νὰ μεταβεῖ στὴν πόλη Ἑλενόπολη τῆς Βιθυνίας, ποὺ εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς Ἁγίας μητέρας του. Ἐκεῖ παρέμεινε στὸ ναὸ τῶν Μαρτύρων, ὅπου ἀνέπεμπε ἱκετήριες εὐχὲς καὶ λιτανεῖες πρὸς τὸν Θεό.
Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀντιλαμβάνεται πὼς ἡ ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στὸ τέλος της. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας καὶ τοῦ βαπτίσματος.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καταφεύγει σὲ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας, συγκαλεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὸν ἑξῆς λόγο: «Αὐτὸς ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ προσδοκοῦσα ἀπὸ παλιὰ καὶ διψοῦσα καὶ εὐχόμουν νὰ καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας.
Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγίδα, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ συμμετάσχουμε στὸ σωτήριο σφράγισμα, πρᾶγμα ποὺ κάποτε ἐπιθυμοῦσα νὰ κάνω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, στὰ ὁποῖα, ὅπως παραδίδεται, ὁ Σωτήρας μας ἔλαβε τὸ βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον.
Ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον, μᾶς ἀξιώνει νὰ λάβουμε τὸ βάπτισμα ἐδῶ. Ἂς μὴν ὑπάρχει λοιπὸν καμία ἀμφιβολία. Γιατὶ καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νὰ συνεχισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή μας καὶ νὰ συνυπάρχω μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ πλαισιώσω τὴ ζωή μου μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς κανόνες ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεὸ».
Μετὰ τὸ βάπτισμα ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος δὲν ξαναφόρεσε τὸν αὐτοκρατορικὸ χιτώνα, ἀλλὰ παρέμεινε ἐνδεδυμένος μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του τὸ 337 μ.Χ. Ἦταν ἡ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁΕὐσέβιος τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου. Ὅλοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀφοῦ ἔσχισαν τὰ ροῦχα τους καὶ ἔπεσαν στὸ ἔδαφος, ἔκλαιγαν καὶ φώναζαν δυνατὰ, σὰν νὰ μὴν ἔχαναν τὸ βασιλέα τους, ἀλλὰ τὸν πατέρα τους.
Οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ λοχαγοὶ ἔκλαιγαν τὸν εὐεργέτη τους. Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καὶ κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως πενθοῦσε, σὰν νὰ ἔχανε τὸ κοινὸ ἀγαθὸ.
Ἀφοῦ οἱ στρατιωτικοὶ τοποθέτησαν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου σὲ χρυσὴ λάρνακα, τὸ μετέφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐναπέθεσαν σὲ βάθρο στὸν βασιλικὸ οἶκο. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Δίκαια ἡ ἱστορία τὸν ὀνόμασε Μέγα καὶ ἡ Ἐκκλησία Ἰσαπόστολο.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη γεννήθηκε στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περὶ τὸ 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς. Στὴν ἱστοριογραφία ὑπάρχει σχετικὴ διχογνωμία ὡς πρὸς τὸ ἂν ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε σύζυγος ἢ νόμιμη παλλακίδα τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ.
Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274-288 μ.Χ. γέννησε στὴ Ναϊσὸ τῆς Μοισίας τὸν Κωνσταντίνο.
Ὅταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνσταντίνος Χλωρὸς ἔγινε Καίσαρας ἀπὸ τὸν Διοκλητιανὸ, ἀναγκάσθηκε νὰ τὴν ἀπομακρύνει, γιὰ νὰ συζευχθεῖ τὴ Θεοδώρα, θετὴ κόρη τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, καὶ νὰ ἔχει ἔτσι τὸ συγγενικὸ ἐκεῖνο δεσμὸ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασφάλιζε τὴ στερεότητα τοῦ διοκλητιανοῦ τετραρχικοῦ συστήματος.
Πρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τιμοῦσε ἰδιαίτερα τὴ μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τὸν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τὴ μορφή της ἐπὶ νομισμάτων καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομά της σὲ μία πόλη τῆς Βιθυνίας.
Ἡ Ἁγία ἔδειξε τὴν εὐσέβειά τηςμὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση νέων Ἐκκλησιῶν στὴ Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἁγίων Ἀποστόλων), στὴ Βηθλεὲμ (βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως) καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν (βασιλικὴ τῆς Γεθσημανῆ).
Ἡ Ἁγία Ἑλένη πῆγε τὸ 326 μ.Χ. στὴν Ἱερουσαλὴμ, ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς.
Ἐπιστρέφοντας στὴν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο.
Ἡ Ἑγία Ἑλένη κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μᾶλλον τὸ 327 μ.Χ. σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν. Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ Ἁγία προαισθάνθηκε τὸ θάνατό της καὶ μὲ διαθήκη ἄφησε τὴν περιουσία της στὸν υἱό της καὶ τοὺς ἐγγονούς της.
Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ υἱός της μετέφερε τὸ τίμιο λείψανό της στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἐνταφίασε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ στὸν ἱερὸ ναὸ αὐτῶν στὴν κινστέρνα τοῦ Βώνου.
Οἱ Βυζαντινοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ τὴν Ἑγία Ἑλένη. Ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ Μεσαίωνα ἦταν πολύ δημοφιλὴς στοὺς Βυζαντινοὺς ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μὲ τὴ μητέρα του, ποὺ κρατοῦσαν στὸ μέσον Σταυρὸ. Ἡ παράδοση αὐτὴ διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερα μὲ τὰ κωνσταντινάτα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν Βασιλεῦσιν Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρί σου παρέθετο· ἣν περισώζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.





Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Πρῶτος πέφηνας, ἐν Βασιλεῦσι, θεῖον ἕδρασμα, τῆς εὐσεβείας, ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τὸ χάρισμα· ὅθεν Χριστοῦ τὸν Σταυρὸν ἐφανέρωσας, καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε, σὺν Μητρὶ Ἑλένῃ τῇ θεόφρονι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Κωνσταντῖνος σήμερον, σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένῃ, τὸν Σταυρὸν ἐκφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μὲν, τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δὲ, πιστῶν ἀνάκτων κατ’ ἐναντίων· δι’ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτὸν.





Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος, Πόλιος καὶ Εὐτύχιος οἱ Ἱερομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Τιμόθεος, Πόλιος καὶ Εὐτύχιος ἦταν διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ μαρτύρησαν στὴν Ἀφρικὴ σὲ ἅγνωστο χρόνο.




Ὁ Ἅγιος Ἀδέλφιος

Ὁ Ἅγιος Ἀδέλφιος ἦταν Ἐπίσκοπος Ὀνώφης καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.




Οἱ Ἅγιοι Πολύευκτος, Βίκτωρ καὶ Δονάτος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Πολύευκτος, Βίκτωρ καὶ Δονάτος μαρτύρησαν στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.




Ὁ Ὅσιος Βόρος

Ὁ Ὅσιος Βόρος εἶναι ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται μὲ τὸν Ἰσίδωρο καὶ τὸν Θεόδωρο στὸ Ἱεροσολυμιτικὸν Κανονάριον.




Ὁ Ὅσιος Ὁσπίτιος ὁ Ἐρημίτης

Ὁ Ὅσιος Ὁσπίτιος ἔζησε στὴ Γαλλία καὶ ἀσκήτεψε στὴ νῆσο τῶν Λερίνων. Γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση εἶχε δέσει τὸ σῶμα του μὲ ἁλυσίδες καὶ ἔτρωγε μόνο λίγο ἄρτο. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τοῦ χάρισε τὸ δῶρο τῆς προφητείας καὶ τῆς θαυματουργίας.
Κοιμήθηκε τὸ 580 μ.Χ., ἐνῶ κατ’ ἄλλους τὸ 681 μ.Χ.




Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος Α’, Πατριάρχης Ἀντιοχείας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Χριστόφορος ἐξελέγη Πατριάρχης Ἀντιοχείας τὸ 960 μ.Χ., κατὰ τὸ 14ο ἔτος τοῦ χαλίφη Ἀλ Μουτὶ (946-974 μ.Χ.), ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἄραβας χρονογράφος Γιαχ-γιᾶ. Τὴ νύχτα τῆς Δευτέρας πρὸς τὴν Τρίτη τοῦ 967 μ.Χ. φονεύθηκε ἀπὸ τούς Ἄραβες, ἀφοῦ κατηγορήθηκε ὅτι συνεννοεῖται μὲ τὸν αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Νικηφόρο Φωκᾶ ποὺ ἐκστράτευσε κατὰ τῆς Ἀντιοχείας καὶ τὸ τίμιο λείψανο αὐτοῦ ρίχθηκε στὸν ποταμὸ Ὀρόντη.
Ἀναφέρεται δὲ ὅτι ὁ φόνος ἔγινε στὴν οἰκία τοῦ εὐεργετηθέντος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἴμπν-Μάνικ. Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρες οἱ Χριστιανοί βρῆκαν τὸ λείψανο αὐτοῦ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια σὲ κάποια νησίδα τοῦ ποταμοῦ, κατόπιν δὲ, μετακόμισαν αὐτὸ στὴν ἐκτὸς τῆς πόλεως μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Ἐξ αἰτίας τοῦ φόβου ποὺ ἐπικράτησε μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν ὁ θρόνος τῆς Ἀντιόχειας παρέμεινε κενὸς ἐπὶ δύο ἔτη καὶ δέκα μῆνες.




Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ Μιχαὴλ καὶ Θεόδωρος οἱ Πρίγκιπες καὶ Θαυματουργοὶ

Οἱ Ἅγιοι μακάριοι πρίγκιπες Κωνσταντίνος καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, Μιχαὴλ καὶ Θεόδωρος, ἔζησαν κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία. Ὁ μακάριος Κωνσταντίνος, ἀπόγονος τοῦ ἰσαποστόλου πρίγκιπα Βλαδίμηρου, ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸν πρίγκιπα Σβιατοσλάβο τοῦ Τσέρνιγκωφ, νὰ γίνει ἡγεμόνας τῆς πόλεως Μούρωμ, ποὺ κατοικεῖτο ἀπὸ εἰδωλολάτρες, μὲ σκοπὸ νὰ διαφωτίσει τοὺς κατοίκους καὶ νὰ διαδώσει σὲ αὐτοὺς τὴ χριστιανικὴ πίστη.
Ὁ πρίγκιπας ἔστειλε στὸ Μούρωμ, ὡς ἀπεσταλμένο του, τὸν υἱό του Μιχαὴλ, ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες τὸν σκότωσαν.
Ὅταν ὁ πρίγκιπας Κωνσταντίνος ἔφθασε κοντά στὰ τείχη τῆς πόλεως μὲ τὸ στρατό του, οἱ κάτοικοι ὑποτάχθηκαν καὶ τὸν ἀποδέχθηκαν, ἀλλὰ γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα ἀντιστέκονταν στὴν ἀλήθεια καὶ παρέμεναν στὸ σκότος καὶ τὴν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας. Κάποια στιγμὴ πλησίασαν τὴν οἰκία τοῦ πρίγκιπα μὲ σκοπὸ νὰ τὸν δολοφονήσουν. Ὅμως αὐτὸς, ἀτρόμητος, ἐμφανίσθηκαν μπροστά τους κρατώντας στὰ χέρια του τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Μούρωμ. Ξαφνικὰ οἱ εἰδωλολάτρες ὑποτάχθηκαν καὶ βαπτίσθηκαν Χριστιανοὶ στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Ὀκὰ.
Στὸ σημεῖο ποὺ σκοτώθηκε ὁ υἱός του, ὁ Μιχαὴλ, ὁ πιστὸς πρίγκιπας Κωνσταντίνος, ἔκτισε ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ ἀργότερα ἀνήγειρε ἄλλο ναὸ ἀφιερωμένο στοὺς Ἁγίους Βόριδα καὶ Γκλέμπ.
Ὁ μακάριος πρίγκιπας κατέβαλε πολλές προσπάθειες γιὰ τὴν ἐξάπλωση τῆς χριστιανικῆς πίστεως στοὺς κατοίκους τοῦ Μούρωμ. Στὸ ἱεραποστολικὸ αὐτὸ ἔργο τὸν βοηθοῦσε μὲ ἔνθερμο ζῆλο ὁ υἱός του, πρίγκιπας Θεόδωρος.
Τὸ 1129 ὁ πρίγκιπας Κωνσταντίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, δίπλα στοὺς υἱούς του, τοὺς Ἁγίους Μιχαὴλ καὶ Θεόδωρο.





Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Β’, Ἐπίσκοπος Ροστὼβ

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ποίμανε θεοφιλῶς τὴν Ἐπισκοπὴ τοῦ Ροστὼβ κατὰ τὰ ἔτη 1231-1262. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος, ἐνῶ ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Βολοντυμὺρ. Ὁ Ἅγιος διακρίθηκε γιὰ τὸν ἀσκητικὸ βίο του καὶ τὸ χάρισμα τοῦ κηρύγματος. Πλήθη λαοῦ συνέτρεχαν ἀπὸ τὸ Ροστὼβ καὶ τὶς γύρω περιοχὲς, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ὠφεληθοῦν πνευματικὰ. Ἔτσι βαπτίσθηκε Χριστιανὸς καὶ ὁ πρίγκιπας Πέτρος Ὀρντύνσκ.
Ὁ Ἅγιος συνέγραψε καὶ θεολογικὰ ἔργα, ὅπως περὶ τοῦ θείου φόβου καὶ τῆς δυνάμεως καὶ προνοίας τοῦ Θεοῦ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1262.




Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἡ πριγκίπισσα

Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Σέρβου βασιλέως Στεφάνου Γ’ Οὔρεση (1321-1331) καὶ εἶχε μακρινὴ συγγένεια μὲ τὸν Ὅσιο Ἰωάσαφ τὸν Μετεωρίτη (τιμάται 20 Ἀπριλίου). Ἔζησε ὁσιακὰ καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά της φυλάσσονται μὲ εὐλάβεια στὴ μονὴ Ντεκάνι.










Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς ὁ Ἕλληνας καὶ Θαυματουργὸς

Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς τοῦ Οὔγκλιχ, κατὰ κόσμο Κωνσταντίνος, ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς καὶ ἀπόγονος τῆς πριγκιπικῆς οἰκογένειας τῶν Μανκουτίων. Συμμετεῖχε στὴ Βυζαντινὴ ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία μετέβη στὴ Μόσχα, στὸν μεγάλο πρίγκιπα Ἰβὰν Γ’ Βασίλεβιτς (1438-1505), ὁ ὁποῖος μὲ τὸν γάμο του μὲ τὴν Σοφία Παλαιολογίνα τὸ 1472, συγγένεψε μὲ τὴν τελευταία Βυζαντινὴ δυναστεία καὶ ἔλαβε ὡς ἔμβλημά του τὸ δικέφαλο ἀετὸ.
Ἀποφασίζοντας ὁ Κωνσταντίνος νὰ ἀφιερώσει τὴν ζωή του στὸν Θεὸ, παρέμεινε στὴν δικαστικὴ ὑπηρεσία τοῦ τσάρου τῆς Μόσχας ζώντας κοντὰ στὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Ροστώβ Ἰωάσαφ.
Ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος Ἰωάσαφ ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Θεράποντος, ὁ Κωνσταντίνος ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ τὸν ἀκολούθησε. Ἔγινε μοναχὸς μετὰ ἀπὸ ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα, στὸ ὁποῖο εἶδε τὸν Ὅσιο Μαρτινιανὸ (κοιμήθηκε τὸ 1483) νὰ τὸν καλεῖ στὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Κασσιανὸς.
Μετὰ ἀπὸ μία χρονικὴ περίοδο ἄφησε τὴ μονὴ καὶ ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στὴν πόλη Οὔγκλιχ, στὴ συμβολὴ τῶν ποταμῶν Βόλγα καὶ Οὔχμα, ὅπου ἵδρυσε μοναστήρι πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας τοῦ βίου του διαδόθηκε εὐρέως καὶ πολλοὶ τὸν ἐπισκέπτονταν, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του καὶ νὰ ἀκούσουν τὶς πνευματικὲς νουθεσίες του.
Ὁ Ὅσιος δεχόταν τὸν καθένα μὲ περισσὴ ἀγάπη καὶ μὲ διάκριση τὸν ὁδηγοῦσε πρὸς τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας.
Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γήρας, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ 1504, ἡμέρα τῆς μνήμης του. Ἡ μνήμη του κατὰ τὴν 21η Μαΐου ἑορτάζεται, ἐπειδὴ στὸ κοσμικό του ὄνομα ὀνομαζόταν Κωνσταντίνος, πρὸς τιμὴν τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου.
Ἡ μνήμη τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Κασσιανοῦ ἑορτάζεται στὶς 23 Αὐγούστου.





Ὁ Ἅγιος Βασίλειος Ἐπίσκοπος Ριαζὰν καὶ Μουρὼμ

Ἡ Ἐκκλησία τιμάει τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, Ἐπισκόπου Ριαζάν καὶ Μουρὼμ, στὶς 12 Ἀπριλίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.




Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Ἀγαπητὸς τοῦ Μαρκοῦσεφ, ἕζησε στὴ Ρωσία περὶ τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ. Ἀρχικὰ ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Βόριδος καὶ Γκλὲμπ τοῦ Σολφυτσεγκόντσκ καὶ μαρτύρησε τὸ 1584.
Τὸ 1576, ὅταν ὁ Ἅγιος ἀσθένησε βαριὰ, ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Θαυματουργοῦ, ποὺ ὀνομάζεται Βελικορέσκαγια καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πάει στὸν ποταμὸ Μαρκούζα καὶ νὰ ἱδρύσει ἐκεῖ ἕνα καινούργιο μοναστήρι.
Ὁ Ὅσιος, θεραπευμένος τὴν ἴδια στιγμὴ, ἐκπλήρωσε τὸ καθῆκον ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ, κατασκευάζοντας πρῶτα ἕνα ξύλινο παρεκκλήσι καὶ ἀργότερα, τὸ 1578, δυὸ ναοὺς ἀφιερωμένους μὲ σεβασμὸ στὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ στὸν Ἅγιο Προκόπιο τοῦ Οὔγκλιχ.
Τὸ ἴδιο ἔτος, ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς πῆγε στὴ Μόσχα, γιὰ νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν τσάρο ἕνα χῶρο καὶ τὴν ἄδεια νὰ κατασκευάσει στὸν ποταμὸ Λόχτα ἕνα μύλο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ ἐξασφάλιζε τὴ συντήρησή του τὸ μοναστήρι. Ἔτσι καὶ ἔγινε.
Ὅμως οἱ κάτοικοι τοῦ διπλανοῦ χωριοῦ, τοῦ Καλίνιν, ἀπὸ τὸ φόβο ὅτι τὰ κτήματά τους θὰ προσαρτόνταν στὸ μοναστήρι, συνωμότησαν νὰ σκοτώσουν τὸν Ὅσιο Ἀγαπητὸ. Ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἕναν βλάσφημο χωρικὸ, ποὺ ὀνομαζόταν Βόγκνταν Λγιάτσωφ, ἐπιτέθηκαν στὸν Ὅσιο Ἀγαπητὸ κοντὰ στὸν μύλο στὶς 21 Μαΐου 1584, τὸν σκότωσαν καὶ ἔριξαν τὸ λείψανό του στὸν ποταμό Οὐστγίγκα. Οἱ μοναχοὶ βρῆκαν τὸ τίμιο σκήνωμα καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια σὲ ἕνα παρεκκλήσι, τὸ ὁποῖο ἀνυψώθηκε ἀνάμεσα στοὺς δύο ναοὺς τοῦ μοναστηριοῦ.
Τὸ 1712, ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Χολμογκόρυ Βαρνάβας, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τὸ μοναστήρι, συνέλεξε πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸ βίο τοῦ Ὁσίου Ἀγαπητοῦ καὶ σχετικὰ μὲ ὅλα τὰ θαύματα τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἔτσι, τὸ 1715 μὲ ἐντολὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐπισκόπου συντάχθηκε ὁ βίος τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀγαπητοῦ.





Ὁ Ἅγιος Παχώμιος ὁ Νέος ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παχώμιος καταγόταν ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς φιλόθεους καὶ εύσεβεῖς. Ὑπηρετώντας ὡς στρατιώτης στὸ Ρωσικὸ στρατὸ, συνελήφθηκε αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Τατάρους, πουλήθηκε σὲ κάποιον Τοῦρκο βυρσοδέψη, ὁ «ποῖος τὸν ἔφερε στὴν πατρίδα του Οὐσάκι τῆς Φιλαδελφείας.
Ὁ Ἅγιος παρέμεινε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Τούρκου ἐπὶ εἴκοσι ἑπτὰ ἔτη, ὑπομένοντας βασανιστήρια καὶ ἐξευτελισμοὺς καὶ πιεζόταν καθημερινὰ νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Αὐτὸς ὅμως παρέμενε ἀκλόνητος στὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ ἀφέντης του ἀπηύδησε, τὸν ἄφησε ἐλεύθερο.
Ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νὰ ἀναχωρήσει, ἀσθένησε, καὶ Τοῦρκοι, ποὺ ἐπωφελήθηκαν τὴν κατάσταση αὐτὴ, διέδωσαν ὅτι ὁ Παχώμιος ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνει Μωαμεθανὸς, πρὶν πεθάνει.
Ὅταν λοιπὸν, αὐτὸς ἀνέρρωσε, τὸν ἔντυσαν μὲ τουρκικὰ ἐνδύματα καὶ τὸν ἄφησαν ἐλεύθερο. Ἀμέσως ὁ Παχώμιος ἀναχώρησε καὶ μέσῳ Σμύρνης μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, καὶ τέθηκε ὑπὸ τὴν προστασία ἐνάρετου ἱερομονάχου, ποὺ ὀνομαζόταν Ἰωσὴφ.
Μετὰ τὴν δωδεκαετὴ παραμονὴ στὴ μονὴ, μετοίκησε στὰ Καυσοκαλύβια, μιμούμενος δὲ τὴ θαυμαστὴ πολιτεία τοῦ Ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου (τιμάται 12 Ἀπριλίου) ἔγινε ὑπόδειγμα μοναχοῦ καὶ ἦταν ἀγαπητὸς σὲ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς.
Κινούμενος ἀπὸ θεῖο ζήλο, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστὸ. Πράγματι, ἀφοῦ ἐπὶ ἕνα ἔτος δοκιμάσθηκε μὲ διάφορους Κανόνες καὶ παιδαγωγίες, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Ἰωσὴφ, μετέβη στὸ Οὐσάκι τῆς Φιλαδελφείας, στὸ μέσο δὲ τῆς ἀγορᾶς διεκήρυξε τὴν πίστη του πρὸς τὸν Χριστὸ. Ἀμέσως συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ μὲ τὴν κατηγορία τοῦ ἐξομώτου. Ὁ Μάρτυρας Παχώμιος μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀντέκρουσε τοὺς κατηγόρους του καὶ δήλωσε ὅτι οὐδέποτε ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ, ἀλλὰ ἦταν καὶ θα παρέμενε πιστὸς στὴν πατρώα εὐσέβεια μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του.
Κατόπιν τούτου ὁ κριτὴς διέταξε τὸν ἐγκλεισμό του στὴ φυλακὴ. Μετὰ τρεῖς ἡμέρες, ἀφοῦ κλήθηκε καὶ πάλι νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ δὲν τὸ ἀποδέχθηκε, καταδικάσθηκε σὲ θάνατο καὶ παραδόθηκε στὸν δήμιο. Ἔτσι ὁ Ὁσιομάρτυς Παχώμιος μαρτύρησε δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τὸ 1730, τὴν Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως.
Τὸ ἱερὸ λείψανό του τὸ παρέλαβαν μετὰ τρεῖς ἡμέρες εὐσεβεῖς Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια. Σήμερα δὲ, βρίσκεται στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Πάτμου. Τεμάχιο τοῦ ἱεροῦ τούτου λειψάνου παραχωρήθηκε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ μετακομίσθηκε  σὲ αὐτὴ ἀπὸ τὴν Πάτμο, μὲ τὴν ἔγκριση καὶ εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στὶς 26 Ἰανουαρίου 1953.





Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος ὁ Νεομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Κωνσταντίνος γεννήθηκε τὸ 1654, στὸ χωριὸ Μπρινκοβάνι τῆς Ρουμανίας καὶ διετέλεσε πρίγκιπας τῆς     Βλαχίας κατὰ τὰ ἔτη 1688-1714. Ἀπὸ τὴν ἡλικία τοῦ ἑνὸς ἔτους ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, ὁ ὁποῖος φονεύθηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1655 σὲ μία ἐξέγερση τοῦ λαοῦ έναντίον τοῦ τότε ἡγεμόνος.
Τὸν ἀνέθρεψαν ἡ μητέρα του καὶ οἱ παπποῦδες του Πάουνα καὶ Κωνσταντίνος Καντακουζηνὸς, στὴν πατρική του οἰκία, στὸ Βουκουράστι. Σπούδασε τὴν ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ γλώσσα. Μετά τὸν θάνατο τῶν δύο ἀδελφῶν του ἔμεινε κληρονόμος ὅλης τῆς περιουσίας τοῦ πατέρα του καὶ νυμφεύθηκε τὴ Μαρίκα, ἀνιψιὰ τοῦ Ἀντωνίου Βόδα ἀπὸ τὸ Ποπέστ.
Τὸ 1678, ὅταν ὁ θεῖος του Σερμπάνος Καντακουζηνὸς ἔγινε ἡγεμόνας, βοήθησε τὸν Κωνσταντίνο νὰ φθάσει στὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα.
Ἐπωφελούμενος στὴν ἀρχὴ τῆς ἡγεμονίας του ἀπὸ τὴν εἰρήνη στὴν χώρα, ἔβαλε τὰ θεμέλια γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς μονῆς Χουρὲζ, ὅπου κατασκεύασε τὴν οἰκογενειακὴ κατοικία του καὶ τὸ παρεκκλήσιό του. Ἀντιμετώπισε πολλὲς δυσκολίες καὶ πιέσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους νὰ πληρώνει μεγαλύτερο φόρο. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐργάσθηκε σκληρὰ γιὰ τὴν πολιτιστικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῆς Βλαχίας.
Τὸ 1709 συμμάχησε μὲ τὸν τσάρο Πέτρο Α’ τῆς Ρωσίας (1672-1725) ἐνάντια στοὺς Τούρκους καὶ τὸν σουλτάνο Ἀχμὲντ Γ’ (1673-1736). Ἐπειδὴ ἀρνήθηκε νὰ ἀσπασθεῖ τὴ μουσουλμανικὴ πίστη, κατηγορήθηκε γιὰ προδοσία, συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1715.
Σύμφωνα μὲ ἕνα Χρονικὸ στὶς 24 Μαρτίου 1714, τὴ Μεγάλη Τρίτη, ἦλθε στὸ Βουκουρέστι ὁ Μουσταφᾶ Ἀγᾶς, ὁ ὁποῖος τὸν συνέλαβε μαζὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά του, ὅλους τοὺς γαμπρούς του, τὴ μεγαλύτερη νύμφη του, τὸν ἐγγονό του Κωνσταντίνο καὶ τὸ θησαυροφύλακα Γιαννάκη Βακαρέσκου. Μετὰ ἀπὸ πικρὸ ταξίδι τριῶν ἐβδομάδων, ἔφθασαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου βασανίσθηκαν σκληρὰ.
Καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο στὶς 15 Αὐγούστου 1714, τὴν ἡμέρα Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Μὲ τὰ πρῶτα κτυπήματα τοῦ ξίφους ἔπεσε κάτω ἡ κεφαλὴ τοῦ θησαυροφύλακος Γιαννάκη Βασαρέσκου, κατόπιν τοῦ μεγαλύτερου υἱοῦ του καὶ ἀκολούθησαν τῶν ἄλλων τριῶν, τοῦ Στεφάνου, τοῦ Ράδου καὶ τοῦ Ματθαίου.
Τὰ ἱερὰ λείψανά τους τὰ ἔριξαν στὰ νερὰ τοῦ Βοσπόρου, ἐνῶ τὶς τίμιες κεφαλές τους τὶς κάρφωσαν σὲ κοντάρια, τὶς περιέφεραν στὶς ὁδοὺς τῆς Πόλεως, καὶ, τέλος τὶς τοποθέτησαν στὴν πρώτη πόρτα τοῦ Σεραγίου, ὅπου ἔμειναν τρεῖς ἡμέρες καὶ, κατόπιν τὶς ἔριξαν καὶ αὐτὲς στὴ θάλασσα.
Μὲ προτροπὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πῆγαν κρυφὰ εὐσεβεῖς Χριστιανοὶ καὶ, ἀφοῦ τὶς ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ τὶς ἐνταφίασαν μυστικὰ στὴ νῆσο Χάλκη, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς μονῆς τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία εἶχε κτίσει ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Ε’ ὁ Παλαιολόγος (1341-1391).
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Μάρτυρα Κωνσταντίνου καὶ τῶν θείων του μετεκομίσθηκαν μυστικὰ στὴ Ρουμανία ἀπὸ τὴ σύζυγό του Μαρίκα τὸ 1720, τὸν καιρὸ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Νικολάου Μαυροκορδάτου καὶ τοποθετήθηκαν στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Νέου.




Ὁ Ἅγιος Κωνστανίνος ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς

Δὲν ὑπάρχουν ἀρκετὲς ἁγιολογικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν Ἅγιο Κωνσταντίνο, τὸν διὰ Χριστὸν σαλὸ, ὁ ὁποῖος ἔζησε στὴ Ρωσία, στὴν περιοχὴ τοῦ Νοβοτορζανὶν, κατὰ τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ., καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Διάφορα ἁγιολογικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν Ἅγιο Κωνσταντίνο μᾶς δίδει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Δημήτριος Σαμπίκιν στὸ Μηνολόγιο καὶ Πατερικὸν τοῦ Τβὲρ.





Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Βλαδιμήρου

Ἡ παράδοση ἀποδίδει τὴν ἱστόρηση τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας τοῦ Βλαδιμήρου στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, τῆς ὁποίας ἀντίγραφο τοῦ πρωτοτύπου βρισκόταν στὸ ναὸ τῆς Ἐλεούσας Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ κτίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐοκράτορα Ἰωάννη Β’ Κομνηνὸ (1118-1143). Ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὸ Κίεβο, περὶ τὸ 1131, ὡς γαμήλιο δῶρο στὸ μεγάλο πρίγκιπα Βλαδίμηρο.
Ἡ εἰκόνα εἶναι μία Βρεφοκρατούσα τοῦ τύπου τῆς Ἐλεούσας. Ἀρχικὰ τὴν τιμοῦσαν στὴ γυναικεία μονὴ τοῦ Βόσγκοροντ. Τὸ 1155, στοὺς χρόνους τοῦ πρίγκιπα Ἀνδρέα Μπογκολιούμπσκϊυ, τὴν ἔφεραν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς πόλεως τοῦ Βλαδιμήρου καὶ τὸ 1395 ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στὴ Μόσχα. Μπροστά της ἀνακηρύσσονταν οἱ Πατριάρχες καὶ στέφονταν οἱ τσάροι. Τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ., μετὰ ἀπὸ διαμαρτυρίες καὶ ἀπαίτηση τῶν κατοίκων τοῦ Βλαδιμὶρ, ποὺ ζητούσαν τὴν εἰκόνα τους, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας (Ρούμπλιεφ) ἁγιογράφησε ἕνα ἀντίγραφο, τὸ ὁποῖο τοποθέτησε στὸ Βλαδιμὶρ στὴ θέση τοῦ πρωτοτύπου.
Ἡ εἰκόνα τοῦ Βλαδιμήρου τιμᾶται, ἐπίσης, στὶς 23 Ἰουνίου, γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Μόσχας ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ χάνου Ἀκμὰτ (1480) καὶ στὶς 26 Αὐγούστου, γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ταμερλάνου (1395).





Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Τρυφερῆς

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τρυφερῆς βρέθηκε τὸ 1521 στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων καὶ μεταφέρθηκε στὴν πόλη τοῦ Πσκὼφ ἀπὸ τοὺς εὐλαβεῖς Χριστιανοὺς Βασίλειο καὶ Θεόδωρο. Τιμᾶται ἰδιαίτερα, ἀφοῦ θεωρεῖται προστάτιδα τῆς πόλεως κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιορκίας αὐτῆς ἀπὸ τὸν Πολωνὸ βασιλέα Στέφανο Μπάθορυ (1533-1586).
Ἡ εἰκόνα τιμᾶται, ἐπίσης, καὶ στὶς 7 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Πσκὼφ ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ναπολέοντα, τὸ 1812.






synaxarion.gr 
anavaseis.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου