Σελίδες

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος, Ἑρμηνεία Ἁγίου Ἰωάννου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου, Μέρος Δεύτερο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ, μέρος β΄
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ [Μέρος Δεύτερο: υπομνηματισμός των χωρίων Ιω.4,13-20]

( Ομιλία ΛΒ΄από το Υπόμνημα του Ιερού Χρυσοστόμου στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο )

«πεκρίθη ησος κα επεν ατ· πς πίνων κ το δατος τούτου διψήσει πάλιν· ς δι᾿ ν πί κ το δατος ο γ δώσω ατ, ο μ διψήσ ες τν αἰῶνα, λλ τ δωρ δώσω ατ, γενήσεται ν ατ πηγ δατος λλομένου ες ζων αώνιον(:Απάντησε ο Ιησούς και της είπε:’’ Καθένας που πίνει από το νερό αυτό, θα διψάσει πάλι. Εκείνος όμως που θα πιει από το νερό, το οποίο εγώ θα του δώσω, δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που εγώ θα του δώσω, θα μεταβληθεί μέσα του σε αστείρευτη πηγή πνευματικού ύδατος, που θα αναβλύζει πάντοτε και θα του χαρίζει αιώνια ζωή’’)»[Ιω.δ’,13-14].
Τη χάρη του Αγίου Πνεύματος η Αγία Γραφή άλλοτε μεν την ονομάζει «πῦρ», και άλλοτε «ὕδωρ», επειδή θέλει να δείξει ότι τα ονόματα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν την ουσία, αλλά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Διότι το Άγιο Πνεύμα δεν αποτελείται από διάφορες ουσίες, επειδή είναι αόρατο και μονοειδές. Το ένα όνομα το δίνει ο Ιωάννης ο Βαπτιστής όταν λέγει: «ατς μς βαπτίσει ν Πνεύματι γί κα πυρί(:Αυτός θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο και με το πυρ της χάριτος (που κατακαίει την αμαρτία, καθαρίζει και ζωογονεί την ψυχή)»[Ματθ. 3,11], ενώ το άλλο το δίδει ο Χριστός: « πιστεύων ες μέ, καθς επεν γραφή, ποταμο κ τς κοιλίας ατο εύσουσιν δατος ζντος. τοτο δ επε περ το Πνεύματος ο μελλον λαμβάνειν ο πιστεύοντες ες ατόν(: Εκείνος που πιστεύει σε εμένα, όπως είπε και η Γραφή, θα γίνει αστείρευτη πνευματική πηγή· και από την καρδιά του θα αναβλύζουν και θα τρέχουν ποταμοί από ολόδροσο τρεχούμενο νερό. Αυτό το είπε ο Κύριος για το Άγιο Πνεύμα, το οποίο έμελλαν να λάβουν όσοι θα πίστευαν σε Αυτόν, διότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος, που αναγεννά και σώζει, δεν είχε ακόμη δοθεί σε κανένα, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθεί με τη μεγάλη θυσία και με την ένδοξη ανάληψή Του)»[Ιω.7,38-39] .

Έτσι συνομιλώντας με τη Σαμαρείτιδα ονομάζει το Άγιο Πνεύμα «ὕδωρ»: «ς δι᾿ ν πί κ το δατος ο γ δώσω ατ, ο μ διψήσ ες τν αἰῶνα(:Εκείνος που θα πιει από το νερό, το οποίο εγώ θα του δώσω, δε θα διψάσει ποτέ)». Και αποκαλεί το Άγιο Πνεύμα έτσι, διότι με τη λέξη «πῦρ» υπαινίσσεται τη δύναμη και τη θερμότητα της χάριτος ενώ με τη λέξη «ὕδωρ» θέλει να δείξει τον καθαρμό που γίνεται από Αυτό και τη μεγάλη αναψυχή που παρέχει στις ψυχές που το δέχονται. Και δικαιολογημένα. Διότι ως ένα παράδεισο στολισμένο με κάθε είδους καρποφόρα και αειθαλή δέντρα, έτσι κάνει την πρόθυμη ψυχή και δεν την αφήνει να αισθανθεί ούτε λύπη, ούτε σατανική επιβουλή, διότι κατασβήνει εύκολα όλα τα φλογισμένα βέλη του πονηρού.
Εσύ όμως πρόσεξε τη σοφία του Χριστού με πόσο ήρεμο τρόπο προκαλεί την προσοχή και ανυψώνει πνευματικά τη γυναίκα αυτή. Δεν της είπε δηλαδή από την αρχή: «Εάν γνώριζες ποιος είναι εκείνος που σου λέγει, ‘’ Δώσε μου να πιω’’», αλλά όταν αυτή του έδωσε αφορμή με το να Τον αποκαλέσει Ιουδαίο, και Τον κατηγόρησε έτσι επειδή οι Σαμαρείτες αντιπαθούσαν τους Ιουδαίους, τότε για να αποκρούσει την κατηγορία, της είπε αυτά. Αφού είπε λοιπόν «εάν γνώριζες ποιος είναι εκείνος που σου λέγει’’ δώσε μου να πιω’’» και την ανάγκασε με τις μεγάλες επαγγελίες να θυμηθεί τον πατριάρχη Ιακώβ, έδωσε έτσι στη γυναίκα τη δυνατότητα να δει καλύτερα. Έπειτα, όταν εκείνη ανταπάντησε : « μ σ μείζων ε το πατρς μν ακώβ, ς δωκεν μν τ φρέαρ, κα ατς ξ ατο πιε κα ο υο ατο κα τ θρέμματα ατο;(:Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, ο οποίος έδωσε το πηγάδι σε εμάς, και από το νερό του οποίου έπινε και αυτός και τα παιδιά του και όλα τα ζώα που έβοσκε;)»[Ιω.4,12], δεν της έδωσε την απάντηση: «Ναι, είμαι ανώτερος», διότι θα έδινε την εντύπωση ότι κομπάζει μόνο, αφού δεν υπήρχε η ανάλογη απόδειξη. Με όσα λέγει όμως αυτήν την απόδειξη προετοιμάζει. Πραγματικά δεν της είπε απλώς,’’θα σου δώσω νερό’’, αλλά προηγουμένως εξάλειψε την ιδέα της γυναικός για τον Ιακώβ και ύστερα εξυψώνει το δικό Του ύδωρ, επιθυμώντας να αποδείξει τη διαφορά των προσώπων που πρόσφεραν από τη διαφορά εκείνων που προσφέρονταν και την υπεροχή Του έναντι του πατριάρχου. «Εάν θαυμάζεις», λέγει, «τον Ιακώβ, επειδή σου έδωσε αυτό το νερό, τι θα πεις εάν σου δώσω εγώ πολύ ανώτερο; Άλλωστε πρόφτασες και παραδέχτηκες ότι είμαι ανώτερος από τον Ιακώβ όταν προέβαλες ως αντίρρηση και είπες ‘’Μήπως είσαι εσύ ανώτερος από τον Ιακώβ;’’», επειδή σου υποσχέθηκα ότι θα σου δώσω καλύτερο νερό. Αν λοιπόν λάβεις αυτό το νερό, θα ομολογήσεις παντοιοτρόπως ότι εγώ είμαι ανώτερος.
Βλέπεις την ακέραιη και αμερόληπτη κρίση της γυναικός, η οποία από τα ίδια τα πράγματα και τα γεγονότα αποκρυσταλλώνει την άποψή της και για τον Πατριάρχη και για τον Χριστό; Οι Ιουδαίοι όμως δεν έκριναν με τον τρόπο αυτόν, αλλά και όταν έβλεπαν τον Ιησού να εκδιώκει τους δαίμονες από τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν Τον παραδέχονταν ως ανώτερο από τον πατριάρχη αλλά Τον ονόμαζαν και δαιμονισμένο. Η γυναίκα όμως δε σκέπτεται όπως αυτοί, αλλά από εκεί παίρνει την απόφαση, από όπου θέλει και ο Χριστός, δηλαδή από την απόδειξη των ίδιων των έργων. Διότι και ο ίδιος ο Ιησούς με τον τρόπο αυτό δικάζει και κρίνει, όταν λέγει «ε ο ποι τ ργα το πατρός μου, μ πιστεύετέ μοι· ε δ ποι, κν μο μ πιστεύητε, τος ργοις πιστεύσατε, να γντε κα πιστεύσητε τι ν μο πατρ κγ ν ατῷ(: Εάν δεν εκτελώ τα υπερφυσικά έργα, τα οποία είναι έργα του Πατρός μου, τότε μην πιστεύετε σε εμένα. Εφόσον όμως τα εκτελώ, και εάν δεν πιστεύετε σε εμένα, πιστέψτε όμως στα έργα και τότε θα εννοήσετε καλά και θα πιστέψετε σε εμένα και θα βεβαιωθείτε ότι εγώ ζω και υπάρχω εν τω Πατρί, όπως και ο Πατήρ ζει και υπάρχει εν εμοί»[Ιω,10,37-38]. Έτσι και η γυναίκα οδηγείται προς την πίστη.
Γι' αυτό και όταν άκουσε ο Ιησούς την ερώτησή της: ‘’ Μήπως είσαι εσύ ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ;’’ Άφησε τη συζήτηση για τον Ιακώβ και κάνει λόγο για το νερό και λέγει ‘’ Καθένας που πίνει από το νερό αυτό, θα διψάσει πάλι» και έτσι κάνει τη σύγκριση στηριζόμενος όχι στην κατηγορία, αλά στην υπεροχή. Δε λέει δηλαδή ότι το νερό αυτό δεν αξίζει, ούτε ότι είναι ευτελές και ασήμαντο, αλλά εκείνο επικαλείται, το οποίο και η φύση μαρτυρεί: ‘’Καθένας που πίνει από το νερό αυτό, θα διψάσει πάλι. Εκείνος όμως που θα πιει από το νερό, το οποίο θα του δώσω εγώ, δε θα διψάσει ποτέ στον αιώνα’’.
Άκουσε βέβαια προηγουμένως η γυναίκα για το «δωρ τό ζν», όμως δεν αντιλήφθηκε τη σημασία του. Πραγματικά επειδή «δωρ ζν» ονομάζεται και το νερό που τρέχει συνέχεια και εκείνο που αναβλύζει χωρίς καμία διακοπή και δε στερεύουν καθόλου οι κρουνοί, νόμισε η γυναίκα ότι για το συγκεκριμένο νερό της έλεγε ο Ιησούς. Για τον λόγο αυτόν λοιπόν, για να καταστήσει περισσότερο σαφές το λεγόμενο, κάνει τη σύγκριση με βάση την υπεροχή και προσθέτει : «Εκείνος που θα πιει από το νερό, το οποίο θα του δώσω εγώ, δε θα διψάσει ποτέ στον αιώνα». Με τα λόγια αυτά, όπως είπα, αποδείκνυε την υπεροχή τη δική Του, αλλά και με όσα είπε στη συνέχεια· διότι το υλικό νερό δεν έχει τίποτε από αυτά που είπε. Και ποια είναι αυτά; «Θα μεταβληθεί μέσα σε όποιον το λάβει αυτό το νερό που θα του δώσει ο Ιησούς, σε μια εσωτερική πηγή ύδατος, που θα αναβλύζει και θα του παρέχει ζωή αιώνια». Όπως ακριβώς εκείνος που έχει μέσα του μια πηγή, δε θα διψάσει ποτέ, κατά όμοιο τρόπο και όποιος έχει το νερό αυτό του Ιησού.
Και η γυναίκα πίστεψε αμέσως, αποδειχθείσα πολύ πιο συνετή από τον Νικόδημο, και όχι μόνο πιο συνετή αλλά και πιο ανδρεία· διότι ο Νικόδημος, αν και άκουγε πολλές παρόμοιες διδασκαλίες, ούτε κάλεσε κανένα άλλο σε αυτές, ούτε ο ίδιος είχε το θάρρος να τις διακηρύξει, ενώ αυτή κάνει έργο αποστολικό και αναγγέλλει την ευχάριστη αγγελία προς όλους και προσκαλεί τους πάντες πλησίον του Ιησού και ακόμη προσελκύει τους κατοίκους μιας ολόκληρης πόλης προς Αυτόν. Και εκείνος μεν, όταν άκουσε τους λόγους του Κυρίου, έλεγε : «Πώς είναι δυνατόν να γίνουν αυτά;»[Ιω.3,9] και όταν ο Χριστός έφερε το σαφές παράδειγμα του ανέμου, δεν μπόρεσε ούτε και έτσι να καταλάβει τα λεγόμενα, η γυναίκα όμως δε συμπεριφέρθηκε με τον ίδιο τρόπο. Στην αρχή είχε μεν απορίες, έπειτα όμως δεν αποδέχθηκε υπό όρους τον λόγο, αλλά έλαβε σταθερή απόφαση και βιάζεται να λάβει αμέσως το νερό αυτό· διότι, όταν είπε ο Χριστός «ς δι᾿ ν πί κ το δατος ο γ δώσω ατ, ο μ διψήσ ες τν αἰῶνα, λλ τ δωρ δώσω ατ, γενήσεται ν ατ πηγ δατος λλομένου ες ζων αώνιον. (:Εκείνος που θα πιει από το νερό αυτό, το οποίο εγώ θα του δώσω, δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που εγώ θα του δώσω, θα μεταβληθεί μέσα του σε αστείρευτη πηγή πνευματικού ύδατος, που θα αναβλύζει πάντοτε και θα του χαρίζει αιώνια ζωή)», αμέσως λέγει η γυναίκα: «Κύριε, δός μοι τοτο τ δωρ, να μ διψ μηδ ρχωμαι νθάδε ντλεν(: Κύριε, δώσε μου αυτό το νερό, για να μη διψώ και να μην έρχομαι εδώ να βγάζω νερό)»[Ιω.4,15].
Βλέπεις με ποιο τρόπο ολίγον κατ’ ολίγον ανάγεται στο ύψος των δογμάτων η Σαμαρείτιδα; Κατά πρώτον νόμισε ότι ο Ιησούς είναι κάποιος Ιουδαίος που παραβαίνει τον νόμο. Έπειτα, όταν ο Κύριος απέκρουσε την κατηγορία αυτή, διότι το πρόσωπο, το οποίο επρόκειτο να την κατηχήσει σε τόσο υψηλές αλήθειες, δεν έπρεπε να γεννά υποψίες, επειδή άκουσε «δωρ ζν» νόμισε ότι ομιλεί για το υλικό νερό. Στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι γινόταν λόγος για πνευματικά πράγματα και πίστεψε ότι το νερό αυτό έχει τη δύναμη να αφαιρέσει την αδυναμία της δίψας, δε γνώριζε όμως ακόμη τι ήταν αυτό, αλλά βρισκόταν σε απορία, έχοντας τη γνώμη ότι είναι ανώτερο από τα αισθητά, χωρίς να έχει σαφή γνώση του πράγματος.
Στο σημείο αυτό που είδε καθαρότερα, χωρίς όμως να αντιληφθεί τα πάντα( «δώσε μου», λέγει, «το νερό αυτό, για να μη διψώ και για να μην έρχομαι εδώ και βγάζω νερό από το πηγάδι»),προτίμησε επί του παρόντος τον Κύριο από τον Ιακώβ. «Δε χρειάζομαι βέβαια αυτό το πηγάδι, εάν θα πάρω από εσένα το νερό εκείνο». Προσέχεις ότι βάζει τον Κύριο σε ανώτερη μοίρα από τον Πατριάρχη; Αυτό είναι χαρακτηριστικό της ευσεβούς ψυχής. Έδειξε πόση μεγάλη πίστη είχε στον Ιακώβ. Γνώρισε τον ανώτερο και δεν την εμπόδισε η προηγούμενη της γνώμη. Δεν ήταν εύπιστη η Σαμαρείτιδα(διότι δεν αποδέχτηκε αβασάνιστα και χωρίς κριτική επεξεργασία τα λόγια του Χριστού, αυτή που με τόση μεγάλη ακρίβεια τα εξέτασε), ούτε πάλι ήταν απειθής και εριστική. Και αυτό το απέδειξε από την παράκληση που έκανε. Βέβαια και στους Ιουδαίους είπε κάποτε ο Κύριος: «γώ εμι ρτος τς ζως· ρχόμενος πρός με ο μ πεινάσ, κα πιστεύων ες μ ο μ διψήσ πώποτε(:“εγώ είμαι ο άρτος της ζωής (εγώ με την μετάληψη του σώματος και του αίματός μου, αλλά και με τη διδασκαλία μου και την χάρη του Αγίου Πνεύματος μεταδίδω την πραγματική και αιώνια ζωή). Εκείνος που έρχεται κοντά μου, ποτέ δεν θα πεινάσει πνευματικώς και εκείνος που πιστεύει σε εμένα, ποτέ δεν θα διψάσει)»[Ιω.6,35], αλλά όχι μόνο δεν πίστεψαν αλλά σκανδαλίστηκαν κιόλας. Η γυναίκα όμως δεν έπαθε κάτι παρόμοιο, αλλά παραμένει κοντά στον Ιησού και ζητεί το νερό αυτό. Στους Ιουδαίους λοιπόν έλεγε : «Εκείνος που πιστεύει σε εμένα, δε θα διψάσει ποτέ», στη γυναίκα όμως δεν ομιλεί με τον ίδιο τρόπο, αλλά κάπως περισσότερο αισθητά : «Εκείνος που θα πιει από το νερό αυτό, δε θα διψάσει». Οι λόγοι αυτοί ήταν επαγγελία πνευματικών πραγμάτων και όχι αισθητών.
Για τον λόγο αυτόν, αφού ανύψωσε τον νου της με τις υποσχέσεις, χρησιμοποιεί ακόμη ο Κύριος λέξεις με αισθητό περιεχόμενο, επειδή δεν μπορούσε ακόμη η γυναίκα να ξεχωρίσει την ακρίβεια των πνευματικών πραγμάτων· διότι εάν της έλεγε ότι, εάν πιστέψεις σε εμένα δε θα διψάσεις, δε θα αντιλαμβανόταν το λεγόμενο, επειδή δε γνώριζε ούτε Ποιος ήταν αυτός που της μιλούσε, ούτε για ποιου είδους δίψα έλεγε. Γιατί όμως δεν έκανε το ίδιο και στους Ιουδαίους; Διότι εκείνοι είχαν δει πολλά θαύματα, ενώ αυτή δεν είδε κανένα θαύμα παρά πρώτα άκουσε τα λόγια.
Γι’ αυτό λοιπόν αποκαλύπτει τη δύναμή Του ο Ιησούς με την προφητεία Του και δεν κάνει κατευθείαν τον έλεγχο, αλλά λέγει: «παγε φώνησον τν νδρα σου κα λθ νθάδε(: Πήγαινε, φώναξε τον άντρα σου και έλα εδώ)»[Ιω. 4,16]. Και εκείνη λέγει: «οκ χω νδρα(: Δεν έχω άντρα)». Και λέγει προς αυτήν ο Ιησούς: «καλς επας τι νδρα οκ χω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας(: Καλά είπες ότι δεν έχεις άντρα· διότι πέντε άντρες είχες τον ένα κατόπιν του άλλου και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι νόμιμος σύζυγός σου· σε αυτό είπες αλήθεια)»[Ιω.4,18].
Απαντά προς Αυτόν η γυναίκα: «Κύριε, θεωρ τι προφήτης ε σύ (: Κύριε, από όσα μου φανέρωσες, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης)». Ω, πόσο μεγάλη είναι η φιλοσοφία της γυναικός… Με πόση πραότητα δέχεται τον έλεγχο… «Και πώς να μην τον δεχόταν;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Για ποιον λόγο; Πες μου, σε παρακαλώ, μήπως δεν έλεγξε πολλές φορές και τους Ιουδαίους και μάλιστα αυστηρότερα; Διότι δεν είναι το ίδιο να αποκαλύπτει κανείς τα απόκρυφα της ψυχής και της διανοίας και το να κάνει φανερό κάτι που γίνεται κρυφά. Διότι το πρώτο μεν είναι του Θεού μόνο και κανένας άλλος δε γνωρίζει, παρά μόνον Εκείνος που τα έχει στην ψυχή και στη σκέψη του, ενώ το δεύτερο το γνωρίζουν όλοι όσοι παίρνουν μέρος στη διάπραξη αυτού. Όταν όμως οι Ιουδαίοι ελέγχθηκαν από τον Ιησού δε δέχτηκαν με πραότητα τον έλεγχο, αλλά όταν τους είπε « ο Μωϋσς δέδωκεν μν τν νόμον; κα οδες ξ μν ποιε τν νόμον. τί με ζητετε ποκτεναι;(:Ο Μωυσής δεν έδωσε σε σας τον νόμο; Και όμως, κανείς από εσάς δε φυλάσσει τον νόμο. Διότι εάν τηρείτε τον νόμο, τότε γιατί ζητείτε να με φονεύσετε, αφού ο νόμος ρητά απαγορεύει τον φόνο; [Ιω.7,19], όχι μόνο δεν εκδηλώνουν θαυμασμό, όπως η γυναίκα, αλλά Τον λοιδορούν και Τον υβρίζουν. Και εκείνοι βέβαια και από άλλα θαύματα είχαν την απόδειξη της δυνάμεως του Ιησού, ενώ αυτή μόνο αυτό είχε ακούσει, και όμως όχι μόνο δε θαύμασαν αλλά και Τον ύβρισαν λέγοντάς Του: «δαιμόνιον χεις· τίς σε ζητε ποκτεναι;(:Έχεις δαιμόνιο που σου σκοτίζει τον νου. Ποιος ζητεί να σε φονεύσει;)»[Ιω.7,20].
Η γυναίκα όμως όχι μόνο δεν Τον υβρίζει, αλλά και θαυμάζει και δοκιμάζει κατάπληξη και Τον θεωρεί ως προφήτη· αν και ο έλεγχος αυτός προσέβαλε περισσότερο τη γυναίκα, παρά εκείνος τους Ιουδαίους. Διότι αυτός ο έλεγχος προς τη Σαμαρείτιδα αποκάλυψε προσωπικό αμάρτημα, ενώ εκείνος ένα κοινό για όλους τους. Και είναι γεγονός ότι δε θιγόμαστε τόσο για τα κοινά αμαρτήματα, όσο για τα προσωπικά. Και εκείνοι μεν θεωρούσαν ότι θα έκαναν κάποιο μεγάλο κατόρθωμα, εάν θα φόνευαν τον Ιησού, ενώ το αμάρτημα της γυναίκας εθεωρείτο από όλους ως κακό. Και όμως δε στενοχωρήθηκε η γυναίκα, αλλά ένιωσε κατάπληξη και θαυμασμό.
Και στον Ναθαναήλ το ίδιο ακριβώς έκανε ο Ιησούς· διότι δεν προφήτευσε προηγουμένως, ούτε του είπε «ντα π τν συκν εδόν σε(: σε είδα κάτω από τη συκιά)», αλλά όταν εκείνος Τον ρώτησε «πόθεν με γινώσκεις;(: από πού με γνωρίζεις;)»[Ιω.1,49], τότε του πρόσθεσε την προφητεία. Ήθελε δηλαδή ο Ιησούς να παίρνει αφορμή και για τις προφητείες και για τα θαύματα από αυτούς που έρχονταν κοντά Του, ώστε και να δέχονται ευκολότερα αυτά που συνέβαιναν και ο Ίδιος να είναι απαλλαγμένος από την υποψία της κενοδοξίας. Το ίδιο λοιπόν κάνει και στην προκειμένη περίπτωση. Διότι το να ελέγξει προηγουμένως τη γυναίκα λέγοντάς της ότι δεν έχει άντρα, θα φαινόταν βαρύ και περιττό. Ενώ το γεγονός ότι πήρε αφορμή από την ίδια, διορθώνει όλα αυτά και φαίνεται πολύ φυσικό και καθιστά πραότερη τη γυναίκα.
Και ποια συνέπεια υπάρχει στη συζήτηση, θα μπορούσε να απορήσει κάποιος, με το να πει ο Ιησούς «Πήγαινε και φώναξε τον άντρα σου»; Ο λόγος αναφερόταν στην πνευματική δωρεά και χάρη, που υπερέβαινε την ανθρώπινη φύση. Επέμενε η γυναίκα και ήθελε να λάβει τη δωρεά και ο Ιησούς της λέγει «Φώναξε τον άντρα σου», δείχνοντάς της κατά κάποιον τρόπο ότι έπρεπε και αυτός να συμμετάσχει σε αυτά. Εκείνη λοιπόν βιάζεται να λάβει τη δωρεά και με την ιδέα ότι αποκρύπτει το αισχρό του πράγματος, επειδή νόμιζε ότι συζητεί με άνθρωπο, λέγει «δεν έχω άντρα». Όταν άκουσε αυτό ο Ιησούς, τότε στην κατάλληλη στιγμή κάνει τον έλεγχο και εκθέτει και τα δύο με ακρίβεια. Δηλαδή και τους προηγούμενους άντρες αρίθμησε όλους και αυτόν που εκείνη την περίοδο είχε ως σύντροφο και τον έκρυβε, της τον αποκάλυψε.
Τι έκανε λοιπόν η γυναίκα; Δε στενοχωρήθηκε, ούτε Τον άφησε και έφυγε, ούτε εξέλαβε το πράγμα ως προσβολή, αλλά Τον θαυμάζει περισσότερο και επιμένει ακόμη. Διότι «Κύριε, θεωρ τι προφήτης ε σύ(:Κύριε, από όσα μου φανέρωσες,οδηγούμαι στον στοχασμό ότι είσαι προφήτης)», λέγει. Και πρόσεξε τη σύνεσή της. Δεν κατέληξε αμέσως στο συμπέρασμα αυτό, αλλά ακόμη ερευνά και θαυμάζει. Διότι το ρήμα «θεωρ» αυτήν την έννοια έχει· δηλαδή, «μου φαίνεται ότι είσαι προφήτης».
Έπειτα, όταν αποκρυστάλλωσε αυτήν τη γνώμη για τον Ιησού, δεν Τον ρωτά τίποτε το βιοτικό, ούτε για την υγεία του σώματος, ούτε για χρήματα, ούτε για πλούτο, αλλά αμέσως για τα δόγματα της πίστεως. Τι λέγει λοιπόν; «ο πατέρες μν ν τ ρει τούτ προσεκύνησαν· κα μες λέγετε τι ν εροσολύμοις στν τόπος που δε προσκυνεν(: Οι πατέρες μας λάτρευσαν τον Θεό σε τούτο εδώ το όρος, το Γαριζίν[εννοεί τον Αβραάμ, διότι σε εκείνο το όρος είχε πάει τον Ισαάκ για να τον θυσιάσει]. Εσείς όμως οι Ιουδαίοι λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να λατρεύουμε τον Θεό)».
Είδες πώς ανυψώθηκε η διάνοιά της; Εκείνη που φρόντιζε να μην κουράζεται για τη δίψα, τώρα πλέον ρωτά και για τα δόγματα. Τι έκανε όμως ο Χριστός; Δεν έλυσε το ζήτημα( διότι δεν ήταν αυτό η κύρια φροντίδα Του, να απαντά δηλαδή απλώς σε ό,τι Του έλεγαν, αυτό ήταν κάτι που είχε δευτερεύουσα σημασία), αλλά οδηγεί τη γυναίκα πάλι σε μεγαλύτερο ύψος. Και δεν της ομιλεί προηγουμένως για αυτά, παρά όταν παραδέχτηκε αυτή ότι είναι προφήτης Εκείνος που συζητούσε μαζί της, ώστε να ακούσει πλέον τα όσα λέγονται με μεγάλη βεβαιότητα. Διότι αυτή που πίστεψε στην προφητική ιδιότητα του Ιησού, δε θα είχε πλέον στο μέλλον καμία αμφιβολία για εκείνα που θα λέγονταν στη συνέχεια.
Ας νιώσουμε ντροπή και ας κοκκινίσουμε εμείς λοιπόν από το αίσθημα αυτό: Μία γυναίκα, που είχε πέντε άντρες διαδοχικώς, που ήταν Σαμαρείτιδα, δείχνει τόσο ενδιαφέρον για τα δόγματα και ούτε η ώρα της ημέρας, ούτε το γεγονός ότι ήλθε εκεί για άλλο σκοπό, ούτε τίποτε άλλο την απέτρεψε από τη συζήτηση για τα θέματα αυτού του είδους. Εμείς, αντιθέτως, όχι μόνο δε συζητούμε για τα δόγματα, αλλά για τα πάντα κατεχόμαστε από αστόχαστη και άσκοπη διάθεση. Για τον λόγο αυτό έχουν παραμεληθεί τα πάντα. Διότι ποιος από εσάς, πες μου σε παρακαλώ, όταν πήγε στο σπίτι του, πήρε στα χέρια του ένα χριστιανικό βιβλίο και μελέτησε το περιεχόμενό του και ερεύνησε την Αγία Γραφή; Κανένας δεν μπορεί να πει κάτι παρόμοιο, αλλά στους περισσότερους θα βρούμε πεσσούς και ζάρια και πουθενά βιβλία, παρά σε λίγους μονάχα. Αλλά και αυτοί είναι όμοιοι με εκείνους που δεν έχουν, διότι τα έδεσαν και τα έβαλαν διαπαντός μέσα σε κιβώτια κα όλο το ενδιαφέρον τους για αυτά περιορίζεται στη λεπτότητα των μεμβρανών και το κάλλος των γραμμάτων και όχι στην ανάγνωση αυτών. Διότι δεν τα απέκτησαν για ωφέλεια και κέρδος ψυχικό αλλά φρόντισαν για αυτά για να κάνουν επίδειξη πλούτου και φιλοδοξίας, ω, πόση είναι η υπερβολή της κενοδοξίας… Πραγματικά δεν ακούω κανέναν να καυχάται ότι γνωρίζει το περιεχόμενο ενός βιβλίου, παρά ότι είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα. Και ποιο το κέρδος; Πες μου. Διότι οι άγιες Γραφές δε μας δόθηκαν για τον λόγο αυτό, για να τις έχουμε δηλαδή ως βιβλία μόνο, αλλά για να τις γράψουμε μέσα στις καρδιές μας. Ο τρόπος βέβαια αυτός της κτήσεως αρμόζει στην ιουδαϊκή φιλοδοξία, να εναποθέτουν τις εντολές μόνο στα γράμματα. Σε εμάς όμως ο νόμος δε δόθηκε έτσι από την αρχή, αλλά στις σάρκινες πλάκες της καρδιάς μας.
Και αυτά δεν τα λέω για να εμποδίσω την απόκτηση των βιβλίων, αλλά αντίθετα το συμβουλεύω αυτό και ολοψύχως το εύχομαι. Επιθυμώ όμως από εκείνα να έχουμε συνεχώς στη διάνοιά μας και τα γράμματα και τα νοήματα, ώστε να γίνεται καθαρή, δεχόμενη τις ιδέες των όσων γράφονται. Διότι εάν δε θα τολμήσει ο διάβολος να πλησιάσει σε ένα σπίτι, μέσα στο οποίο υπάρχει το Ευαγγέλιο, πολύ περισσότερο δε θα εγγίσει ούτε θα κυριεύσει ο δαίμων ή η αμαρτία την ψυχή εκείνη, η οποία περικλείει τα νοήματα αυτού του είδους. Αγίασε λοιπόν την ψυχή σου, αγίασε το σώμα σου, έχοντας πάντα αυτά στην καρδιά και τη γλώσσα σου. Διότι εάν η αισχρολογία καταρρυπαίνει και προσκαλεί τους δαίμονες, είναι φανερό ότι η πνευματική ανάγνωση αγιάζει και προσελκύει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Τα γράμματα αυτά είναι θεία άσματα. Ας τα ψάλλουμε λοιπόν στους εαυτούς μας και με αυτά ας κατασκευάζουμε τα φάρμακα για τα πάθη της ψυχής μας. Αν γνωρίσουμε καλά την αξία αυτών που διαβάζουμε, θα τα ακούσουμε με μεγάλη προθυμία.
Αυτά τα λέγω πάντοτε και δε θα πάψω να τα λέγω. Διότι πώς δεν είναι άτοπο οι μεν άνθρωποι της αγοράς να λέγουν τα ονόματα, τα γένη, τις πόλεις και τους τρόπους της ενέργειας των ηνιόχων και των χορευτών και να εξαγγέλλουν με ακρίβεια τα καλά και τα κακά γνωρίσματα και αυτών ακόμα των ίππων, ενώ όσοι έρχονται εδώ να μην εννοούν τίποτε από όσα γίνονται, αλλά να αγνοούν και αυτόν τον αριθμό των βιβλίων της Αγίας Γραφής; Εάν βέβαια επιδιώκεις εκείνα για χάρη της ηδονής, θα σου αποδείξω ότι εδώ υπάρχει σε μεγαλύτερο ποσοστό αυτή. Διότι, πες μου, σε παρακαλώ, τι είναι περισσότερο ευχάριστο, τι πιο θαυμαστό, να δεις άνθρωπο να παλεύει με άνθρωπο ή άνθρωπο να αγωνίζεται προς τον διάβολο και σώμα να συμπλέκεται με δύναμη ασώματη και να νικά; Σε αυτού του είδους την πάλη ας γινόμαστε θεατές( διότι αυτήν είναι ευπρεπές και ωφέλιμο να μιμούμαστε και μιμούμενοι υπάρχει η δυνατότητα να στεφανωθούμε ως νικητές) και όχι σε εκείνους τους αγώνες, η μίμηση των οποίων φέρει ντροπή στον μιμούμενο. Διότι εκείνην την πάλη την παρακολουθείς μαζί με τους δαίμονες, εάν βέβαια την παρακολουθείς, ενώ αυτήν μαζί με τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων. Διότι πες μου: Εάν είχες τη δυνατότητα να κάθεσαι και να απολαμβάνεις ένα θέαμα μαζί με τους άρχοντες ή τους βασιλείς, δε θα το θεωρούσες αυτό μεγάλη τιμή; Εδώ όμως που παρακολουθείς μαζί με τον Βασιλέα των αγγέλων και βλέπεις τον διάβολο να κατέχεται από το μέσο των νώτων και παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει για να νικήσει, να μην κατορθώνει τίποτε, δεν τρέχεις στο θέαμα αυτό;
«Και πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό;» θα ρωτούσε κάποιος. Αν έχεις το βιβλίο της Αγίας Γραφής στα χέρια σου· διότι μέσα σε αυτό θα δεις και τα σκάμματα και τους μακρούς αγωνιστικούς διαδρόμους και τις λαβές εκείνου και του δικαίου την τέχνη. Όταν βλέπεις αυτά, θα μάθεις και εσύ να παλεύεις με τον ίδιο τρόπο και θα απαλλαγείς από τους δαίμονες. Διότι τα όσα τελούνται εκτός της Εκκλησίας είναι πανηγύρεις δαιμόνων και όχι θέατρα ανθρώπων. Αφού δεν επιτρέπεται να εισέλθεις στο ναό των ειδώλων, πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται σε εορτή σατανική να συχνάζεις.
Αυτά τα λέγω και δε θα παύσω να σας ενοχλώ, μέχρις ότου να δω την επιστροφή σας. Διότι το να σας λέγω αυτά σε εμένα μεν δεν προκαλεί οκνηρία, σε εσάς όμως είναι ασφαλές. Μην ενοχλείσθε από την παραίνεση. Εάν έπρεπε κάποιος να ενοχλείται, αυτός είμαι εγώ, ο οποίος τα λέγω πολλές φορές και δε με ακούτε, και όχι εσείς, που συνεχώς τα ακούτε και πάντοτε τα παρακούτε.
Μακάρι όμως να μη συμβεί να κατηγορείστε δια παντός για αυτά, αλλά να απαλλαγείτε από την αισχύνη αυτή και να καταξιωθούμε να απολαύσουμε την πνευματική θεωρία και τη μέλλουσα δόξα, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα ανήκει η δόξα και στο Άγιο Πνεύμα συγχρόνως στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΗΓΕΣ:
  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΛΒ΄,Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 13Α, σελίδες 11-31 .
  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 72, σελ. 215-231 (ή: 104-111 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLdVNrLW9BNGRWcm8/view
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
πηγή:ἠλεκτρονικό ταχυδρομεῖο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου