Σελίδες

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Ἡγεμὼν μελῶν καὶ αἰσθήσεων. +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

Τελεῖται, ἀγαπητοί μου, ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων δώρων. Γιατί ἡ λειτουργία αὐτὴ ὀνομάζεται ἔτσι; ποιός εἶνε ὁ λόγος;

Ὅλοι γνωρίζουμε, ὅτι τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας ἢ θείας κοινωνίας ἢ θείας μεταλήψεως, τὸ ἀνώτερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ μυστήρια, ὁ Κύριος τὸ ἵδρυσε τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης στὸ ὑπερῷο, ὅπου συνήχθη μὲ τοὺς μαθητάς του γιὰ νὰ τελέσουν τὸ πάσχα. Ἐκεῖ ἔλαβε στὰ πανάχραντά του χέρια τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, τὰ εὐλόγησε, καὶ ὤ τοῦ θαύματος! τὸ ψωμὶ ἔγινε σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ κρασὶ ἔγινε αἷμα Χριστοῦ. Ἔδωσε δὲ ἐντολή, νὰ τελῆται αὐτὸ «εἰς ἀνάμνησίν» του (Λουκ. 22,19). Καὶ πράγματι οἱ μαθηταὶ τελοῦσαν πάντοτε τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, μὲ τρόπο ἀπέριττο στὴν ἀρχή, χωρὶς πολλὰ ψάλματα καὶ ὄχι σὲ μεγαλοπρεπεῖς ναοὺς σὰν αὐτοὺς ποὺ ἔχουμε τώρα· μὲ κίνδυνο κατέβαιναν στὶς κατακόμβες.
Σιγὰ – σιγὰ διαμορφώθηκαν τρεῖς λειτουργίες· τοῦ ἁγίου Ἰακώβου, ποὺ εἶνε ἐκτεταμένη, τοῦ μεγάλου Βασιλείου ποὺ τελεῖται καὶ τὶς Κυριακὲς τῆς μεγάλης Σαρακοστῆς, καὶ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ποὺ τελεῖται συνήθως.

Πῶς ἔγινε ὅμως ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων; Δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν ἑξῆς ἀνάγκη. Τὴ μεγάλη Σαρακοστὴ τελεία λειτουργία τελεῖται μόνο Σάββατο καὶ Κυριακή· τὶς ἄλλες ἡμέρες οἱ πιστοὶ δὲν μποροῦσαν νὰ κοινωνήσουν. Καλά, θὰ πῆτε, δὲν μποροῦσαν νὰ περιμένουν ὣς τὴν Κυριακή; Εἶχαν, ἀγαπητοί μου, πόθο νὰ κοινωνοῦν συχνά, εἰ δυνατὸν καθημερινῶς.

Ἄλλωστε ἡ μετάληψις δὲν διακόπτεται· ὅλη ἡ ζωή μας τί εἶνε· μιὰ μετάληψις. Τί κοινωνοῦμε; Τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, τὸ ὀξυγόνο τοῦ ἀέρα, τοὺς καρποὺς τῆς γῆς… Ἀλλὰ ἡ ὑψίστη, ἡ κορυφαία μετάληψις εἶνε ἡ θεία κοινωνία. Ἔτσι λοιπὸν ὡρίστηκε, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ ἑκάστης ἑβδομάδος νὰ τελῆται ἡ λειτουργία αὐτή. Καὶ λέγεται «τῶν προηγιασμένων», διότι τὰ ἅγια ποὺ μεταλαμβάνουμε σ᾿ αὐτὴν εἶνε ἁγιασμένα ἐκ τῶν προτέρων, ἀπὸ τὴν Κυριακή.

Ὅλα εἶνε ὡραῖα στὴ θεία λειτουργία τῶν προηγιασμένων. Ἀπὸ αὐτὸ τὸν πλοῦτο, ἐδῶ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἑρμηνεύσουμε μόνο τὴν πρώτη (Α΄) εὐχὴ τῶν πιστῶν. Λέγεται μυστικῶς, ἀλλὰ τώρα θὰ σᾶς τὴν διαβάσω κατὰ τμήματα.

Ἀρχίζει· «Ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ αἰνετός». Ὦμ Θεέ μας, λέει, εἶσαι μέγας καὶ «αἰνετός», ἄξιος δηλαδὴ νὰ σὲ αἰνοῦν, νὰ σὲ ὑμνοῦν. Καὶ ὄντως, ὅπου νὰ στρέψῃς τὸ βλέμμα σου, τὰ πάντα αἰνοῦν τὸν Θεό. Κι ἂν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι σιωπήσουμε, καὶ ὁ ἥλιος καὶ τ᾽ ἀστέρια καὶ «οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19,40). Ἕνας φυσιοδίφης περπατοῦσε σ᾿ ἕνα λιβάδι γεμᾶτο πολύχρωμα καὶ εὔοσμα λουλούδια· καὶ τὰ χτυποῦσε ἐλαφρὰ μὲ τὸ ῥαβδί του λέγοντας· Μὴ φωνάζετε τόσο, μὲ ξεκουφάνατε… Καταλάβατε; ἂν ἐμεῖς ἔχουμε ἀναισθησία, αὐτὸς εἶχε εὐαισθησία καὶ «ἄκουγε». Διότι καὶ «τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ» (Ματθ. 6,28) ὑμνοῦν τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ. «Μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα» (Ψαλμ. 144,3).

Ἐν συνεχείᾳ ἡ εὐχὴ ποὺ ἐξηγοῦμε λέει· «Ὁ τῷ ζωοποιῷ τοῦ Χριστοῦ σου θανάτῳ εἰς ἀφθαρσίαν ἡμᾶς ἐκ φθορᾶς μεταστήσας». Σύ, λέει, ὁ οὐράνιος Πατέρας, μὲ τὴ θυσία τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἔβγαλες ἀπὸ τὴ φθορά. Ἤμασταν φθαρτοί, μὲ φθαρτὸ σῶμα, καὶ μᾶς ἔντυσες μὲ ἀφθαρσία. Γι᾿ αὐτὸ τὸ Πάσχα ὑμνοῦμε τὸν ἀναστάντα Χριστό, ὁ ὁποῖος «διὰ πάθους τὸ θνητὸν ἀφθαρσίας ἐνδύει εὐπρέπειαν» (ζ΄ ᾠδή). Μετέχοντας στὴν μυστικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στὴν ἀφθαρσία.

Παρακάτω τί λέει· «Σὺ πάσας ἡμῶν τὰς αἰσθήσεις τῆς ἐμπαθοῦς νεκρώσεως ἐλευθέρωσον». Σύ, Κύριε, λέει, ἐλευθέρωσε τὶς αἰσθήσεις μας ἀπὸ τὴ νέκρωσι ποὺ δημιουργοῦν τὰ πάθη. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει πέντε αἰσθήσεις (ὅρασι, ἀκοή, γεῦσι, ὄσφρησι, ἁφή), ποὺ πρέπει νὰ φυλαχθοῦν ἀπὸ τὴν φθοροποιὸ ἐπήρεια τῶν παθῶν. Σᾶς συνιστῶ, ἂν θέλετε, νὰ διαβάσετε τὸ ὑπέροχο βιβλίο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου «Περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων», ποὺ εἶνε σχετικό. Θαυμαστὲς εἶνε οἱ αἰσθήσεις, καὶ ὀφείλουμε νὰ κυριαρχοῦμε σ᾿ αὐτές. Ἂν τὶς ἀφήσουμε ἀφύλακτες, θὰ γίνουμε σὰν τὰ ζῷα, ποὺ οἱ αἰσθήσεις τους εἶνε ὑποταγμένες στὰ ἔνστικτα.

Καὶ συνεχίζει· «Ἀγαθὸν ταύταις ἡγεμόνα τὸν ἔνδοθεν λογισμὸν ἐπιστήσας». Θεέ μας, σὺ ποὺ ἔδωσες τὶς αἰσθήσεις, μᾶς ἔδωσες καὶ τὸ νοῦ γιὰ νὰ τὶς κυβερνᾷ κατὰ τὸ θέλημά σου, ὅπως κυβερνᾷ ὁ βασιλεὺς τὸ λαό, ὁ στρατηγὸς τὸ στρατὸ καὶ ὁ πλοίαρχος τὸ πλοῖο. Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιβληθῇ στὶς αἰσθήσεις εἶνε ὁ νοῦς, ἡ διάνοια, ἡ σκέψις, ὁ λογισμός. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου θὰ εἶνε ἢ θεϊκὸς ἢ δαιμονικός. Ὅταν εἶνε θεϊκός, τότε ὁ Θεὸς βασιλεύει στὸ νοῦ καὶ ὁ νοῦς στὶς αἰσθήσεις.

Πιὸ ἀναλυτικὰ τώρα. «Καὶ ὀφθαλμὸς μὲν ἀπέστω παντὸς πονηροῦ βλέμματος». Πρῶτον ἡ ὅρασις. Τὸ μάτι, λέει, νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ κάθε πονηρὸ βλέμμα. Διότι «ἐκ τοῦ ὁρᾶν (ἀπὸ τὸ βλέμμα) γεννᾶται τὸ ἐρᾶν (ἀνάβει ἡ ἐπιθυμία)». Ὅλοι οἱ αἰσχροὶ ἔρωτες καὶ τ᾿ ἁμαρτήματα τῆς σαρκὸς γεννῶνται κυρίως ἀπὸ τὴν ὅρασι. Ἁμαρτία δὲν εἶνε μόνο ἡ πρᾶξις ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ πονηρὸ βλέμμα, ποὺ δημιουργεῖ μεγάλη διαταραχή. Κυβέρνησε, Κύριε, τὴν ὅρασί μας, ὥστε νὰ βλέπουμε μόνο τὰ πρέποντα.

«Ἀκοὴ δὲ λόγοις ἀργοῖς ἀνεπίβατος». Κυβέρνησε, Κύριε, καὶ τὰ αὐτιά μας, ὥστε νὰν μὴ δέχωνται πράγματα βλαβερά, συκοφαντίες καὶ κατακρίσεις. Ἡ ἀκοὴ μᾶς δόθηκε γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε τοὺς ἤχους τοῦ Θεοῦ, τὸ τραγούδι τῶν πουλιῶν, τὸν φλοῖσβο τῶν κυμάτων, τὸν ψίθυρο τῶν φύλλων, τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων καὶ τῶν κηρύκων. Ἐμεῖς δυστυχῶς τείνουμε τὸ αὐτὶ στὸν διάβολο καὶ ὄχι στὸ Θεό.

«Ἡ δὲ γλῶσσα καθαρευέτω ῥημάτων ἀπρεπῶν». Προσοχὴ προπαντὸς στὴ γλῶσσα, νὰ μένῃ καθαρὴ ἀπὸ λόγια ἀπρεπῆ. Ἡ γλῶσσα εἶνε μικρὸ μέλος τοῦ σώματος· δι᾿ αὐτῆς ὅμως γίνονται μεγάλα ἁμαρτήματα, τὸ δὲ τρομερώτερο ἀπ᾿ ὅλα εἶνε ἡ βλασφημία· καὶ δὲν ἁμαρτάνει μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημάει, ἀλλὰ κ᾿ ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει ἀπαθής.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτά, ποὺ σημαίνουν κυρίως ἀποχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, προχωρεῖ στὰ τελευταῖα αἰτήματα (γιὰ τὰ χείλη, τὰ χέρια, τὰ μέλη καὶ τὴ διάνοια), ποὺ σημαίνουν ἐνεργὸ συμμετοχὴ στὴν ἁγιότητα. «Ἅγνισον ἡμῶν τὰ χείλη τὰ αἰνοῦντά σε, Κύριε·». Κάνε ἁγνὰ τὰ χείλη μας, ὥστε πλέον ὄχι μόνο νὰ μὴν ἁμαρτάνουν ἀλλὰ καὶ νὰ μποροῦν νὰ σὲ ὑμνοῦν, Κύριε.

«Τὰς χεῖρας ἡμῶν ποίησον τῶν μὲν φαύλων ἀπέχεσθαι πράξεων, ἐνεργεῖν δὲ μόνα τὰ σοὶ εὐάρεστα». Κάνε τὰ χέρια μας, Κύριε, ὄχι μόνο νὰ ἀπέχουν ἀπὸ κακὲς πράξεις, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐργάζωνται πλέον τὸ καλό, μόνο ὅ,τι ἀρέσει σ᾿ ἐσένα. Θαυμαστὸ ὄργανο τὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου! ῾Ρώτησαν ἕνα διαπρεπῆ ἐπιστήμονα ἂν πιστεύῃ στὸ Θεό, καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε· Ἀσφαλῶς πιστεύω· καὶ μόνο τὸ χέρι μας φτάνει ν᾿ ἀποδείξῃ τὴν ὕπαρξι τοῦ Δημιουργοῦ.

Καὶ κλείνει ἡ εὐχή· «πάντα ἡμῶν τὰ μέλη καὶ τὴν διάνοιαν τῇ σῇ κατασφαλιζόμενος χάριτι». Ὅλα τὰ μέλη μας καὶ πρὸ παντὸς τὴ διάνοιά μας νὰ τὴν ἀσφαλίσῃς, Κύριε, μὲ τὴ χάρι σου. Γιὰ τὸ νοῦ ἀνέφερε προηγουμένως καὶ ἐδῶ μιλάει πάλι γιὰ τὴ διάνοια. Διότι ἀπὸ ᾿κεῖ προέρχονται ὅλα, καὶ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ μεγαλουργήματα. Ὁ λογισμὸς καὶ ἡ διάνοια εἶνε ὁ ἡγεμὼν τῶν μελῶν καὶ τῶν αἰσθήσεων. Ὑπεράνω δὲ ὅλων ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὰ μᾶς λέει, ἀδελφοί μου, αὐτὴ ἡ εὐχή. Καὶ μ᾿ αὐτὰ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴ θεία κοινωνία. Διότι, ὅπως εἴπαμε, ἡ προηγιασμένη μὲ τρόπο μυστικὸ φωνάζει· Κοινωνεῖτε τακτικὰ τὰ ἄχραντα μυστήρια!

῾Ρώτησαν τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο· Κάθε πότε νὰ κοινωνοῦμε; μιὰ φορὰ τὸ μῆνα; μιὰ φορὰ τὴ βδομάδα; ἢ μιὰ φορὰ τὸ χρόνο; Κ᾿ ἐκεῖνος ἀπήντησε· Εἶσαι ἕτοιμος; –καὶ πρέπει νὰ εἶσαι–, κοινώνα κάθε μέρα· δὲν εἶσαι ἔτοιμος; οὔτε τὸ Πάσχα! Βλέπεις μερικούς, τελείως ἀδιάφορους, ἔρχονται στὴν ἐκκλησία τὸ Πάσχα, καὶ σπρώχνονται νὰ μποῦν, χωρὶς καμμιά ἐπίγνωσι καὶ καμμιά ἑτοιμασία, ἁπλῶς νὰ κοινωνήσουν καὶ μετὰ νὰ φύγουν.

Μὲ τὴν ἐξήγησι αὐτὴ στὴν ἔξοχη πρώτη (Α΄) εὐχὴ τῶν πιστῶν τῆς λειτουργίας τῶν προηγιασμένων δώρων προσπάθησα νὰ σπείρω τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ποῦ ἔσπειρα; Ὁ Θεὸς ξέρει. Μερικοὶ εἶνε ἀδιάφοροι. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ψυχὲς ποὺ προσέχουν· «μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. 11,28). Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἀκούσῃ κανένας, ἔκανα τὸ χρέος μου, «ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω».

Ἂς εἶνε δοξασμένος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

https://tasthyras.wordpress.com/2026/02/25/ἡγεμὼν-μελῶν-καὶ-αἰσθήσεων-επίσκο/#more-130043

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου