Σελίδες

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018

Τό ὅραμα τῆς ἄλλης ζωῆς τῆς ὁσίας Ἀθανασίας, μαθήτριας τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. (1809-1863)

 Η Αναστασία αποφάσισε νά πάει στό Μούρομ. Ήθελε νά προσκυνήσει τ’ άγια λείψανα που βρίσκονταν εκεί και νά συναντήσει τό φημισμένο γέροντα Αντώνιο.

Ό γέροντας Αντώνιος ήταν πασίγνωστος σ’ όλη τή Ρωσία γιά τό μεγάλο του προορατικό χάρισμα. Στά νιάτα του ήταν στενός φίλος του όσιου Σεραφείμ. Κι οί δυό τους αγωνίστηκαν μαζί στά δάση του Σάρωφ.
Κάποτε ο όσιος Σεραφείμ, πού πρόβλεπε πώς ο φίλος του είχε κλίση πρός μιά ιδιαίτερη ασκητική ζωή, τόν έστειλε στό Βορονέζ, σ’ έναν άλλο άγιο άνθρωπο, τόν επίσκοπο Αντώνιο. Ό Αντώνιος αυτός θέλησε νά δοκιμάσει τήν υπακοή του και του είπε νά κάνει ένα προσκυνηματικό ταξίδι ίσαμε τά σπήλαια του Κιέβου, φορώντας στό κεφάλι του ένα σιδερένιο κλόμπα  (μοναχικό σκούφο), πού ζύγιζε περίπου επτά κιλά. Ό σκούφος αυτός ήταν παλιότερα του αγιου Πιπρίμ του Ταμπώφ.
Μετά από τό εξαντλητικό κι εξαιρετικά δύσκολο αυτό ταξίδι, τά οπτικά του νεύρα καταστράφηκαν. Τυφλώθηκε τελείως. Τήν ίδια στιγμή όμως άνοιξαν τά μάτια της ψυχής του. Ό Θεός τού ’δωσε τό χάρισμα της διορατικότητας. Έβλεπε τά παρελθόντα, τά παρόντα και τά μέλλοντα τών ανθρώπων μέ κάθε λεπτομέρεια κι ακρίβεια. Σ’ αυτούς πού διψούσαν γιά τήν ψυχική σωτηρία τους έγινε πνευματικός καθοδηγητής.
Λίγο πρίν από τήν κοίμησή του ζούσε στό Μούρομ. Εκεί τόν συνάντησε και η Αναστασία. Στά τελευταία του έγινε μεγαλόσχημος μοναχός και μετονομάστηκε Αρσένιος. Κοιμήθηκε τήν ημέρα της αγαπημένης του γιορτής, της Κοίμησης της Θεοτόκου, τό 1851.
Κατά τή διάρκεια τού ταξιδιού της πρός τό Μούρομ και λίγο πρίν φτάσει στό χωριό Σαβασλέικα, η Αναστασία αρρώστησε βαριά. Ήταν τελείως εξαντλημένη. Οι άνθρωποι τού σπιτιού πού έμεινε γιά νά περάσει τή νύχτα έστειλαν νά φωνάξουν τόν παπά της κοντινότερης ενορίας. Φαινόταν ετοιμοθάνατη κι ήθελαν νά της διαβάσει τίς ευχές «εις ψυχορραγούντα». Λίγο πρίν έρθει ο παπάς φαινόταν σάν νεκρή. Ό παπάς είδε τή «νεκρή» Αναστασία κι είπε:

— Νομίζω πώς δέν πέθανε ακόμα. Βρίσκεται σέ κώμα. Αφήστε την μόνη.
Τήν τρίτη μέρα σηκώθηκε, σάν νά ξύπνησε από ύπνο. Οι άνθρωποι τού σπιτιού τήν ρώτησαν τί έγινε, μήπως κατά τή διάρκεια πού φαινόταν νεκρή είδε τίποτα. Εκείνη απάντησε:
— Θά πάω στό σπίτι και θά ρωτήσω τή γερόντισσα. ’Άν μου τό έπιτρέψει, θά σάς τά πω όλα.
Ζούσε μόνη της και κανένας δέν ξέρει ποιάν εννοούσε η Αναστασία «γερόντισσα» της.
Σύντομα σηκώθηκε από τό κρεβάτι και ξεκίνησε μέ τούς συντρόφους της γιά τό Μούρομ. Πήγε σέ πολλά προσκυνήματα. Κοντά στ’ άλλα, πήγε νά συναντήσει και τόν προαναφερόμενο γέροντα Αντώνιο. Ή φήμη του ως προορατικού είχε φτάσει πολύ μακριά. Εκείνος τήν συμβούλεψε νά ξαναπάει στή Λαύρα τών σπηλαίων τού Κιέβου, γιά νά προσκυνήσει τ’ άγια λείψανα.
Μετά τή συνάντησή της μέ τό γέροντα Αντώνιο, η Αναστασία ξεκίνησε γιά τό χωριό της. Περνώντας από τό χωριό Σαβασλέικα, σταμάτησε γιά λίγο στό σπίτι πού είχε φιλοξενηθεί και διηγήθηκε τ’ ακόλουθα:
«Τή στιγμή πού έχασα τις αισθήσεις μου, είδα τήν οροφή τού σπιτιού σας ν’ ανοίγεται διάπλατα. Δυό νέοι μέ άσπρη στολή και χρυσά ωράρια, σάν κι αυτά πού φορούν οι διάκοι, κατέβηκαν από τήν ανοιγμένη οροφή και μπήκαν στό σπίτι. Μέ πήραν στά χέρια τους και μέ ανέβασαν ψηλά. Μπροστά μας ανοιγόταν ένας δρόμος, πού οδηγούσε ευθεία σέ μιά εκκλησιά. Καθώς πλησιάσαμε, οι πόρτες της εκκλησιάς άνοιξαν από μόνες τους και μπήκαμε μέσα. Φτάνοντας κοντά στό ιερό, άνοιξαν άπό μόνες τους κι οι πόρτες της Ωραίας Πύλης. Μέ οδήγησαν μέσα στό ιερό. 
Εκείνοι έκαναν τρεις εδαφιαίες μετάνοιες και φίλησαν τον Τίμιο Σταυρό και τό Ευαγγέλιο, πού βρίσκονταν πάνω στην 'Αγία Τράπεζα. Μου είπαν νά κάνω κι εγώ τό ίδιο. Μετά άνοιξε ο θόλος του ιερού. Οί δυό νέοι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν και πήραν και μένα μαζί τους. Μπροστά μας ανοιγόταν ένας δρόμος ανάμεσα από τά σύννεφα. Τον ακολουθήσαμε. Στίς δυό πλευρές τού δρόμου περπατούσαν άγγελοι, πού έψελναν ύμνους δοξολογίας. Τούς καταλάβαινα, δέν μπορώ όμως νά τούς μεταδώσω. Στά χέρια τους κρατούσαν κεριά. Ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σέ μιά πεδιάδα, γεμάτη μέ χρυσά λουλούδια...
»...Στό τέρμα της πεδιάδας διακρινόταν ένα τεράστιο σπίτι. Είχε πάρα πολλές καπνοδόχους, άλλά κανένα παράθυρο. Άπό κάθε καπνοδόχο φαινόταν νά βγαίνει ένα παιδικό χέρι. “Τί είναι αυτό;” ρώτησα τούς δυό νέους πού μέ συνόδευαν. Και κείνοι μού απάντησαν: “Σ’ αύτό τό σπίτι βρίσκονται οι ψυχές τών μικρών παιδιών πού πέθαναν αβάπτιστα. Δέν δοκιμάζονται από βάσανα, στερούνται όμως το φώς του Χριστού. 
Σηκώνουν ψηλά τά χέρια τους και ζητούν νά γίνει σύντομα η Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, γιά ν’ αλλάξει η τύχη τους πρός τό καλλίτερο”. Μετά φτάσαμε σέ μιά θάλασσα, πού τήν περπατήσαμε σά νά ’ταν στεριά. Δεξιά μου έβλεπα πανέμορφους κήπους. Πάνω στά δέντρα κάθονταν παραδείσια πουλιά, πού κελαηδούσαν μέ ανεκλάλητη γλυκύτητα. Άριστερά μου διακρινόταν ένας μαύρος Βράχος. Μαύροι και σκοτεινοί άνθρωποι συνωστίζονταν εκεί κι ανηλεείς άγγελοι τούς κυνηγούσαν. Βαριά χτυπήματα ακούγονταν, σά νά ’πεφταν άπό σκληρά ποιμενικά ραβδιά. Κι οί φοβερές κραυγές τών άτυχων αυτών ανθρώπων δονούσαν τον αέρα...».
Ό Παύλος Λογκάτσεφ από τό Κούντλεϋ ήταν άνηψιός της Αναστασίας κι ένας άπό τούς πιό επιμελείς συλλέκτες λεπτομερειών γιά τό βίο της.
Δε δίστασε νά πάει μέχρι τά Σαβασλέικα, όπου άκουσε τήν αφήγηση αυτού τού οράματος από τούς ίδιους τούς ανθρώπους τού σπιτιού, στούς οποιους τό διηγήθηκε η ίδια.
Στή συνέχεια η Αναστασία ξεκίνησε γιά τό Κίεβο, όπως τήν συμβούλεψε ο γέροντας Αντώνιος. Μαζί της πήρε τήν ξαδέλφη της Φεβρωνία. Στό Κίεβο έπεσε σέ κώμα γιά μιά ολόκληρη μέρα. Όταν συνήλθε, τήν ρώτησαν αν στή διάρκεια πού Βρισκόταν σέ κώμα είδε κάποιο όραμα. 
Δέν ανάφερε απολύτως τίποτα. Άρκέστηκε νά πει πώς δέν είχε ευλογία νά μιλήσει. Μόνο στή Φεβρωνία ομολόγησε: «Είδα σά νά Βρισκόμασταν κι οί δυό μας στά σύννεφα. Και ξαφνικά ξεχύθηκε ένα μαύρο πλήθος από ’να δάσος και σέ πήρε από κοντά μου».

'Η Φεβρωνία παντρεύτηκε στήν ηλικία τών σαράντα χρόνων. Αύτό τό γεγονός μου τό διηγήθηκαν δυό κοπέλλες από τό χωριό Βερεζόφκα, της έπαρχίας Άρντάτωφ. 'Η μιά ήταν η Παρασκευή Ίβάνοβνα Κότοβα, πού έμαθε  γραφή κι ανάγνωση από τη Φεβρωνία. Ή άλλη ήταν η Παρασκευή Ίγκόροβα. Κι οί δυό τους ήταν προσφοράρισσες. Πνευματικά ήταν πολύ κοντά στήν Αναστασία και προσπαθούσαν νά μιμηθούν τή ζωή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΣΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑ. ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ. ΑΘΗΝΑ 2003


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου