Σελίδες

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Οἰκουμενισμός καί οἱ πικροί καρποί του...!


Προσφάτως, γίναμε αὐτόπτες μάρτυρες μιᾶς δημόσιας ἀντιπαραθέσεως στό διαδίκτυο, μέ ἀνακοινώσεις, κείμενα καί ἀπαντητικές ἐπιστολές, μεταξύ κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς καί τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀλβανίας. Συγκεκριμένα, τό ἀντιαιρετικό γραφεῖο τῆς Μητρ. Πειραιῶς[1] (καί ἔπειτα κληρικός τῆς ἴδιας Μητροπόλεως), ἄσκησε κριτική στήν θεολογική σκέψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀναστασίου, ἀποδεικνύοντας μέ τά λεχθέντα καί τά πραχθέντα τοῦ κ. Ἀναστασίου, ὅτι ἀποκλίνει τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, καί ταυτίζεται μέ τήν οἰκουμενιστική.
     Ἀπ’ ὅτι φαίνεται, ὅμως, ἡ Ἀρχιεπισκοπή Τιράνων, ὄχι μόνο δέν δέχεται κριτική, ἀλλά ἀντιδρᾶ ἐπιθετικά, θεωρῶντας ἴσως, ὅτι βρίσκεται στό ἀπυρόβλητο, καί ὅτι μπορεῖ νά δρᾶ ὡς αὐθεντία καί ὡς ἐξουσίαν ἔχουσα, χωρίς νά ἀκολουθεῖ τά βήματα τοῦ ὄντως τήν ἐξουσίαν ἔχοντος, Βασιλέως Χριστοῦ. Ἔτσι, θεώρησε«πρωτάκουστη πρωτοτυπία στά ἐκκλησιαστικά χρονικά, ἕνα Γραφεῖο μιᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως τῆς Ἑλλάδος νά ἐπιτίθεται προσβλητικά σέ Προκαθήμενο μιᾶς γειτονικῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας»[2]. Ἐκεῖνο πού μᾶς προκαλεῖ ἐρωτηματικά, εἶναι: α) γιατί θεωρεῖ τήν Θεολογική κριτική πρωτάκουστη πρωτοτυπία,  καί β) τί ἀκριβῶς θεωροῦν ὡς προσβολή, τό ὅτι ὑπάρχει ξεκάθαρα ἕνα προσανατολισμός, πού ἀποκαλεῖται Οἰκουμενιστικός; Ἤ τό ὅτι γίνονται ὅλοι οἱ μετέχοντες «στούς ἀτελέσφορους καί ἐπιζήμιους Διαθρησκειακούς Διαλόγους ἑκόντες ἄκοντες, ὄργανα τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων γιά τήν προώθηση τῆς δαιμονικῆς πανθρησκείας»; (Μήπως ἐνοχλεῖ ὁ αὐτονόητος ἐπιθετικός προσδιορισμός «δαιμονικῆς»;)
     Ὄντως, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀναστάσιος, εἶναι προικισμένος μέ πολλά χαρίσματα ἀπό τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό μας, ἔχει πλούσιο βιογραφικό προσφορᾶς στήν Ἱεραποστολή καί τόν θαυμάζουμε εἰλικρινῶς γι’ αὐτό. Ἐπίσης, βρίσκεται, θά λέγαμε, σ’ ἕνα ἐχθρικό περιβάλλον. Ἔχει ὅμως, ἀξιωθεῖ ἀπό τόν δωρεοδότη Χριστό τήν Ἀρχιερωσύνη, καί ὡς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ἀπεστάλη «ὡς πρόβατο ἐν μέσῳ λύκων»! (Ματθ. 10,16). Πέραν τούτων, χρέος ὅλων ἡμῶν εἶναι νά ἀσκοῦμε καλοπροαίρετη κριτική, μέ ὅση ἀγάπη διαθέτουμε, καί φυσικά, χωρίς ἐμπάθεια.

     Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος λοιπόν, ὀφείλει νά εἶναι προσεκτικός στό περιβάλλον πού ζεῖ, νά προφυλάσσεται, ἀλλά νά μήν κάνει οὐδεμία ἔκπτωση στήν Ἁγία Πίστη μας (Ματθ. 10,16-18). Πρίν ἀποπειραθοῦμε νά δώσουμε τίς δικές μας τεκμηριωμένες ἀπαντήσεις στά ἀνωτέρω ἐρωτήματα, διότι δέν νομίζω ν’ ἀσχοληθεῖ κανείς μέ μᾶς, θά γυρίσουμε δυό-τρία χρόνια πίσω. Τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, στό Κολυμβάρι τῆς Κρήτης, ὅπου ἔγινε ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» γιά τούς προκαθημένους τῶν δέκα, ἀπό τίς δεκατέσσερεις, Ἐκκλησιῶν, γιά δέ τό πλῆθος τῶν πιστῶν Χριστιανῶν, Ψευδοσύνοδος, στήν ἐναρκτήρια ὁμιλία του, εἶπε, μεταξύ ἄλλων, ὁ ἐκλεκτός Ἀρχιεπίσκοπος:
     «... νά ὑπενθυμίσουμε τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν ταυτότητα αὐτῆς τῆς ἁγίας καί μεγάλης Συνόδου, ἐπειδή ἀκούγεται καί πάλι, καί νομίζω καί στά γράμματα πού ἐλέχθησαν: μά πῶς μπορεῖ νά εἶναι μία σύνοδος, ὅταν εἶναι μόνο 24 Ἐπίσκοποι ἀπό κάθε τοπική Ἐκκλησία καί ὄχι ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι καί ἄλλα διάφορα πράγματα τά ὁποία λέγονται.
     Εἶναι ἀναγκαῖο νά μπορέσουμε νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὑπάρχει μία ἰδιαιτερότητα· παραμένει αἰσθητό ἕνα σαφές σύμβολο καί ἔκφανση τῆς ἑνότητας τῶν ὀρθοδόξων. Δέν εἴμαστε ἕνα ἀντίγραφο Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί εἶναι λάθος αὐτό πού γίνεται νά ζητοῦμε κάθε τόσο ἀντιστοιχίες, δέν ὑπάρχει ἕνας αὐτοκράτορας σήμερα, δέν ὑπάρχουν οἱ συνθῆκες τῆς πρώτης χιλιετίας. Οὔτε εἴμαστε ἕνα τηλεομοιότυπο, ἕνα φάξ, τῶν τρόπων μέ τόν ὁποῖον συνέρχονται οἱ Ἐκκλησίες στή Δύση. Εἴμαστε κάτι ἰδιαίτερο, δέν εἶναι κακό αὐτό. Εἶναι πολύ σημαντικό. Ὑπάρχουν ὁρισμένοι οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι μόνο ἡ ἀκριβῆς ἐπανάληψη γεγονότων καί Συνόδων τοῦ παρελθόντος εἶναι αὐθεντικά ὀρθόδοξη. Ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν ἐνεργεῖ μόνο σέ μιά ἐποχή, παραμένει καθοριστικός ὁδηγός τῆς Ἐκκλησίας, στή ροή τῶν χρόνων.
     Ἄς χαροῦμε λοιπόν, αὐτήν τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν δωρεά πού μᾶς χαρίζει καί ἄς εὐχηθοῦμε νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ ἐργασίες μέ ἀδελφική σύμπνοια καί ἐμπνευσμένη δημιουργικότητα. Ὑπενθυμίζω ὅτι ὅταν ἀρχίσατε, ὅπως εἴπατε Παναγιώτατε, τίς συνάξεις τῶν προκαθημένων, ὑπῆρξαν πολλές φωνές πού εἶπαν ὅτι αὐτός ὁ θεσμός εἶναι ἄγνωστος. Ἦταν μία καινοτομία εὐλογημένη καί εἴμαστε εὐγνώμονες Παναγιώτατε, γιά ὅλες αὐτές τίς συνάξεις πού οὐσιαστικά προετοίμασαν αὐτή τή σύνοδο. Ἄν δέν εἶχαν γίνει οἱ συνάξεις, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δέν θά εἴχαμε φτάσει σέ αὐτό τό τέρμα...»[3].
     Σχολιάζοντας ταχύτατα ὁρισμένα σημεῖα, θά ἐκφράζαμε τήν ἀπορία μας, μέ τήν τόσο ἀρνητική τοποθέτηση ἔναντι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ποιός Ὀρθόδοξος δέν θά ἤθελε νά μετέχει σέ τέτοιες Συνόδους Οἰκουμενικοῦ κύρους, ἀνάμεσα σέ Ἁγίους καί ὁμολογητές Πατέρες;! Ἅγιο Σπυρίδωνα, Μέγα Ἀθανάσιο, Ἅγιο Νικόλαο, καί ἄλλους. Ποιός Ὀρθόδοξος δέν θά ἤθελε νά ξαναγίνουν γιά νά θεραπεύσουν τά πραγματικά προβλήματα τῆς ἐποχῆς καθώς καί τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ἴσως ἔχει ὅμως δίκαιο, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, λέγοντας ὅτι δέν ὑπάρχουν σήμερα οἱ συνθῆκες γιά τήν πραγματοποίηση τέτοιων Συνόδων: προφανῶς ἀπουσίαζε ἡ ἁγιότητα! Ποῦ εἶναι τά θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνα, τοῦ ἁγίου Ἀχιλλίου, τοῦ ἁγίου Νικολάου... ποῦ ἦταν τό Ἅγιο Πνεῦμα; Παρά ταῦτα ὅμως, δανείστηκαν οἱ προκαθήμενοί μας, τήν ἱερή ὀνομασία αὐτῶν (τῶν Συνόδων): «ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Συνόδῳ»[4].
     Ἐρχόμενοι στό θέμα μας, ἀποροῦμε: πῶς κάποιος πού τάσσεται σαφῶς ὑπέρ τῶν καινοτομιῶν καί τῶν ἰδιαιτεροτήτων, νέων καί ἀγνώστων θεσμῶν, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐκπλήσσεται, καί νά κατηγορεῖ ὡς«πρωτάκουστη πρωτοτυπία»  τήν κριτική πού τοῦ ἀσκεῖται γιά θέματα πίστεως, θεωρῶντας την«ἀντιδεοντολογική»; Παραδόξως δέ, αὐτό τό γεγονός, εἶναι συνηθισμένο στήν ἐκκλησιαστική μας παράδοση, φθάνοντας σέ σημεῖο, ὅταν οἱ πιστοί σιωποῦν, νά ὁμιλοῦν οἱ ὄνοι καί οἱ λίθοι ἀκόμη (σάν καί τοῦ λόγου μας)!
     Μεγαλύτερη ἐντύπωση μᾶς προκαλεῖ τό γεγονός τῆς θεωρήσεως ὡς ὕβρη, ἀπό τήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή, τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς θεολογικῆς πρακτικῆς τοῦ κ. Ἀναστασίου, ὡς Οἰκουμενιστικῆς. Ἐνοχλήθηκαν, δηλαδή, ἀπό τήν λέξη «Οἰκουμενισμός», ἕνας ἀπό τούς σκοπούς τοῦ ὁποίου εἶναι καί «ἡ προώθηση τῆς δαιμονικῆς πανθρησκείας»; Εἶναι ἄλλωστε γνωστό, τό βιβλίο τοῦ πρώην Γενικού Γραμματέα του Π.Σ.Ε., Konrad Raiser, στό ὁποῖο ἀναφέρονται τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους: «Τό μέλλον τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ;». Γιά τό ἐν λόγῳ βιβλίο, γίνεται μνεία καί σέ ὑποσημείωση στήν μεταπτυχιακή ἐργασία τοῦ Νικολάου Τσιρεβέλου[5]: «Ἡ συμβολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας, Ἀναστασίου Γιαννουλάτου στήν ἀναβίωση τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς, στό Μισό τοῦ 20ου αἰῶνα» [6].
Στήν ἔννοια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθόλου προσβλητικά, ἀναφέρεται καί ὁ Πέτρος Βασιλειάδης, καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, «ἀπό τούς ἐπιφανέστερους ἐκπροσώπους μιᾶς οἰκουμενικῆς θεολογίας: ‘‘Στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ ὑπόθεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὡς στοιχεῖο πού ἀπορρέει ἀπό τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχει δυστυχῶς τή θέση πού τῆς ἁρμόζει στό χῶρο τοῦ θεολογικοῦ καί τοῦ γενικότερου πνευματικοῦ στοχασμοῦ. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ ἑλλαδική τουλάχιστον θεολογία νά παραμένει σέ κατάσταση στασιμότητας καί σχολαστικῆς ἀμετροέπειας, στήν καλύτερη περίπτωση τέλειας ἀποξένωσης ἀπό τούς ἀγωνιώδεις προβληματισμούς τῆς παγκόσμιας χριστιανικῆς κοινότητας. Κατά τραγική εἰρωνεία ὁ μοναδικός θεολογικός (ἀντί)λογος προέρχεται ἀπό τό χῶρο τῶν παλαιοημερολογιτῶν, καί ὅσων ἐνστερνίζονται τίς θεολογικές τους προϋποθέσεις, μέ τίς γνωστές βέβαια μονομέρειες καί τά ἱστορικά καί ψυχολογικά σύνδρομα’’».[7]
«Οἰκουμενισμός Ι: μία δογματική προσέγγιση»[8], εἶναι καί ὁ τίτλος συγγράμματος τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ὅπως ἐπίσης καί τό βιβλίο «The Ecclesiastical Significance of the WCC: The Legacy and Promiseof Toronto, Orthodox Visions of Ecumenism, Statements, Messages and Reports on the EcumenicalMovement 1902 – 1992», τοῦ Borovoy Vitaly, ἐκδόσεων τοῦ WCC, κ. ἄ. Γιατί ὅλοι αὐτοί δέν ἐνοχλοῦνται;
     Εἶναι ἀπορίας ἄξιον λοιπόν, νά θεωρεῖται ὁ ὄρος αὐτός, ὕβρις, μιᾶς καί εἶναι διεθνῶς καί ἐπιστημονικῶς κατοχυρωμένος, καί ὑποδηλώνει τήν κίνηση πού σκοπό ἔχει τήν παγκόσμια διαχριστιανική καί διαθρησκειακή ἔνωση! Τό πρόβλημα προφανῶς εἶναι, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός καί αὐτοί πού τόν ἐνστερνίζονται, ἔρχονται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν ὀρθόδοξο Πίστη μας, καί αὐτό δέν εἶναι δική μας ἐπινόηση, ἀλλά κραυγή ἀγωνίας ΟΛΩΝ τῶν σύγχρονων Ἁγίων καί Γερόντων! Καί αὐτό εἶναι πού ἐνοχλεῖ!
Μέ τήν, ἐν Χριστῷ, ἀγάπη,
Πορφυρίτης  





[1] «Ποιούς πραγματικούς στόχους ἐξυπηρετεῖ ὁ ‘‘θρησκευτικός πλουραλισμός’’»,
http://aktines.blogspot.com/2018/12/blog-post_70.html, «Όταν η κριτική "βαπτίζεται" ως συκοφαντία και ύβρη!», http://aktines.blogspot.com/2019/01/blog-post_862.html#more καί π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος: Οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου, http://aktines.blogspot.com/2019/02/blog-post_67.html, π. Άγγελος Αγγελακόπουλος, «Ἡ στρεβλή καί ἀντορθόδοξη ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου. (Ἀπάντηση σέ κείμενο τοῦ Γραφείου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Τιράνων Ἀλβανίας)», http://aktines.blogspot.com/2019/02/blog-post_44.html
[3] Opening Session: Holy and Great Council - His Beatitude Archbishop Anastasios of Albania, His Beatitude Archbishop Anastasios of Albania speaks at the Opening Session of the Holy and Great Council, convened from June 19-26, 2016.
[4] «Περὶ τῶν ὀνομαζόντων μὲν ἑαυτοὺς Καθαρούς ποτε, προσερχομένων δὲ τῇ καθολικῇ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳκαὶ μεγάλῃ συνόδῳ...», Κανὼν Η´ τῆς ἐν Νικαίᾳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Α´ Συνόδου!
[5] Ἀναγράφεται στήν σελ. 132-133: «Περισσότερα στίς οὐσιαστικές θέσεις – συμβολή τοῦ πρώην Γενικοῦ Γραμματέα τοῦ Π.Σ.Ε.Konrad Raiser στή συλλογή μελετημάτων του, Τό Μέλλον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀλλαγή Παραδείγματος στήν Οἰκουμενική Κίνηση;...»
[7] Στυλιανός Χ. Τσομπανίδης, ἘΠ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Α.Π.Θ., «Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ», (σελ.163)
[8] «Σύμφωνα πάντα μὲ τὸν πρύτανη τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας τοῦ αἰώνα μας, τὸν μακαριστὸ π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ὁ ὁποῖος σὲ διάφορα ἔργα του, ὅπως τὰ Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, Δημιουργία καὶ Ἀπολύτρωση, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοση, τὸ ἕνα ἐκ τῶν δύο κατεξοχὴν οἰκουμενικῶν συγγραμμάτων του τὸ Ecumenism I: A doctrinal approach, ἀλλὰ κυρίως καὶ μὲ ἐμφατικὸ τρόπο στὸ Τὸ σῶμα τοῦ ζῶντος τοῦ Χριστοῦ, σημειώνει ὅτι δὲν ὑπάρχει σὲ ὅλη τὴν  μακραίωνη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα σχῆμα ἀκριβές, ἀποδεκτὸ καὶ πλῆρες ὅσον ἀφορᾶ τὸν τρόπο τῆς παρουσίασης, τῆς μελέτης καὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας.», Βασιλείου Β. Δημητριάδη, «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἑνότητας τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν στὸ ἔργο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ», (σελ. 50), http://ikee.lib.auth.gr/record/128677/files/GRI-2012-8178.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου