Σελίδες

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος,Ὄρθρος Μεγάλης Τετάρτης: «Τό τροπάριον τῆς μελωδοῦ Κασσιανῆς» π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος


ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

με θέμα:

«ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΛΩΔΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 26-4-1994]

Από την όλη υμνολογία του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, αγαπητοί μου, δεσπόζει τον δοξαστικόν των αποστίχων, φερόμενον υπό το όνομα της βυζαντινής μελωδού Κασσιανής. Είναι το γνωστότατον, αυτό που προ ολίγου ακούσαμε: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή». Πριν, όμως, το προσεγγίσομε το τροπάριο αυτό, να πούμε δυο λόγια για την Κασσιανή. Η Κασσιανή υπήρξε μεγάλη ποιήτρια και μελωδός του 9ου αιώνος, κατά την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν μοναχή. Πολλά θρυλούνται γύρω από αυτήν. Έγραψε πολλά· και εκλεκτά. Ένα από αυτά είναι και το παρόν τροπάριον. Από τα συγγράμματά της διακρίνεται μια βαθιά μόρφωσις και ένας ώριμος νους. Θεωρείται η μόνη αξιομνημόνευτος ποιήτρια της βυζαντινής περιόδου. Τόσο θαυμαστή είναι…

Αυτό το περιώνυμον τροπάριό της, που ετέθη, όπως σας είπα, σαν δοξαστικό εις τα απόστιχα έχει ως εξής, ας το ξαναδιαβάσομε: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους Σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων Σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με, τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».
Ας αποπειραθούμε και μια απόδοση: «Κύριε, η γυναίκα που σκόνταψε σε πολλές αμαρτίες, επειδή αισθάνθηκε πίσω από την ανθρώπινη φύση Σου ότι ήσουν Θεός, αναλαμβάνει μυροφόρου έργου και γεμάτη οδυρμό, έρχεται πριν τον ενταφιασμό Σου, να Σε μυρώσει. ‘’Αλίμονο’’, έλεγε, ‘’γιατί ζω σε μια νύκτα σκοτεινή και ασέληνη, τρέχω από της ακολασίας τον οίστρο, κυριευμένη από της αμαρτίας τον έρωτα. Αλλά Συ, απ’ το νερό του πόντου που σύννεφα σηκώνεις, δέξου των δακρύων μου τους κρουνούς· από τα ύψη Σου λύγισε κι έλα, τους κρυφούς στεναγμούς της καρδιάς μου να ακούσεις, Συ, που με την ανείπωτη ενανθρώπησή Σου τους ουρανούς χαμήλωσες. Τα αμόλυντα πόδια Σου θα καταφιλήσω και με δάκρυα μετανοίας θα τα καταγεμίσω και με τους βοστρύχους της κεφαλής μου θα τα σπογγίξω. Αυτά τα πόδια που όταν η Εύα το δειλινό εκείνο στον Παράδεισο τον βρόντο τους άκουσε, απ’ τον φόβο της κρύφτηκε. Τα αμέτρητα των αμαρτιών μου πλήθη και των κριμάτων Σου τις αβύσσους να εξιχνιάσει ποιος μπορεί, Σωτήρα μου ψυχοσώστα; Μη με παρίδης, την δική Σου δούλη, Συ, που το έλεος έχεις αμέτρητον».

Είναι ένα ποίημα, όπως αντιλαμβανόμεθα, ένα ποίημα υψηλής εμπνεύσεως. Γνώσεως πολλής των βαθέων της ανθρωπίνης ψυχής, αλλά και ύψους, όπως θα το δούμε, ύψους θεολογίας. Εκείνο που τονίζεται και οπωσδήποτε αιφνιδιάζει πολλούς που αγνοούν, είναι ότι ταυτίζει τον άνθρωπον Ιησούν με τον Θεόν· που είναι ο Θεός Λόγος, τότε, στον Παράδεισο των Πρωτοπλάστων.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο κείμενο. Στο πρώτο μέρος γίνεται μια περιγραφή της αθλιότητος της ανθρωπίνης ψυχής. Η ανθρώπινη ψυχή μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων έχασε τον προσανατολισμό της. Την γενετήσια λειτουργία, που ο Θεός τόσο σοφά και τόσο φιλάνθρωπα έθεσε στο ανθρώπινο σώμα και φρόντισε, μετά την πτώση, να την καλύψει με τον δερμάτινο χιτώνα, για να μένει πάντοτε καλυμμένη, ο άνθρωπος μετέβαλε αυτήν την λειτουργία σε πορνεία· σε μια ανευλόγητη κατάσταση, σε μια ζωντανή σπατάλη. Αφού βεβαίως πέταξε μακριά ο άνθρωπος κάθε προστατευτικό σκέπασμα, για να μην εξαχρειωθεί, που του ‘βαλε ο Θεός. Και η ντροπή χάθηκε. Και ανεδύθη η αναισχυντία. Ο Θεός είπε στον Αδάμ: «Ποιος σου ανήγγειλε ότι είσαι γυμνός; Ποιος σου το ΄πε;». Ποιος άλλος υπήρχε να του το πει; Ποιος άλλος έξω από τον εαυτό του; Η ένοχη συνείδησή του ήταν εκείνη που τον έκανε να ντραπεί και να σπεύσει να καλυφθεί. Γιατί η αρχέγονος, εκείνη, απλότης είχε εξαφανιστεί. Και την θέση της, εκείνης της απλότητος την θέση, την πήρε η ντροπή. Για να γίνει γρήγορα, πολύ γρήγορα, αναισχυντία· φτάνοντας στο σχήμα της πορνείας.

Στο βάθος η ψυχή του ανθρώπου είναι πόρνη. Το σώμα είναι ουδέτερον. Και σαν πόρνη, η ψυχή του ανθρώπου έζησε μέσα στους αιώνες της ανθρωπίνης ιστορίας, η ψυχή του ανθρώπου εξανδραποδίστηκε από τον διάβολο· και έγινε δούλη του διαβόλου. Κι η ψυχή του ανθρώπου πουλιόνταν στη διεθνή αγορά, στα διεθνή παζάρια, στη θέα των ματιών των αγίων αγγέλων… Φρικτόν! Φρικτόν!

Αλλά ο Δημιουργός του ανθρώπου δεν μπορούσε να υποφέρει το κατάντημα του έργου των χειρών Του. Όταν μάλιστα εδημιούργει τον άνθρωπο, όλη την κτίση, και ειδικότερα τον άνθρωπο, μας πληροφορεί η Γραφή, ότι ευφραίνετο. Έχαιρε. Αξίζει να σας πω αυτό το κομμάτι που είναι από το όγδοο κεφάλαιο των «Παροιμιῶν»: «Ἡνίκα ἡτοίμαζε τὸν οὐρανόν (:-λέει η Ενυπόστατος Σοφία, ο Θεός Λόγος: όταν ο Πατέρας μου ετοίμαζε τον ουρανόν), συμπαρήμην αὐτῷ (:ήμουνα παρούσα μαζί Του)· ἤμην παρ᾿ αὐτῷ ἁρμόζουσα (:ήμουν κοντά Του)». Εκείνο το «παρά», «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» είναι ακριβώς το ίδιο! Το «παρά» και το «πρός» είναι το ίδιο. Ακριβώς η ιδία θέσις: «Ήμουν ἁρμόζουσα». Λογαριάστε ένα μηχάνημα που το βάζουν σε μια εφαρμογή. Βάζουν το ένα μέλος πλάι στο άλλο για να σχηματιστεί. Αυτό θα πει «ἁρμόζω». «Ὃτε ἐνευφραίνετο -Ποιος; Ο Πατήρ· όταν χαιρόταν- τὴν οἰκουμένην συντελέσας (:όταν έκανε την δημιουργία ολόκληρη) καὶ ἐχαίρετο ὁ Πατήρ καὶ ἐνευφραίνετο ἐν υἱοῖς ἀνθρώπων (:και χαιρόταν για τους ανθρώπους)». Έβλεπε τους ανθρώπους και τους χαιρόταν. Αλλά χαίρεται ο Πατήρ, χαίρεται ο Υιός, χαίρεται το Πνεύμα το Άγιον γιατί Ένας είναι ο Θεός. Εχαίρετο λοιπόν.

Έτσι εδώ, να το διαφορίσουμε, ο Θεός Λόγος χαίρεται όταν βλέπει τους ανθρώπους και εδώ τώρα, γιατί χαίρεται, αλήθεια, θα μου πείτε; Γιατί ο άνθρωπος ήταν εικόνα του Θεού Λόγου. Γι'αυτό. Όπως όταν θα μας φέρουν μια φωτογραφία μας. Ή γιατί να πάω στη φωτογραφία; Όταν θα δω το παιδί μου να γεννιέται και να μου μοιάζει καταπληκτικά, όσο μεγαλώνει δε να παίρνει τα χαρακτηριστικά μου, το αγαπώ το παιδί μου. Γιατί αγαπώ τον εαυτόν μου. Γι'αυτό αγαπώ το παιδί μου. Έχει τα γνωρίσματά μου. Έτσι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού Λόγου. Και μάλιστα, αν θέλετε ακριβέστερα, είναι εικόνα του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. Δηλαδή, το υπόδειγμα δεν είναι ο Αδάμ, του οποίου την μορφήν παίρνει ο Θεός Λόγος, αλλά είναι ο Θεός Λόγος ενόψει να ενανθρωπήσει, του Οποίου το υπόδειγμα παίρνει ο Αδάμ, κατασκευάζεται ο Αδάμ.

Έτσι, βλέπουμε εδώ ότι αγαπώντας ο Θεός τον άνθρωπο και μη θέλοντας να χαθεί αυτή η εικόνα του, οικονομεί την ενανθρώπηση του Λόγου, την ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.

Το δεύτερο, λοιπόν, μέρος του ποιήματος της Κασσιανής αναφέρεται εις αυτήν την προσέγγιση του Θεού, αλλά και στην προσέγγιση της πόρνης ανθρωπίνης ψυχής. Το δεύτερο μέρος είναι θεολογικότατον. Ίσως δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Γιατί αυτό είναι το μυστικό, τα πολύ μεγάλα και τα πολύ βαθιά να προσφέρονται με μίαν ανείπωτη απλότητα. Η αφορμή που δόθηκε και εις την ποιήτρια και που η Εκκλησία έβαλε το πόνημά της αυτό, το ποίημά της αυτό αυτήν την ημέρα, είναι από την αναγνωσθείσα ευαγγελική περικοπή, που το συναξάριον της ημέρας λέγει τα εξής- είναι αυτά που αύριο το πρωί θα ειπωθούν στην ευαγγελική περικοπή: «Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Τετάρτῃ, τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ Πόρνης γυναικός, μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε. Γυνή, βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον, τὴν Νικοδήμου προὔλαβε σμυρναλόην. Ἀλλ' ὁ τῷ, νοητῷ μύρῳ χρισθείς, Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν- αυτών των αφθόνως επιχυνομένων, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν, αυτά που τόσο άφθονα πάθη χύνονται στην ύπαρξή μας- ἐλευθέρωσον, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἀγαθός καὶ φιλάνθρωπος. Ἀμήν.». Αυτό είναι το Συναξάριον της ημέρας που επισημαίνει τι ακριβώς μνείαν ποιούμεθα κ.λπ.

Έτσι, εκείνη -ποια;- η αμαρτωλή γυναίκα- ποια; Εκείνη η πόρνη τότε, πραγματικό πρόσωπο- όταν πήγε να νίψει τα πόδια του Χριστού με το μύρο, κομίζει -και έρχεται μάλιστα παραλλήλως και η πόρνη του τροπαρίου της Κασσιανής, κομίζει μύρον, μεταφέρει μύρον και αναμειγνύει το μύρον με τα δάκρυα της μετανοίας της. Γιατί και εκείνη η πόρνη με μύρο και με δάκρυα έπλενε τα πόδια του Χριστού. Σε Εκείνον, που είναι το νοητόν μύρον. Διότι η ανθρωπίνη φύσις του Ιησού εχρίσθη με το Πνεύμα το Άγιον. Η ανθρωπίνη φύσις. Εχρίσθη με το Πνεύμα το Άγιον, εξ ου και Χριστός λέγεται. Αυτό θα πει Χριστός: ο κεχρισμένος.

Η πόρνη γυναίκα, όπως σημειώνει η ποιήτρια, «αἰσθομένη τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ» Τον προσεγγίζει. Τι θα πει «αἰσθομένη»; Αυτή που αισθάνθηκε, αυτή που ένιωσε. Πώς ένιωσε; Πώς διείδε; Πώς διησθάνθη; Ο καθένας ας πάρει αυτήν την λέξη και ας την κατανοήσει ο καθένας μόνος του, υποκειμενικά. Εκείνο το «αἰσθομένη». Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος «να κάνεις την προσευχή σου», λέει, «κατ’ αίσθησιν». «Να μελετάς τον λόγον του Θεού κατ’ αίσθησιν». Αυτό είναι το «αἰσθομένη». «Να έχεις αίσθηση, να νιώθεις». Πώς; Ο καθένας όπως το καταλαβαίνει. Για να λάβει, από ποιον; Από τον Κύριον την άφεσιν των αμαρτιών της, που είναι πλήθος. Από πού θα το πάρει αυτό; Από πού θα πάρει αυτήν την άφεσιν των αμαρτιών της; Από τους αβύσσους των κριμάτων Του και του ελέους Του. Το έλεος του Χριστού είναι άβυσσος. Δηλαδή, δεν υπάρχει βυθός.

Όμως, η γυναίκα αυτή τι ανακαλύπτει; Όπως και κάθε ψυχή, τι ανακαλύπτει –πόρνη ψυχή- που θα πλησίαζε τον Κύριον; Ότι τα πόδια που χρίει με μύρα και καταβρέχει με δάκρυα είναι εκείνα τα πόδια που περπατούσαν στον Παράδεισο εκείνο το δειλινό της πτώσεως. Και που η Εύα, όταν άκουσε τον κρότον των ποδών Του, από την ενοχή της εφοβήθη και εκρύβη. Μια αλήθεια, την αισθητοποιεί ωραία η ποιήτρια και μας την παρουσιάζει. Μας λέει σαφώς το βιβλίον της «Γενέσεως» ότι κατά το δειλινόν ο Θεός περιπατούσε εις τον Παράδεισον, «περιεπάτει». Είχε πόδια ο Θεός; Θα πει κάποιος ερμηνευτής: «ανθρωπομορφική έκφρασις». Παρουσιάζει με ανθρώπινη μορφή τον Θεό, ο Θεός περιπατεί.

Αλλά δεν είναι ακριβώς μόνον ανθρωπομορφική έκφρασις. Αλλά είναι και κάτι περισσότερον. Τι θα δυσκόλευε τον Θεόν; Γιατί Ποιος περιπατούσε; Ο Θεός Λόγος. Τι θα Τον δυσκόλευε, όταν ο αόρατος Θεός έδινε αίσθηση βημάτων. Προσέξτε, αίσθηση βημάτων. Δεν είχε ακόμη πόδια. Γιατί θα έδινε αίσθηση βημάτων και δεν είναι απλώς μία ανθρωπομορφική έκφρασις; Κάτι πολύ πολύ περισσότερο, ενόψει της Ενανθρωπήσεως· που θα είχε πόδια και θα περπατούσε. Θα περπατούσε με αυτά τα πόδια που η πόρνη γυναίκα, εκείνη του Ευαγγελίου η πόρνη, θα ήρχετο να αλείψει με μύρα και με τα δάκρυά της.

Έτσι, αυτό το «αἰσθομένη τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ», ποια; Η πόρνη γυναίκα, η πόρνη του τροπαρίου, τι εκφράζει; Όταν λέει: «αισθάνθηκε»; Έκανε μιαν αναγνώριση εν αγίω Πνεύματι. Έκανε μια υψίστη ανακάλυψη. Και ξέρετε, είναι οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχομε να κάνομε στη ζωή μας. Να το ξαναπώ; Η μεγαλύτερη ανακάλυψις, ή, μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχομε να κάνομε στη ζωή μας. Να ανακαλύψομε Ποιος ήταν εκείνος εις τον Παράδεισον και Ποιος ήταν Αυτός που περπάτησε. Τι; Απεκαλύφθη η ταυτότητα του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, είναι ο Θεός Λόγος. Ο ομιλών εις τον Παράδεισον μετά των Πρωτοπλάστων. «Ομιλών» και με τη σύγχρονη έννοια και με την αρχαία. Με τη σύγχρονη; Το ότι κουβέντιαζε. Διότι ήσαν συνηθισμένοι οι Πρωτόπλαστοι να δέχονται την επίσκεψη του Θεού Λόγου. Κατά το δειλινό. Είναι συμπτωματικό, άραγε, ότι όταν κάνουμε επισκέψεις, τις κάνουμε το απόγευμα; Είναι συμπτωματικό; Ήσαν συνηθισμένοι οι Πρωτόπλαστοι από αυτές τις επισκέψεις. Και με την αρχαία έννοια «ὁ ὁμιλῶν», «αυτός ο οποίος συναναστρέφεται».

Γι'αυτό ο Ιησούς είναι Χριστός, είναι ο Κεχρισμένος. Είναι Σωτήρ, είναι ψυχοσώστης, όπως τον λέγει η ποιήτρια. Την ίδια «αίσθηση», την λέξη τώρα την βάζω σε εισαγωγικά, αυτήν την «αίσθηση», την ίδια, είχε και ο ληστής επί του Σταυρού. Τι περίεργο θα ‘λεγε κανείς… Το θαυμαστόν, οι πόρνες και οι ληστές να έχουν την αίσθηση της θεότητος του Ιησού. Οι άλλοι, οι μορφωμένοι, οι σπουδαίοι, όχι… Όχι! Εξάλλου το είχε πει ο Κύριος αυτό ότι «οι αμαρτωλοὶ άνθρωποι, οι πόρνες γυναίκες, οἱ τελῶναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». «Σας έχουν ξεπεράσει. Είναι μπροστά από σας». Ακριβώς γιατί είχαν την βαθιά αίσθηση της πνευματικής των πτωχείας και ανεπαρκείας.

Η θέση, αυτή, της ποιητρίας, της Κασσιανής, εννοιολογικά θυμίζει εκείνον τον στίχον ακόμη, αν θέλετε, από τα εγκώμια εις τον Επιτάφιον Θρήνον. Είναι στην Α΄ στάση, «Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῳ». Λέγει εις το δέκατον τροπάριον: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες ἵνα σώσῃς Ἀδὰμ καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκώς, τοῦτον, Δέσποτα, μέχρις Ἅδου κατελήλυθες ζητῶν». «Ήρθες στη γη να σώσεις τον Αδάμ, εκείνον, στον αρχαίον Παράδεισον. Δεν τον βρήκες όμως. Είχε πεθάνει. Και τότε κατέβηκες στον Άδη, αναζητώντας τον». Υπέροχο! Βλέπει κανείς εδώ την, ας το πούμε προσπάθεια του Θεού, να προσεγγίσει την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Αλλά και η προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Δημιουργό του.

Αγαπητοί. Η ποίησις, μια που αναλύσαμε το τροπάριο της Κασσιανής βέβαια, ε, όχι σαν μια σχολική, ασφαλώς, ανάλυση, ε, μάλλον με ποιμαντική διάσταση, είναι κι αυτός, η ποίησις, ένας δρόμος που μας φέρει στα βάθη της θεολογίας. Μας φέρει στην αίσθηση της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Όπως και η υμνολογία. Και τα αναγνώσματα. Και κάθε κίνησις και τελετουργία. Και η Θεία Λειτουργία. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν σ΄ αυτήν την αίσθηση της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Και η κτίσις. Και ο έναστρος ουρανός. Όλα. Όλα! Γιατί όλα είναι έργα των χειρών Του. Γιατί εμείς είμαστε εικόνα δική Του. Αρκεί να έχομε αυτήν την αίσθησιν· που μας την δίδει το Πνεύμα το Άγιον. Γι’ αυτό ας πούμε κι εμείς, μαζί με την ποιήτρια: «Κριμάτων Σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;».



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια της ομιλίας: :

Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος



ΠΗΓΗ:

https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_032.mp3

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου