Σελίδες

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

2 Δεκεμβρίου. Ἀββακούμ τοῦ προφήτου. Πορφυρίου ὁσίου του Καυσοκαλυβίτου. Ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ. Ἡμέρας. Δευτ. κε΄ ἑβδ. ἐπιστ. (Β΄ Θεσ. α΄ 1 - 10).
Β Θεσ. 1,1         Παῦλος καὶ Σιλουανὸς καὶ Τιμόθεος τῇ ἐκκλησίᾳ Θεσσαλονικέων ἐν Θεῷ πατρὶ ἡμῶν καὶ Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ·
Β Θεσ. 1,1                  Ο Παύλος και ο Σιλουανός και ο Τιμόθεος εις την Εκκλησίαν των Θεσσαλονικέων, η οποία έχει ιδρυθή και υπάρχει εν τω ονόματι του Θεού και Πατρός ημών και του Κυρίου Ιησού Χριστού,

Β Θεσ. 1,2         χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Β Θεσ. 1,2                 είθε να είναι εις σας η χάρις και η ειρήνη από τον Θεόν Πατέρα μας και τον Κυριον Ιησούν Χριστόν.
Β Θεσ. 1,3         Εὐχαριστεῖν ὀφείλομεν τῷ Θεῷ πάντοτε περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί, καθὼς ἄξιόν ἐστιν, ὅτι ὑπεραυξάνει ἡ πίστις ὑμῶν καὶ πλεονάζει ἡ ἀγάπη ἑνὸς ἑκάστου πάντων ὑμῶν εἰς ἀλλήλους,
Β Θεσ. 1,3                 Οφείλομεν να ευχαριστούμεν τον Θεόν πάντοτε δια σας, αδελφοί, όπως είναι πρέπον και δίκαιον, διότι αυξάνει πλουσίως με το παραπάνω η πίστις σας και πλεονάζει η αγάπη του καθενός από σας προς όλους τους άλλους.
Β Θεσ. 1,4         ὥστε ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν ὑμῖν καυχᾶσθαι ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν καὶ πίστεως ἐν πᾶσι τοῖς διωγμοῖς ὑμῶν καὶ ταῖς θλίψεσιν αἷς ἀνέχεσθε,
Β Θεσ. 1,4                 Τοσον δε αξιόλογος είναι η πίστις και η αγάπη σας, ώστε ημείς οι ίδιοι να καυχώμεθα δια λογαριασμόν ιδικόν σας εις τας Εκκλησίας του Θεού, δια την υπομονήν σας και την πίστιν σας εις όλους τους διωγμούς και τας θλίψεις, τας οποίας με εγκαρτέρησιν υπομένετε.
Β Θεσ. 1,5         ἔνδειγμα τῆς δικαίας κρίσεως τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸ καταξιωθῆναι ὑμᾶς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὑπὲρ ἧς καὶ πάσχετε,
Β Θεσ. 1,5                 Είναι δε αυταί λαμπρά απόδειξις της δικαίας κρίσεως του Θεού, δια να αξιωθήτε σεις με την υπομονήν, που δείχνετε, της βασιλείας του Θεού, προς χάριν της οποίας υφίστασθε παθήματα.
Β Θεσ. 1,6         εἴπερ δίκαιον παρὰ Θεῷ ἀνταποδοῦναι τοῖς θλίβουσιν ὑμᾶς θλῖψιν
Β Θεσ. 1,6                 Διότι θα είναι έργον δικαιοσύνης εκ μέρους του Θεού, εις εκείνους μεν που σας θλίβουν, να ανταποδώση θλίψιν,
Β Θεσ. 1,7         καὶ ὑμῖν τοῖς θλιβομένοις ἄνεσιν μεθ᾿ ἡμῶν ἐν τῇ ἀποκαλύψει τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀπ᾿ οὐρανοῦ μετ᾿ ἀγγέλων δυνάμεως αὐτοῦ
Β Θεσ. 1,7                 και εις σας, οι οποίοι θλίβεσθε, να ανταποδώση άνεσιν, ανάπαυσιν και χαράν, μαζή με ημάς, όταν θα φανερωθή ο Κυριος Ιησούς από τον ουρανόν μαζή με τους αγγέλους, τους ισχυρούς και δυνατούς, χάρις εις την δύναμιν, την οποίαν ο ίδιος τους έχει δώσει.
Β Θεσ. 1,8         ἐν πυρὶ φλογός, διδόντος ἐκδίκησιν τοῖς μὴ εἰδόσι Θεὸν καὶ τοῖς μὴ ὑπακούουσι τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
Β Θεσ. 1,8                 Θα φανερωθή δε με φλόγα πυρός και θα αποδώση την δικαίαν τιμωρίαν εις εκείνους, που δεν θέλουν να γνωρίζουν τον Θεόν και να υπακούουν στο Ευαγγέλιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Β Θεσ. 1,9         οἵτινες δίκην τίσουσιν ὄλεθρον αἰώνιον ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ,
Β Θεσ. 1,9                 Αυτοί θα δώσουν λόγον των πράξεών των και θα καταδικασθούν εις αιώνιον όλεθρον εκ μέρους του Κυρίου Ιησού και από την ένδοξον και ακατανίκητον δύναμίν του,
Β Θεσ. 1,10        ὅταν ἔλθῃ ἐνδοξασθῆναι ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ καὶ θαυμασθῆναι ἐν πᾶσι τοῖς πιστεύσασιν, ὅτι ἐπιστεύθη τὸ μαρτύριον ἡμῶν ἐφ᾿ ὑμᾶς, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.
Β Θεσ. 1,10               όταν θα έλθη να δοξασθή μαζή με όλους τους αγίους του και να θαυμασθή ανάμεσα εις όλους όσοι επίστευσαν εις αυτόν. Και τούτο, διότι έγινε πιστευτόν και παραδεκτόν από αυτούς το κήρυγμά μας και η μαρτυρία μας περί του Ιησού Χριστού, αυτή ακριβώς που εδώκαμεν και εις σας. Και αυτή η δόξα και μακαριότης των αγίων θα πραγματοποιηθή κατά την μεγάλην και επίσημον εκείνην ημέραν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ. Ἡμέρας. Δευτ. ιβ΄ ἑβδ. Λουκᾶ. (Λκ. κ΄ 27 - 44).
Λουκ. 20,27        Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, ἐπηρώτησαν αὐτὸν
Λουκ. 20,27             Επλησίασαν τότε τον Ιησούν μερικοί από τους Σαδδουκαίους, οι οποίοι έλεγαν ότι δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών και τον ηρώτησαν
Λουκ. 20,28        λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν, ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ ἔχων γυναῖκα, καὶ οὗτος ἄτεκνος ἀποθάνῃ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.
Λουκ. 20,28             λέγοντες· “διδάσκαλε, ο Μωϋσής έγραψε για μας στον νόμον του, ότι εάν ο αδελφός κάποιου αποθάνη και έχη γυναίκα και αυτός αποθάνη άτεκνος, πρέπει ο αδελφός του να λάβη σύζυγον την γυναίκα και να γεννήση απόγονον στον αδελφόν του.
Λουκ. 20,29        ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν· καὶ ὁ πρῶτος λαβὼν γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος·
Λουκ. 20,29             Ησαν λοιπόν επτά αδελφοί· και ο πρώτος αφού ενυμφεύθη μίαν γυναίκα απέθανε άτεκνος.
Λουκ. 20,30        καὶ ἔλαβεν ὁ δεύτερος τὴν γυναῖκα, καὶ οὗτος ἀπέθανεν ἄτεκνος·
Λουκ. 20,30             Και επήρε ο δεύτερος την γυναίκα αυτήν, αλλά και αυτός απέθανε άτεκνος.
Λουκ. 20,31        καὶ ὁ τρίτος ἔλαβεν αὐτὴν ὡσαύτως· ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ ἑπτά· οὐ κατέλιπον τέκνα, καὶ ἀπέθανον·
Λουκ. 20,31              Και ο τρίτος επήρε επίσης αυτήν. Το ίδιο και οι επτά· και δεν αφήκαν τέκνα και απέθανον.
Λουκ. 20,32        ὕστερον δὲ πάντων καὶ ἡ γυνὴ ἀπέθανεν.
Λουκ. 20,32             Υστερα δε από όλους απέθανε και η γυναίκα.
Λουκ. 20,33        ἐν τῇ ἀναστάσει οὖν τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα.
Λουκ. 20,33              Κατά την ανάστασιν λοιπόν των νεκρών εις ποίον από τους επτά αδελφούς θα είναι σύζυγος η γυναίκα αυτή; Διότι και οι επτά την είχαν νόμιμον σύζυγον”.
Λουκ. 20,34        καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου γαμοῦσι καὶ ἐκγαμίζονται·
Λουκ. 20,34             Και αποκριθείς ο Ιησούς τους είπεν· “οι άνθρωποι της παρούσης ζωής νυμφεύονται και δίδονται εις γάμον.
Λουκ. 20,35        οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται·
Λουκ. 20,35              Εκείνοι όμως που θα αξιωθούν να απολαύσουν την μέλλουσαν ζωήν και την εκ νεκρών ανάστασιν ούτε νυμφεύονται ούτε δίδονται εις γάμον.
Λουκ. 20,36        οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες.
Λουκ. 20,36             Διότι ούτε και να αποθάνουν πλέον δύνανται, επειδή τα σώματα των είναι άφθαρτα και αιώνια. Είναι όμοιοι με τους αγγέλους και υιοί του Θεού, υιοί που δεν προέρχονται από φυσικήν γέννησιν, αλλά από την ανάστασιν, που ο Θεός θα διατάξη και θα πραγματοποιήση.
Λουκ. 20,37        ὅτι δὲ ἐγείρονται οἱ νεκροί, καὶ Μωϋσῆς ἐμήνυσεν ἐπὶ τῆς βάτου, ὡς λέγει Κύριον τὸν Θεὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Θεὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Θεὸν Ἰακώβ.
Λουκ. 20,37              Οτι δε ανασταίνονται οι νεκροί το ανήγγειλε και ο Μωϋσής εκεί εις την βάτον, όταν δηλαδή ονομάζη τον Κυριον ως τον Θεόν του Αβραάμ και τον Θεόν του Ισαάκ και τον Θεόν του Ιακώβ.
Λουκ. 20,38        Θεὸς δὲ οὐκ ἔστι νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· πάντες γὰρ αὐτῷ ζῶσιν.
Λουκ. 20,38             Μαθετε δε ότι ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών. Διότι όλοι, όσοι έχουν φύγει από την γην και είναι δι' ημάς νεκροί, δια τον Θεόν είναι ζωντανοί, ζουν πλησίον αυτού εις επικοινωνίαν με αυτόν”.
Λουκ. 20,39        ἀποκριθέντες δέ τινες τῶν γραμματέων εἶπον· διδάσκαλε, καλῶς εἶπας.
Λουκ. 20,39             Μερικοί δε από τους γραμματείς, αντίθετοι των Σαδδουκαίων, έλαβαν τον λόγον τότε και είπαν· “Διδάσκαλε, πολύ καλά ωμίλησες”.
Λουκ. 20,40        οὐκέτι δὲ ἐτόλμων ἐπερωτᾶν αὐτὸν οὐδέν.
Λουκ. 20,40             Δεν ετολμούσαν δε πλέον να τον ερωτούν κατά τρόπον δόλιον εις τίποτε, διότι έβγαιναν νικημένοι και εντροπιασμένοι.
Λουκ. 20,41        Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· πῶς λέγουσι τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυΐδ εἶναι;
Λουκ. 20,41              Είπε δε προς αυτούς· “πως λέγουν ότι ο Χριστός είναι απόγονος του Δαυΐδ;
Λουκ. 20,42        καὶ αὐτὸς Δαυΐδ λέγει ἐν βίβλῳ τῶν ψαλμῶν· εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου
Λουκ. 20,42             Ενώ ο ίδιος ο Δαυίδ στο βιβλίον των ψαλμών λέγει· είπεν ο Κυριος και Θεός στον Κυριον μου Χριστόν, κάθισε εις τα δεξιά μου επί του θρόνου,
Λουκ. 20,43        ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.
Λουκ. 20,43             έως ότου βάλω τους εχθρούς σου υποπόδιον εις τα πόδια σου.
Λουκ. 20,44        Δαυΐδ οὖν αὐτὸν Κύριον καλεῖ· καὶ πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν; 
Λουκ. 20,44             Ο Δαυίδ λοιπόν ονομάζει αυτόν Κυριον, και πως είναι δυνατόν να είναι μόνον απόγονός του; Η προσφώνησις αυτή εκ μέρους του Δαυΐδ, φανερώνει ότι ο Μεσσίας δεν είναι μόνον απόγονος του Δαυΐδ, αλλά Κυριος και Θεός”.

http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/KD/03.%20Louk.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου