Σελίδες

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

Ἄγιος Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ

Ο άγιος μεγαλομάρτυς του Χριστού Θεόδωρος ο Στρατηλάτης[1] καταγόταν από τα Ευχάϊτα, μικρή πόλη κοντά στην Αμάσεια[2]. Η γενναιότητά του και η ρητορική του δεινότητα κέρδισαν την εκτίμηση του αυτοκράτορα Λικινίου (περί το 320), ο οποίος τον διόρισε στρατηγό και διοικητή της Ηράκλειας[3]. Μόλις ανέλαβε το αξίωμά του, ο Θεόδωρος αποκάλυψε δίχως φόβο ότι ήταν χριστιανός και με τους φλογερούς του λόγους μετέστρεψε μεγάλο μέρος των κατοίκων της πόλεως στην αληθή Πίστη. Λέγεται μάλιστα ότι επιβεβαίωσε την αλήθεια του κηρύγματός του σκοτώνοντας ένα μεγάλο φίδι που τρομοκρατούσε τους κατοίκους της περιοχής. Ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε την απρόσμενη διαγωγή του ευνοούμενού του και τον κάλεσε κοντά του, αλλά ο Θεόδωρος αντιπρότεινε στον Λικίνιο να έλθει ο ίδιος να τον επισκεφθεί στην Ηράκλεια με τα χρυσά και αργυρά του είδωλα. Ενθαρρυμένος από ένα ενύπνιο όραμα που του ανήγγειλε ότι είχε φθάσει η ώρα να δώσει με το αίμα του μαρτυρία της αγάπης του για τον Χριστό, επεφύλαξε μεγαλοπρεπή υποδοχή στον αυτοκράτορα. Αυτός θαυμάζοντας την ευταξία της πόλεως, πρότεινε στον διοικητή να επιδείξει την ευσέβειά του στους θεούς προσφέροντας θυσία. Ο Θεόδωρος συγκατένευσε και ζήτησε μόνο να πάρει τα είδωλα στο σπίτι του την νύκτα, για να τους αποδώσει τάχα λατρευτικές τιμές πριν την δημόσια θυσία. Πήρε λοιπόν τα χρυσά είδωλα που είχε φέρει μαζί του ο Λικίνιος και πέρασε την νύκτα κομματιάζοντάς τα και πρωί-πρωί μοίρασε το χρυσό στους φτωχούς. Όταν έφθασε η ώρα της θυσίας, ήλθε ένας εκατόνταρχος κατατρομαγμένος, αναφέροντας στον αυτοκράτορα ότι είχε δει έναν φτωχό να κουβαλάει το χρυσό κεφάλι ενός αγάλματος της Αρτέμιδος. Μόλις συνήλθε ο εμβρόντητος ηγεμόνας, διέταξε έξαλλος να δέσουν τον άγιο στο τιμωρητικό ξύλο και με βούνευρα να του δώσουν εφτακόσιες μαστιγιές στην ράχη, πεντακόσιες στην κοιλιά και με το μαστίγιο που είχε στις άκρες του σφαιρίδια μολυβένια να τον κτυπήσουν στον αυχένα. Κατόπιν, έγδαραν τον άγιο και, αφού πέρασαν δαυλούς πάνω στις πληγές του, τον έξυσαν με θραύσματα αγγείων. Την ώρα του μαρτυρίου το μόνο που έκανε ο άγιος μάρτυς ήταν να επαναλαμβάνει: «Δόξα Σοι, ο Θεός μου!».

Τον έριξαν στην φυλακή, τον άφησαν για επτά ημέρες δίχως τροφή και, κατόπιν, τον σταύρωσαν έξω από την πόλη. Οι στρατιώτες ανελέητοι βύθισαν στο γεννητικό του όργανο σιδερένια ράβδο που του ξέσχισε τα σωθικά, ενώ τα παιδιά διασκεδάζοντας έριχναν βέλη για να του βγάλουν τα μάτια. Υπομονετικός στα βασανιστήρια και μακρόθυμος απέναντι στους δημίους του, κατά το παράδειγμα του Κυρίου και Θεού του, ο Θεόδωρος παρέμενε ακλόνητος στην προσευχή του και ενεθάρρυνε τον δούλο του Ούαρο να σημειώνει γραπτώς όλες τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου του.
Ὑπομονὴν ἀνένδοτον,
καρτερίαν ἀνάλωτον,
καὶ ὑπερφυῆ ἀνδρείαν
ἐνδειξάμενος,
ποικίλαις κολάσεσι,
καὶ χαλεπαῖς στρεβλώσεσι,
πάντων τῶν Μαρτύρων,
ὑπερέβης τοὺς ἄθλους·
παθῶν Δεσποτικῶν δέ,
τῷ σταυρῷ κοινωνήσας,
καὶ πλέον ὑπομείνας,
μειζόνως ἐδοξάσθης.
(Κανὼν τοῦ Ὄρθρου,
ᾠδὴ η΄, β΄ τροπάριον).
Την νύκτα τον άφησαν κρεμασμένο στον σταυρό και ήλθε άγγελος Κυρίου, τον αποκαθήλωσε και, αφού του γιάτρεψε όλες τις πληγές, τον ενεθάρρυνε να προσκαρτερήσει μέχρι τέλους στον αγώνα του. Όταν το πρωί ήλθαν δύο στρατιώτες για να κατεβάσουν το πτώμα του, έμειναν εμβρόντητοι βρίσκοντάς τον σώο και αβλαβή και ασπάσθηκαν την Πίστη του Χριστού, παρασύροντας μαζί τους το υπόλοιπο απόσπασμα και εν συνεχεία τους στρατιώτες που είχαν σταλεί για να τους τιμωρήσουν.

Αντιλαμβανόμενος ότι μπροστά σε τόσα θαύματα υπήρχε κίνδυνος η αναστατωμένη πόλη να εξεγερθεί, ο Λικίνιος έστειλε άλλους στρατιώτες με την εντολή να θανατώσουν δίχως χρονοτριβή τον Θεόδωρο, τον υπαίτιο όλων αυτών των ταραχών. Κάποιοι χριστιανοί θέλησαν να παρέμβουν, αλλά ο άγιος μάρτυς, αισθανόμενος ότι είχε πλέον φθάσει η ώρα να ολοκληρώσει την ένωσή του με τον Χριστό, τους σταμάτησε και παρουσιάσθηκε γαλήνια μπροστά στους δημίους του. Αφού σφραγίστηκε με το σημείο του ζωοποιού Σταυρού, έκλεινε τον αυχένα και έλαβε με ένα πλήγμα του ξίφους τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του, οι χριστιανοί μετέφεραν θριαμβικά εν πομπή το άγιο λείψανο στο πατρικό του σπίτι στα Ευχάϊτα. Εκεί επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων ανά τους αιώνες, σε σημείο μάλιστα που αργότερα η πόλη μετονομάσθηκε «Θεοδορούπολις»[4].


-Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ -
[1] Μερικές αρχαίες πηγές δεν τον διακρίνουν από τον άγιο Θεόδωρα τον Τήρωνα [17 Φεβρ.]· π.χ. Γρηγορίου Νύσσης: «Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Θεόδωρον», PG46, 739-748. Παρά το γεγονός ότι η Ακολουθία του αγίου δεν συμπεριλαμβάνει ρητώς την Μεγάλη Δοξολογία, τα λειτουργικά βιβλία ορίζουν σήμερα να γίνεται κατάλυσις οίνου και ελαίου, αν η εορτή τύχει εκτός της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
[2] Η πόλη Ευχάϊτα ή Ευχάνεια (ή ακόμη Ευχαία) διακρίνεται από τα Ευχάϊτα, την πατρίδα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, διότι κατά τον 11ο αιώνα, ο όσιος Λάζαρος ο Γαλησιώτης [7 Νοεμ.] μετέβη για προσκύνημα στις δύο αυτές πόλεις.
[3] Βρίσκεται στον Πόντο και διακρίνεται από την Ηράκλεια, πρωτεύουσα της Θράκης.
[4] Η ανακομιδή των λειψάνων του εορτάζεται στις 8 Ιουνίου.




(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

https://wra9.blogspot.com/2022/02/blog-post_08.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου