Σελίδες

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

«Μακαρισμός ἕβδομος»

π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου

Ἀγαπητοί μου, σ᾿ ἕνα μουσεῖο ὑπάρχει ἕνας ζωγραφικός πίνακας, μία ἐλαιογραφία, πού παριστάνει μιά καταιγίδα στή θάλασσα. Ἄγρια κύματα, μαῦρα σύννεφα καί ζωηρές λάμψεις αὐλακώνουν τόν οὐρανό. Τά συντρίμμια ἑνός ναυαγίου ἐπιπλέουν στούς ἀφρούς τῆς θάλασσας, καί κάπου – κάπου φαίνεται κανένα χέρι νά βγαίνει ἀπό τή θάλασσα ζητώντας ἀπελπισμένα βοήθεια. Ἔξω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας προβάλλει ἕνας βράχος, πού πάνω του σπάζουν τά κύματα. Σ᾿ ἕνα κοίλωμα τοῦ βράχου ὑπάρχει λίγη πρασινάδα, καί καθισμένο πάνω της ἕνα ἀγριοπερίστερο κοιτάζει ἤρεμο καί ἀτάραχο τήν καταιγίδα.
Ἡ εἰκόνα αὐτή φανερώνει τήν εἰρήνη πού βασιλεύει στήν ψυχή τοῦ Χριστιανοῦ, πού μέσα στίς κατιγίδες τῆς ζωῆς μένει ἤρεμος, ἀτάραχος καί εἰρηνικός, γιατί ἡ εἰρήνη του εἶναι ὁ Θεός.
Γι᾿ αὐτό λέει ὁ ἕβδομος μακαρισμός: «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται»1. Εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν τήν εἰρήνη, πού φέρνουν τήν εἰρήνη –αὐτό θά πεῖ εἰρηνοποιός– γιατί αὐτοί θά ἀποκληθοῦν “παιδιά τοῦ Θεοῦ”.
Πραγματικά, τό πολυτιμότερο ἀγαθό εἶναι ἡ εἰρήνη, πού μόνο ὁ Χριστιανός μπορεῖ νά ἀποκτήσει, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια τοῦ θέματός μας. Ὁ κόσμος οὐσιαστικά δέν ἔχει εἰρήνη. Ὁ κόσμος ἔχει ἀγωνιώδη φροντίδα, τήν ἀγωνιώδη μέριμνα, τό ἄγχος.
Ὁ μακαρισμός τῶν εἰρηνοποιῶν εἶναι καρπός αὐτῶν πού ἔχουν καρδίαν καθαράν· δηλαδή ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι συνέπεια τοῦ προηγούμενου μακαρισμοῦ, πού ἤδη ἐξετάσαμε, καί λέει: «μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει: «Εἰρήνην διώκετε μετά πάντων, καί τόν ἁγιασμόν, οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον»2. Δηλαδή: Νά ἐπιδιώκετε τήν εἰρήνη μέ ὅλους, ὅσο τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἀλλά νά ἐπιδιώκετε καί τόν ἁγιασμό, χωρίς τόν ὁποῖο –ἐννοεῖται μαζί καί τήν εἰρήνη– κανείς δέν μπορεῖ νά δεῖ πρόσωπο Θεοῦ.
Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παρουσιάζει δύο στοιχεῖα, τόν ἁγιασμό καί τήν εἰρήνη, ὡς προϋπόθεση γιά νά δεῖ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ.Διότι τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκρως ἐφετόν, δηλαδή τό ἀκραῖο τοῦ ἀνθρώπινου πόθου θά λέγαμε. Τί ἄλλο θά ἤθελα νά δῶ; Τί ἄλλο θά ἤθελα νάα ἀποκτήσω; Τί ἄλλο θά ἤθελα νά γίνω; Ὅλα αὐτά εἶναι ἐπιθυμίες κατώτερες ἀπό αὐτό τό ἀκραῖο, ἀπό τό νά δῶ δηλαδή τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ! Αὐτή ἡ θεωρία, ἡ ὅραση, τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ μοῦ δίνει ὅλη τή μακαριότητα.

Γιά νά τό καταλάβετε αὐτό, σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα μέ τόν ἥλιο. Ὅταν ὁ ἥλιος στέλνει μία δέσμη ἀκτίνων, αὐτή ἡ δέσμη εἶναι φορέας πολλῶν πραγμάτων· εἶναι φορέας θερμότητος καί φωτός, φορέας χημικῶν ἀλλοιώσεων, καί μηχανικῶν ἀκόμη ἄν θέλέτε, καί οὕτω καθ᾿ ἑξῆς. Ἔτσι λοιπόν ἡ θεωρία τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ εἶναι φορέας μακαριότητος, εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει τόν ἄνθρωπο πραγματικά εὐτυχισμένο. Καί αὐτή ἡ μακαριότητα δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ ἐδῶ στή γῆ, παρά μόνο μερικῶς.
Ἀλλά πῶς ὅμως θά ἔχει ἡ καρδιά εἰρήνη, ἄν δέν ὑπάρχει καί ὁ ἁγιασμός; Προηγουμένως δηλαδή πρέπει νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό ὅλα τά ἁμαρτήματα, καί τά σαρκικά καί τά ψυχικά. Σαρκικά ἁμαρτήματα εἶναι ἡ ἀνηθικότητα, ἀπό σωματικῆς πλευρᾶς. Ἄν δηλαδή ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας νά κινεῖται στήν ἀνηθικότητα, μή περιμένουμε νά ἔχουμε εἰρήνη στήν ψυχή μας, μή περιμένουμε νά δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ· εἶναι ἀδύνατο!
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι χωρίς τόν ἁγιασμό «οὐδεῖς ὄψεται τόν Κύριον», δέν μπορεῖ κανείς νά ἔχει οὔτε εἰρήνη οὔτε ὅραση τοῦ Θεοῦ! Τίποτα. Ἐπειδή εἶστε νέοι ἄνθρωποι, θά παρακαλέσω –ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτή ἡ ροπή πάντοτε στό κακό, ἐξαιτίας βέβαια τῆς πεσμένης μας φύσεως– νά τό προσέξετε αὐτό, ἰδίως σχετικά μέ τά σαρκικά ἁμαρτήματα. Ἐπιμένω. Καί ἐπιμένω γιατί ἐπιμένει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό μᾶς λέει ἡ ἐμπειρία μας.
Ἀλλά καί τά ψυχικά ἁμαρτήματα –ὅπως πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ὁ φθόνος, τό μίσος– ὅλα αὐτά τά ψυχικά ἁμαρτήματα ἐμποδίζουν τόν ἄνθρωπο νά ἔχει εἰρήνη μέσα στήν ψυχή του.
Ἀλλά τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ εἰρήνη;
Εἰρήνη εἶναι ἡ ἀγαθή σχέση ἀνάμεσα σέ δύο πρόσωπα ἤ σέ δύο ὁμάδες ἀνθρώπων, καί ἐκεῖ ἐπιδιώκεται ἡ ἐξασφάλιση καί ἡ διατήρηση τῆς γαλήνης, τῆς ἠρεμίας καί τῆς συμφωνίας. Νά ἔχουμε δηλαδή ὅλοι τό ἴδιο πνεῦμα, καί τοῦτο βέβαια πάντοτε μέ τή διάσταση τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Διότι καί οἱ ληστές ἔχουν μία κάποια συμφωνία μεταξύ τους, ἀλλά δέν ἔχουν τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δέν ἔχουν βέβαια τήν ἀγάπη. Ἐκεῖνοι συμφωνοῦν γιά νά κάνουν τό κακό· ἡ συμφωνία ὅμως τῶν εἰρηνοποιῶν εἶναι μέσα στό πνεῦμα τῆς ἀγάπης, μέσα στό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ.
Εἰρηνοποιοί λέγονται ὅσοι ἀποκαθιστοῦν τή χαμένη εἰρήνη ἀνάμεσα σέ δύο ἀντιμαχόμενες ὁμάδες ἤ ἀντιμαχόμενα πρόσωπα. Αὐτός πού φέρνει τήν εἰρήνη, πού συμφιλιώνει, αὐτός λέγεται εἰρηνοποιός. Ἀλλά γιά νά εἶναι κάποιος εἰρηνοποιός, πρέπει ὁ ἴδιος βέβαια νά ἔχει εἰρήνη, νά εἶναι υἱός εἰρήνης, κι αὐτό εἶναι μεγάλο πράγμα. Αὐτή ἡ ἔκφραση, υἱός εἰρήνης, ἔχει μεγάλο νόημα3!
Ὁ Κύριος εἶπε κάποτε στούς μαθητές Του: « Ὅταν πᾶτε κάπου νά κηρύξετε τό Εὐαγγέλιο, τό σπίτι πού θά σᾶς ὑποδεχθεῖ νά τό εὐλογήσετε καί νά πεῖτε: “εἰρήνη τῶ οἴκῳ τούτῳ”4», εἰρήνη σ᾿ αὐτό τό σπίτι. Καί ἄν ἐκεῖ ὑπάρχει υἱός εἰρήνης –δηλαδή ὁ οἰκοδεσπότης εἶναι ἄνθρωπος πού ἔχει τήν εἰρήνη– τότε ἡ εἰρήνη πού θά δώσετε σάν εὐλογία θά μείνει στό σπίτι αὐτό. Ἀντίθετα, ἄν δέν ὑπάρχει υἱός εἰρήνης ἐκεῖ, δηλαδή δέν βρίσκεται ἄνθρωπος πού νά ἀγαπᾶ τήν εἰρήνη, τότε αὐτή θά γυρίσει πίσω σ᾿ ἐσᾶς πού τή δώσατε».
Βλέπετε λοιπόν τί θά σημαίνει εἶμαι υἱός εἰρήνης;
Ἡ εἰρήνη ἐμφανίζεται σέ τρεῖς τομεῖς. Ὁ πρῶτος τομέας εἶναι νά ὑπάρχει ἡ εἰρήνη ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί στόν Θεό.
Μετά εἶναι ἡ εἰρήνη ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές τίς ἴδιες τίς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως θά δοῦμε λίγο πιό κάτω.
Καί τέλος εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν συνάνθρωπό του.
Ἄς δοῦμε πρῶτα τήν εἰρήνη τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.
Βέβαια ὁ Θεός θέλει πάντοτε νά ἔχει εἰρήνη μέ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος δέν τό θέλει πάντοτε αὐτό. Αὐτή ἡ εἰρήνη τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἶναι ἡ πραγματοποίηση, ἡ ἐφαρμογή τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου τῆς Γεννήσεως, «καί ἐπί γῆς εἰρήνη»5.
Ξέρετε πόσο παρεξηγημένο εἶναι αὐτό; Πολλοί νομίζουν ὅτι αὐτή ἡ «ἐπί γῆς εἰρήνη»εἶναι ἐκείνη πού θά σταματοῦσε τούς πολέμους ἐπάνω στή γῆ. Δέν εἶναι ὅμως αὐτό, ἀλλά εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἐπειδή κάποτε ὁ ἄνθρωπος, στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, ζήτησε νά αὐτονομηθεῖ ἀποστατώντας ἀπό τόν Θεό. Τό μέγιστο δέ ἁμάρτημα εἶναι αὐτή ἡ αὐτονομία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό· δηλαδή λέμε στόν Θεό: «Δέν σ᾿ ἔχω ἀνάγκη, Θεέ μου. Τί; Νά μέ κάνεις καλά;... Μά ἔχω τήν ἰατρική ἐπιστήμη! Νά μοῦ δώσεις νά φάω; Ἔχω τήν ὑγεία μου, καλά νά εἶναι ἡ τσέπη μου, τά χωράφια μου»!
Τό πόσο ἀνόητος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού σκέπτεται ἔτσι, δέν εἶναι ἀνάγκη νά τό ποῦμε. Στήν ἀλαζονεία του ἀνοητεύει ὁ ἄνθρωπος καί βλέπει ἔτσι τά πράγματα. Τό «ἐπί γῆς είρήνη» λοιπόν εἶναι ἡ πραγματοποίηση τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου, τό νά ἐπέλθει δηλαδή συμφιλίωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Καί ἄν κάθε ἄνθρωπος συμφιλιωνόταν μέ τόν Θεό, αὐτόματα θά εἴχαμε εἰρήνη καί πάνω στή γῆ. Δέν θά γίνονταν πόλεμοι, δέν θά εἴχαμε διχόνοιες καί τέτοια πράγματα, δέν θά γίνονταν προφανῶς μάχες καί λοιπά.
Ἔτσι, ἄς μή νομίσουμε ὅτι αὐτό τό «ἐπί γῆς εἰρήνη» ματαιώθηκε ἐπειδή ἐδῶ καί δύο χιλιάδες χρόνια συνεχίζονται οἱ πόλεμοι πάνω στή γῆ. Ἐπειδή ἀκριβῶς ὑπάρχει αὐτή ἡ παρανοημένη ἀντίληψη –μά ἐντελῶς παρανοημένη, ἔξω ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ– γι᾿ αὐτό φθάνουν οἱ ἄνθρωποι –οἱ ἀρνητικοί ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι πού ἐπιμένουν στήν αὐτονομία τους– νά λένε ὅτι χρεωκόπησε ὁ Χριστιανισμός, ὅτι δέν μᾶς ἔδωσε τό προσδοκώμενο, καί γι᾿ αὐτό λοιπόν φεύγουμε ἀπό τόν ἀστερισμό τοῦ Ἰχθύος –ἄκουσον, ἄκουσον!– καί πηγαίνουμε στόν ἀστερισμό τοῦ Ὑδροχόου καί δημιουργοῦμε τή Νέα Ἐποχή! Ἡ Νέα Ἐποχή δέ εἶναι τούτη: «Χριστέ Ἰησοῦ, δυό χιλιάδες χρόνια δέν πέτυχες τίποτα. Ἔ, πᾶμε τώρα στόν ἄλλο Χριστό –Χριστός σημαίνει Μεσσίας– στόν ἄλλο Μεσσία», δηλαδή τόν Ἀντίχριστο. Εἶναι φοβερό! Ἡ καρδιά τοῦ θέματος τοῦ Ἀντιχρίστου καί τῆς ἀποδοχῆς του εἶναι αὐτό πού σᾶς λέω τώρα· «Δέν μᾶς ἔδωσες; Πήγαινουμε ἐκεῖ». Τό εἶπε ὁ Χριστός. «Ἄν ἔλθει ἄλλος, αὐτόν θά τόν ἀκούσετε»6. Καί ἐπειδή οἱ Ἐβραῖοι ἦταν στραβά τοποθετημένοι, νόμισαν ὅτι ὁ Χριστός θά ἐρχόταν νά ἐπιβάλει τήν εἰρήνη ἐπάνω στή γῆ, ἀλλά μέ τήν ἔννοια πού ἐκεῖνοι ἤθελαν, δηλαδή τήν πολιτική, τήν ἐθνική, τήν οἰκονομική, ὅπως θέλετε πάρτε το, καί ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς συμφιλιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, σταματώντας δηλαδή νά ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία ἐπάνω στή γῆ.
Αὐτό, ξαναλέω, εἶναι ἡ καρδιά, ὁ πυρήνας τῆς παρουσίας τοῦ Ἀντιχρίστου καί τῆς ἀποδοχῆς του. Αὐτό εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία· αὐτό εἶναι ὅλο!
Ἀλλά ἐκείνη ἡ εἰρήνη πού ὑμνήθηκε ἀπό τούς ἁγίους ἀγγέλους ἦταν ἡ κατεξοχήν εἰρήνη.
Ὅταν ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο, δέν τόν ἀγκατέλειψε, δέν τόν ἄφησε μόνο του, ἔστω καί ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ἦταν μέσα στή μακαριότητα τοῦ Παραδείσου. Ὁ Θεός ζητοῦσε πάντα νά ἔχει κοινωνία μέ τόν ἄνθρωπο, νά ἔχει φιλικές σχέσεις μαζί του –τό ὑπογραμμίζω: φιλικές– καί αὐτό βέβαια θά παρέμενε ἄν οἱ πρωτόπλαστοι, ὁ Ἀδαμ καί ἡ Εὔα, εἶχαν εἰρήνη καί ἁγιότητα καρδιᾶς.
Δυστυχῶς ὅμως αὐτή ἡ ἁγιότητα χάθηκε γρήγορα, γιατί θέλησαν, ὅπως σᾶς εἶπα προηγουμένως, νά αὐτονομηθοῦν. Ἔτσι ταυτόχρονα ἔφυγε καί ἡ εἰρήνη.
Θυμηθεῖτε, τότε πού ὁ Χριστός ἐμφανίστηκε γιά μιά ἀκόμα φορά μέσα στόν Παράδεισο... λέγοντας ἐκεῖνο τό «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;»7. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἐπισκέπτης χτυπάει τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, καί δέν παίρνει ἀπάντηση, γιατί ὁ νοικοκύρης μάλιστα τρέπεται σέ φυγή καί πάει καί κρύβεται στό ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ του! Ἔτσι δικαιολογεῖται καί ὁ διάλογος μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου. «Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; Γιατί κρύφτηκες;». «Εἶμαι γυμνός, γι᾿ αὐτό ντρέπομαι» λέει ὁ Ἀδάμ. «Ποιός σοῦ εἶπε ὅτι εἶσαι γυμνός; Ποιός ἦρθε καί σοῦ τό σφύριξε στό αὐτί αὐτό;». Εἴδατε; φιλική σχέση. Δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ἐμφανιζόταν ὁ Θεός Λόγος στούς πρωτοπλάστους· ὄχι, δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά. Γι᾿ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι ὑπῆρχε αὐτή ἡ φιλική σχέση.
Τώρα ἐπισκέπτεται ξανά ὁ Θεός Λόγος τόν ἄνθρωπο· γίνεται ἄνθρωπος, ἔρχεται πιό κοντά, γιά νά πεῖ: «ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν»8. Ἄν ἐφαρμόζετε ὅσα σᾶς λέω, εἶστε φίλοι μου. Καί αὐτή ἡ χαμένη φιλία ξαναβρίσκεται μέ τόν ἁγιασμό.
Ἐπιμένω στό θέμα τοῦ ἁγιασμοῦ, γιατί ὁ Κύριος εἶπε: «ὅσα ἐγώ ἐντέλλομεν ὑμῖν», ὅσα σᾶς παραγγέλλω. Συνεπῶς πρέπει νά ἐφαρμόζετε ἐκεῖνα τά ὁποῖα λέω. Αὐτό εἶναι ὁ ἁγιασμός, αὐτό φέρνει τήν ἀποκατάσταση τῆς φιλίας. Γι᾿ αὐτό καί ὁ προφήτης Ἡσαϊας δέεται στόν Κύριο καί λέει: «Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, εἰρήνην δός ἡμῖν, πάντα γάρ ἀπέδωκας ἡμῖν»9. Δηλαδή: Κύριε, δώσε μας εἰρήνη, γιά ὅλα, ὅσα ἔχουμε, Ἐσύ μᾶς τά ἔχεις δώσει.
Οἱ θυσίες τῆς ἀρχαιότητος, πού ὀνομάζονταν ἑκατόμβες ἐπειδή προσφέρονταν ἑκατό βόδια – τά ἔσφαζαν ἐπάνω σέ μία ξύλινη σχάρα, πού ἦταν τοποθετημένη πάνω ἀπό ἕναν λάκκο, καί ἀπό κάτω ἦταν ἐκεῖνος πού ἤθελε νά ἐξιλεωθεῖ ἀπέναντι στόν Θεό καί δεχόταν τό αἷμα τῶν σφαζομένων ζώων – ἀλλά καί οἱ λατρεῖες τῶν λαῶν τῆς γῆς, δέν φανερώνουν τί ἄλλο παρά τήν ἀναζήτηση καί τήν ἀποκατάσταση αὐτῆς τῆς εἰρήνης ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό πού διακόπηκε.
Κανένας πόθος δέν βρέθηκε νά εἶναι τόσο βαθύς μέσα στήν ἀνθρώπινη ψυχή, ὅσο ὁ πόθος τῆς εἰρήνης.
Καί ἡ θέση τῶν εἰρηνοποιῶν εἶναι νά συμφιλιώνουν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεό, ὁδηγόντας τους πάλι κοντά Του. «Ἄνθρωπε, γιατί ἔφυγες ἀπό τόν Θεό; Γύρνα πίσω, μήν ἁμαρτάνεις». Αὐτό βεβαίως δέν μπορεῖ νά τό κάνει ὁ εἰρηνοποιός, ἄν δέν ἔχει ὁ ἴδιος εἰρήνη· δέν μπορεῖ νά παίξει τόν ρόλο του ὡς εἰρηνοποιοῦ.
Στήν παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ βλέπει κανείς νά σκιαγραφεῖται αὐτή ἡ ἐπιστροφή καί ἡ ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης. Γυρίζει πίσω ἡ εἰρήνη, μέ τή μετάνοια τοῦ ἀσώτου10.
Αὐτό τό βρίσκουμε σήμερα στό Μυστήριο τῆς Μετανοίας καί τῆς Ἐξομολογήσεως, πού εἶναι τό κατεξοχήν μυστήριο τῆς συμφιλιώσεως μέ τόν Θεό. Ἐγώ προσωπικά, ὡς κληρικός πού εἶμαι καί ἀσκῶ τό μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, ἔχω βαθειά, βαθυτάτη τή συνείδηση ὅτι ὅταν ἐξομολογοῦνται οἱ ἄνθρωποι ἐγώ γίνομαι ὁ εἰρηνοποιός, ὁ συμφιλιωτής ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους πού ἁμάρτησαν καί στόν Θεό. Διότι ὅταν ὁ ἄλλοςμετανοεῖ, συμφιλιώνεται μέ τόν Θεό. Ὁ Πνευματικός λοιπόν εἶναι εἰρηνοποιός, εἶναι συμφιλιωτής. Εἶναι πάρα πολύ σημαντικό αὐτό, καί σᾶς εἶπα ὅτι ἔχω βαθειά ἐπίγνωση τοῦ θέματος.
Καί τώρα ἄς δοῦμε τήν εἰρήνη μέ τόν ἑαυτό μας.
Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλῶς διχασμένος μετά τήν πτώση του, στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ, ἀλλά θά ἔλεγα ὅτι εἶναι κομματιασμένος. Ἰδίως ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι μιά κομματιασμένη προσωπικότητα, καί ἐδῶ εἶναι καί ἡ τραγικότητα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου.
Ἔτσι ἔχουμε φρικτές συγκρούσεις ἐσωτερικές, δηλαδή συγκρούσεις νοήσεως, συναισθήματος καί βουλήσεως. Αὐτές εἶναι οἱ τρεῖς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, πού μεταξύ τους συγκρούονται. Ἀλλά καί ἡ ψυχή συγκρούεται μέ τό σῶμα.
Ἀκόμη ἔχουμε σύγκρουση τῶν προσωπικῶν μας ἐπιθυμιῶν καί τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ λέει αὐτό, ἀλλά ἐγώ θέλω νά κάνω κάτι διαφορετικό.
Ἀκόμη, μέσα μας ὑπάρχουν πόθοι ἀνεκπλήρωτοι. Θά θέλαμε νά πετύχουμε αὐτό ἤ ἐκεῖνο, δέν τό πετυχαίνουμε, ἀλλά παρά ταῦτα αὐτοί οἱ πόθοι ἐπιμένουν ὁπωσδήποτε νά ἐκπληρωθοῦν. Τό ἀποτέλεσμα ἴσως εἶναι νά βρεθοῦμε σέ νευρολογική κλινική!
Γι᾿ αὐτό σήμερα ἔχουμε πολλούς ἀνθρώπους πού ἔχουν ψυχικές ἀναστατώσεις, ἔχουν συγκρούσεις, προβλήματα ὅπως λέμε, ἰδίως στή νεολαία μας. Δέν ὑπάρχει ἡ εἰρήνη ἀνάμεσα στίς τρεῖς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, τή νόηση, τή βούληση καί τό συναίσθημα, καί ἀνάμεσα στήν ψυχή καί τό σῶμα.
Εἰρηνοποιός ἐδῶ μπορεῖ νά εἶναι καί πάλι ὁ Πνευματικός, ἀλλά βασικά θά σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. Πρέπει νά καταλάβει ὁ ἄνθρωπος γιατί συγκρούεται μέ τοῦτο καί μ᾿ ἐκεῖνο μέσα στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, νά ἐπισημάνει τίς συγκρούσεις αὐτές, νά προσεγγίσει τόν Κύριο καί νά ἀποκαταστήσει τήν εἰρήνη ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά τά διεστῶτα, αὐτά δηλαδή τά ἀντιφατικά στήν ψυχή του καί πού τώρα συγκρούονται. Ναί. Καί αὐτά, ὅπως σᾶς εἶπα, εἶναι: ἀνεκπλήρωτοι πόθοι, ἐπιθυμία ἡδονῶν, ὅλα αὐτά!
Ἀλλά νά ποῦμε στόν ἑαυτό μας: « Γιά στάσου. Δέν μένεις ἰκανοποιημένος πού ἔχεις μόνο αὐτό; Θέλεις κι ἐκεῖνο καί τό ἄλλο; Καί ἄν δέν τά ἀποκτήσεις, χάλασε ὁ κόσμος;».Γιατί νά θέλουμε ὁπωσδήποτε, σώνει καί καλά, νά πετύχουμε κάτι, κι ἄν αὐτό δέν γίνει νά φτάνουμε ἀκόμη καί στήν αὐτοκτονία; Γιατί;
Πρέπει λοιπόν, ὅπως λέει ὁ Ζηγαβινός, «εἰρηνεύσας τό θέλημα τῆς ἰδίας σαρκός μετά τοῦ θελήματος τῆς ψυχῆ αὐτοῦ καί ὑποτάξας τό χεῖρον τῷ κρείττονι».Δηλαδή: Νά εἰρηνεύσεις τό θέλημα τοῦ σώματός σου μέ τό θέλημα τῆς ψυχῆς σου, καί ἔτσι θά ὑποτάξεις τό χειρότερο, τό μικρότερο, στό καλύτερο, τό μεγαλύτερο, τό σῶμα στήν ψυχή, καί ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή σου στόν Θεό. Ἄν τό κάνεις αὐτό, τότε βεβαίως θά ἔχεις εἰρήνη.
Καρδιά πού “μεριμνᾶ καί τυρβάζῃ περί πολλά”, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στή Μάρθα,11ἔχει χαμένη τήν εἰρήνη.
Σέ καρδιά πού δέν πιστεύει στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ εἰρήνη δέν μπορεῖ νά στεριώσει.
Καρδιά πού ὑποκλέπτει τόν ἑαυτό της ἀπό τή χάρη καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά νά παραδοθεῖ στό θέλημα τό δικό της εἶναι καρδιά πού ἔχει χαμένη τήν εἰρήνη.
Καρδιά πού ἔχει χάσει τόν ἑαυτό της, τότε εἶναι ὁλότελα χαμένη.
Λέει τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν: «Οὐαί τοῖς ἀπολωλεκόσι τήν καρδίαν», ἀλλοίμονο σέ ἐκείνους πού ἔχουν χάσει τήν καρδιά τους.
Τέλος, ἔχουμε καί τήν εἰρήνη μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ρίζα καί αἰτία κάθε φιλονικίας, διαιρέσεως καί ἔχθρας εἶναι ὁ ἐγωισμός καί ἡ φιλαυτία. Ἡ φιλαυτία, πού εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τοῦ ἐγώ, δηλαδή ἡ ἐξυπηρέτηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, παίρνει πολλές μορφές, καί ἄλλοτε παρουσιάζεται ὡς διεκδίκηση συμφερόντων, ἄλλοτε ὡς τιμή καί ὑπόληψη, ἄλλοτε ὡς ἀναζήτηση ἡδονῆς. Ξέρετε πόσοι κάνουν καί φόνο ἀκόμη, γιατί δέν ἱκανοποιοῦνται οἱ ἡδονές τους; Ἔτσι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος στερηθεῖ κάτι ἀπό αὐτά, ἀμέσως φιλονικεῖ, ἐχθρεύεται, φθονεῖ, μισεῖ.
Τό τί διαστάσεις μπορεῖ νά πάρει μία τέτοια κατάσταση, ἄν δέν ἐπέμβει κάποιος, δέν εἶναι καί ἀνάγκη νά τό ποῦμε. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού θά βοηθήσεις ἐκείνους πού εἶναι σέ διάσταση, εἶναι ὁ εἰρηνοποιός.
Γιά νά μπορεῖ ὅμως κανείς νά εἶναι εἰρηνοποιός, πρέπει νά προσβλέπει στό αἰώνιο πρότυπό του, τόν Χριστό. Ἀπό ἐκεῖ θά ἀντλήσει τήν εἰρήνη, γιατί ὁ Χριστός «ἐστιν ἡ εἰρήνη ὑμῶν»12, ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Ἐφεσίους.
Καί ὁ Κύριος εἶπε: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν»13. Δηλαδή: Τή δική μου εἰρήνη σᾶς ἀφήνω, τή δική μου εἰρήνη σᾶς δίνω. Ὄχι ὅπως σᾶς τή δίνει ὁ κόσμος, τήν κοσμική εἰρήνη· ἐγώ σᾶς δίνω τή δική μου τήν εἰρήνη.
Καί ποιά εἶναι ἡ ἀμοιβή τῶν εἰρηνοποιῶν; «Ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται»14. Αὐτοί θά κληθοῦν παιδιά τοῦ Θεοῦ, καί ἐδῶ στή γῆ καί στόν Οὐρανό. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο βραβεῖο τῶν εἰρηνοποιῶν: ἡ υἱοθεσία, τό ὅτι θά γίνουν παιδιά τοῦ Θεοῦ! Καί παιδί τοῦ Θεοῦ σημαίνει καί ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, κληρονόμος τοῦ Χριστοῦ, κληρονόμος Θεοῦ, «συγκληρονόμος Χριστοῦ», πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.15
Καλοί μου φίλοι, εἶναι μεγάλος τίτλος τιμῆς τό νά εἶσαι εἰρηνοποιός, ὄχι σέ θέματα εἰρήνης τοῦ κόσμου, ἀλλά σέ θέματα εἰρήνης τοῦ Θεοῦ! Γι᾿ αὐτό πρέπει νά βροῦμε τήν εἰρήνη μέ κάθε τρόπο καί νά τήν ἀσκοῦμε ὡς εἰρηνοποιοί. Νά εἴμαστε πάντοτε ὅπως μᾶς θέλει ὁ Θεός, καί τότε θά μᾶς ἐκφράζει ὁ μακαρισμός «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί Θεοῦ κληθήσονται».
Κυριακή, 21 Ἰανουαρίου 1996
Συνεχίζεται...
Τέλος καί τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων
ἀφθάρτῳ ἀοράτῳ μόνῳ σοφῷ Θεῷ
τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Ἀπό τό βιβλίο: “ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ”
π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου
Ἐκδόσεις: “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”
1Ματθ. Ε΄: 9.
2Ἑβρ. Ιβ΄ : 14.
3Βλ. Λουκᾶ, Ι΄ : 3. Πρβλ. Ματθ. : Ι΄ : 16.
4Λουκ. Ι ΄: 5.
5Λουκ. Β΄ : 14.
6Ἰωάν. Ε΄ : 43.
7Γέν. Γ΄ : 9.
8Ἰωάν.. ΙΕ΄ : 14.
9Ἡσ. ΚΣΤ΄: 12.
10Βλ. Λουκ. Ιε΄: 11-35.
11Βλ. Λουκ. Ι΄: 41.
12Ἐφεσ. Β΄ : 14.
13Ἰωάν. ΙΔ΄: 27.
14Ματθ. Ε΄ : 9.
15Βλ. Ρωμ. Η΄ : 17.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου