Σελίδες

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Ὁ ἀσθενής ἄνθρωπος καί τά μέσα τῆς θεραπείας.α'μέρος


Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

Γ΄ σθενής νθρωπος καί τά μέσα τς θεραπείας.

σθενής νθρωπος

Ὁ ἀσθενής πνευματικά ἄνθρωπος εἶναι ὁ «μπερδεμένος». Ἡ ἁμαρτία, ἔλεγε ὁ διακριτικός Γέροντας, «μπερδεύει» τόν ἄνθρωπο, δηλ. τόν κάνει ἐγωιστή. (Ὁ ἄνθρωπος βλέπει πρός τόν ἑαυτό του, ἀντί πρός τόν Θεό, πού εἶναι τό Φῶς). Πίστη καί ζωή, δόγμα καί ἦθος εἶναι ἀλληλένδετα· δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου πράγματος. Ἄν κάποιος δέν πιστεύει ὀρθόδοξα, ἄν «σφάλλει» στό δόγμα, ὁπωσδήποτε θά ἀποτύχει, θά μπερδευτεῖ καί στή ζωή του. Ἀκόμη ὅμως καί ἄν δέν «σφάλλει» κάποιος, ὡς πρός τό δόγμα, (δηλ. ἀκόμη καί ἄν ἔχει ὀρθή θεωρητική πίστη), ἡ ζωή του ὅμως εἶναι ἀλλοτριωμένη ἀπό τήν ὄντως Ζωή, πού εἶναι ὁ Χριστός (δηλ. ἔχει ζωή ἁμαρτωλή), τότε πάλι μπερδεύται καί δυστυχεῖ. Ἔλεγε ὁ Γέροντας:
«Ὑπάρχουν... (ἐνν. ἄνθρωποι), πού, ἐνῶ δέν ἀρνοῦνται τήν ἀλήθεια, ἐν τούτοις εἶναι μπερδεμένοι κι ἄρρωστοι ψυχικά. Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Τό μπέρδεμα δέν φεύγει μέ τίποτα. Μόνο μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ γίνεται τό ξεμπέρδεμα»1. Γιαυτό ἄν κανείς δέν μετανοήσει, ἀκολουθώντας τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου: «μετανοεῖτε», δέν μπορεῖ νά δεῖ τό Φῶς. Δέν μπορεῖ νά βρεῖ τόν Χριστό καί τήν ἀληθινή ζωντανή πίστη. Ὁ ἀμετανόητος ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά ἀπωθήσει στά ἀσυνείδητο τίς ἐνοχές του, προσπαθεῖ νά «ξεχάσει», ἀκολουθώντας μιά ὀλέθρια τακτική.
Ἡ ἀπώθηση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ὀλέθρια. Συμβαίνει στόν ἀμετανόητο ἄνθρωπο δηλ. στόν ὑπερήφανο, σ' αὐτόν πού δέν θέλει νά μετανοήσει. Ὁ Γέροντας τόνιζε ὅτι ἡ ἀπώθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί ἡ μή ἐξάλειψή τους διά τῆς μετανοίας-ἐξομολογήσεως κάποτε θά μᾶς ἐκθεσει. Θά μᾶς «κάνει δημοσίᾳ ρεζίλι» κατά τήν φοβερά ἡμέρα τῆς Κρίσεως, «ὅτε βίβλοι ἀνοιχθήσονται», ὅταν θά φανερωθοῦν «τά κρυπτά τῶν διανοιῶν ἡμῶν». Αὐτό τό παλιατζίδικό μας πρέπει νά ἀδειάσει διά τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πολλές ἀπό σᾶς τίς γυναῖκες, ὅ,τι κατεστραμμένο καί ἄχρηστο ἔχετε, παλιά καί τρύπια κατσαρολικά, ἔπιπλα, παπούτσια καί ἄλλα φθαρμένα πράγματα, πᾶτε καί τά πετᾶτε σέ κάποια ἀπόμερη ἀποθήκη σας, κλειδώνετε τήν πόρτα καί ἡσυχάζετε. Δέν ξέρετε ὅμως, ὅτι θά ἔρθει στιγμή, πού αὐτό τό παλιατζίδικό σας θά τό βροῦν καί θά ἐκτεθεῖτε». Ἔμεινα ἔκπληκτος (διηγεῖται πνευματικό παιδί τοῦ Γέροντα) ἀπό τά λόγια τοῦ Γέροντα. Διάβαζα, ἐκεῖνες τίς μέρες, βιβλία ποιμαντικῆς ψυχολογίας, πού μιλοῦσαν γιά ἀπώθηση τραυματικῶν βιωμάτων ἀπό τό συνειδητό στόν ἀσυνείδητο χῶρο τῆς ψυχῆς καί γιά ἀνάδυσή τους σέ ἀπροσδόκητο χρόνο. Τό ζωντανό παράδειγμα τοῦ Γέροντα, γιά τήν ἀποθήκη ἀπορριμμάτων, μοῦ ἔλεγε πολύ περισσότερα, ἀπό ὅ,τι τά ἐπιστημονικά ἐγχειρίδια. Ἦταν σαφής ὁ συμβολισμός, ὁ ἀναφερόμενος στά ἁμαρτήματά μας, πού δέν ἐξαλείψαμε μέ τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγησή μας, ἀλλά τά πετάξαμε βιαστικά στήν ἀποθήκη τῆς λήθης, γιά νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν ἐνοχλητική παρουσία τους, καί πού θά τά «βρεῖ» ὁ Θεός, γιά νά τά ἐπαναφέρει στή μνήμη μας, «ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως». Ἤδη τά γνωρίζει, ἐνῶ ἐμεῖς τά ἀγνοοῦμε»2. (Στό βιβλίο τοῦ Κ. Γιαννιτσιώτη, Κοντά στό Γέροντα Πορφύριο, Ἀθῆναι 1995, σελ. 255).
Ἄν ὁ ἄνθρωπος, δίδασκε ὁ, γεμᾶτος πείρα γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν, Γέροντας, δέν ἀγωνίζεται γιά νά ἀγαπήσει τόν Θεό γεμίζει μέ τό κακό, μέ τήν κατάθλιψη. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχει πολύ ἐγωισμό, δέχεται τούς λογισμούς τῆς κενοδοξίας- ὑπερηφάνειας, γιαυτό καί πολύ εὔκολα πέφτει σέ κατάθλιψη. Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, πού ἔχει πρός τόν Θεό καί πρός τόν συνάνθρωπο, τό ἐγωιστικό κλείσιμο «εἰς ἑαυτόν», εἶναι κίνηση ἐνάντια στή ὄντως Ζωή καί στίς προδιαγραφές τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ Δημιουργοῦ μας. Βιώνει ἔτσι τό ὑπαρξιακό κενό, καί τελικά τήν κατάθλιψη καί τόν πρό τοῦ βιολογικοῦ θανάτου, ψυχικό θάνατο3. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν προσπαθεῖ νά ἀγαπήσει, ἀρρωσταίνει. Νά τί ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ἄν δέν ἔχετε ἔρωτα γιά τόν Χριστό, ἀν δέν ἀσχολεῖσθε μέ ἅγια πράγματα, σίγουρα θά γεμίσετε μέ μελαγχολία, μέ τό κακό»4. Τήν ψυχή τήν παρομοίαζε μ΄ ἕνα δωμάτιο τό ὁποῖο πρέπει νά τό γεμίσουμε μέ τό καλό ὁπότε δέν βρίσκει χῶρο νά μπεῖ τό κακό. Ἔλεγε: «Ὅταν εἶναι κανείς ἄδειος ἀπό τόν Χριστό, τότε ἔρχονται χίλια δυό ἄλλα καί τόν γεμίζουν: ζήλειες, μίση, ἀνία, μελαγχολία, ἀντίδραση, κοσμικό φρόνημα, κοσμικές χαρές. Προσπαθῆστε νά γεμίσετε τήν ψυχή σας μέ τόν Χριστό, γιά νά μήν τήν ἔχετε ἄδεια. Ἡ ψυχή μας μοιάζει μέ μία δεξαμενή γεμάτη νερό. Ἄν τό νερό τό ρίξεις πρός τά λουλούδια, δηλαδή τίς ἀρετές, τό δρόμο τοῦ καλοῦ, θά ζεῖς τήν ἀληθινή χαρά καί θ' ἀτροφήσουν οἱ κακίες, τ' ἀγκάθια. Ἄν, ὅμως ρίξεις τό νερό πρός τά ἀγκάθια, αὐτα θ' ἀναπτυχθοῦν καί θά σέ πνίξουν καί θά μαραθοῦν ὅλα τά λουλούδια. Ὅλα νά τά μεταρσιώνετε. Ἔτσι θά ζεῖτε τή χαρά, μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ»5.
Ἡ λεγόμενη «ἀνασφάλεια», ἀποκαλύπτει ὁ Γέροντας, εἶναι δαιμονική ἐπήρρεια. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἐπειδή ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Ζῶντα, Παντοδύναμο, Πανάγαθο καί Πάνσοφο Δημιουργό του, γιαυτό καί ἔχει γεμίσει μέ «ἀνασφάλειες». Ἡ ἔλλειψη ζωντανῆς πίστης, τόν ἔχει γεμίσει μέ ἄγχος, φοβίες καί ἔλλειψη αἰσιοδοξίας. Πράγματι...Ὁ πονηρός «ἐργάζεται» πολύ «ἀποτελεσματικά» σέ μιά ὀλιγόπιστη ἤ τελείως ἄπιστη ψυχή. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Συμβαίνει πολλές φορές σήμερα ὁ ἄνθρωπος νά αἰσθάνεται θλίψη, ἀπελπισία, νωθρότητα, τεμπελιά, ἀκηδία κι ὅλα τά σατανικά. Νά εἶναι θλιμμένος, νά κλαίει, νά μελαγχολεῖ, νά μή δίνει σημασία στήν οἰκογένειά του, νά ξοδεύει ἕνα σωρό χρήματα στούς ψυχαναλυτές, γιά νά πάρει φάρμακα. Αὐτά οἱ ἄνθρωποι τά λένε «ἀνασφάλεια». Ἡ θρησκεία μας πιστεύει ὅτι αὐτά εἶναι πειρασμικά πράγματα»6.
Ἡ κυριότερη πνευματική ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ὁ ἐγωισμός. Ὁ Γέροντας τούς ἐγωιστές τούς ὀνόμαζε «μπερδεμένους». Ὁ ἐγωιστής δέν μπορεῖ νά κάνει ὑπακοή, δηλ. δέν ταπεινώνεται, ὁπότε μένει ἀθεράπευτος καί δέσμιος τῶν παθῶν του. Ἡ αἰτία πού βγῆκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν παραδεισο εἶναι ἡ παρακοή ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας του. Ἐμπιστεύθηκε τόν λογισμό του καί, μέ τήν ὑποβολή τοῦ πονηροῦ, διέκοψε τήν φιλία του μέ τόν Θεό τῆς Ἀγάπης. Θεώρησε ἀναξιόπιστο τόν Θεό καί ἀξιόπιστο τόν πονηρό· πίστεψε στή σκέψη του καθώς καί τίς αἰσθήσεις του καί παρήκουσε. Νά πῶς τό λέγει ἡ Ἁγία Γραφή: «καὶ εἶδεν ἡ γυνὴ ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστιν τοῦ κατανοῆσαι͵ καὶ λαβοῦσα τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγεν· καὶ ἔδωκεν καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ΄ αὐτῆς͵ καὶ ἔφαγον»7. Ὁ ἄνθρωπος ἔβαλε τόν ἑαυτό του, τήν κρίση του πάνω ἀπό τόν Δημιουργό του. Ὑπέκυψε στόν πειρασμό τῆς ἄνεσης, τῆς φιλαυτίας· ὑπάκουσε στόν πονηρό ὁ ὁποῖος τοῦ ψιθύρισε ἕναν τάχα εὐκολότερο δρόμο, ἀπό τήν ὁδό τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό: τό δρόμο τῆς αὐτονόμησης ἀπό τόν Θεό, πού τόν ὁδήγησε ὅμως τελικά στήν πλάνη, στήν φθορά καί τόν θάνατο. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ Γέροντας: «Ἡ ἔλλειψη ὑπακοῆς ὀφείλεται στόν ἐγωισμό καί τή φιλαυτία...Ποτέ ἕνας ἐγωιστής δέν μπορεῖ νά κάνει ὑπακοή. Θέλει πάντα νά ἐξετάζει αὐτό πού τοῦ λένε, ἄν εἶναι καλό ἤ ὄχι, ἄν εἶναι ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, κι ἀνάλογα τό κάνει. Ἤ τό κάνει μέν, ἀλλά μέ ἀντιρρήσεις καί ἀντιλογίες, νομίζοντας ὅτι μ' αὐτή τή στάση δείχνει τήν ἐλευθερία τήν ἀληθινή, ἐνῶ δουλεία εἶναι αὐτή πού τόν ἀναγκάζει νά μήν ὑπακούει. Ὅταν ὑπακούει, ἐντάσσεται πιά στήν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»8.
Ὁ ἄνθρωπος πού ἀμφισβητεῖ, διστάζει ἤ καί ἀντιδρᾶ στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά θεραπευτεῖ. Εἶναι αὐτός πού «πειράζει» τόν Θεό, ὅπως δίδασκε ὁ Γέροντας, καί ἄν δέν μετανοήσει γίνεται «κομπλεξικός». Ὁ σύγχρονος λογικοκρατούμενος ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά πιστεύσει, δηλ. νά ἐμπιστευθεῖ τόν Θεό, ἄν δέν μετα-νοήσει. Δηλ. ἄν δέν μεταθέσει τόν νοῦ του ἀπό ἐκεῖ, πού δέν πρέπει νά εἶναι (δηλ. «κολλημένος», ὑποδουλωμένος στή λογική καί στίς αἰσθήσεις) καί νά τόν στρέψει πρός τόν Θεό, διά τῆς καρδιακῆς νοερᾶς προσευχής. Ἡ λογική καθώς καί οἱ αἰσθήσεις δέν εἶναι δυνάμεις μέ τίς ὁποῖες μπορεῖ κανείς νά «δεῖ» καί νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Ὁ Θεός φανερώνεται στήν καθαρή καρδιά. Ὁ Θεός δέν φανερώνεται σ'αὐτούς πού Τόν «πειράζουν». Ὁ σωστός δρόμος, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων μας, εἶναι ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ γιά ὅλα. Δίδασκε ὁ σοφός ἰατρός-Γέρων, παίρνοντας στήριγμα τήν Ἁγία Γραφή: «Λέγει ὁ σοφός Σολομών ὅτι ὁ Χριστός «εὑρίσκεται τοῖς μή πειράζουσιν Αὐτόν»(Σοφ. Σολ. 1, 2). Οἱ «πειράζοντες» τόν Θεό εἶναι ὅσοι ἀμφιβάλλουν, διστάζουν ἤ καί, χειρότερα ἀκόμη, ἀνθίστανται στήν παντοδυναμία Του καί πανσοφία Του. Δέν πρέπει ἡ ψυχή μας ν' ἀντιστέκεται καί νά λέει, «γιατί τό ἔκανε ἔτσι αὐτό ὁ Θεός, γιατί τό ἄλλο ἀλλιῶς, δέν μποροῦσε νά κάνει διαφορετικά;». Ὅλ' αὐτά δείχνουν μία ἐσωτερική μικροψυχία καί ἀντίδραση. Δείχνουν τήν μεγάλη ἰδέα πού ἔχομε γιά τόν ἑαυτό μας, τήν ὑπερηφάνειά μας καί τό μεγάλο ἐγωισμό μας. Αὐτά τά «γιατί» πολύ βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, δημιουργοῦν αὐτά πού λέει ὁ κόσμος «κόμπλεξ»· παραδείγματος χάριν, «γιατί νά εἶμαι πολύ ψηλός;» ἤ- καί τό ἀντίθετο- «πολύ κοντός;». Αὐτό δέν φεύγει ἀπό μέσα. Καί προσεύχεται κανείς καί κάνει ἀγρυπνίες, ἀλλά γίνεται τό ἀντίθετο. Καί ὑποφέρει καί ἀγανακτεῖ χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ μέ τό Χριστό, μέ τή χάρι φεύγουν ὅλα. Ὑπάρχει αὐτό τό «κάτι» στό βάθος, δηλαδή τό «γιατί», ἀλλ΄ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει τόν ἄνθρωπο κι ἐνῶ ἡ ρίζα εἶναι τό κόμπλεξ, ἐκεῖ πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιά μέ ὡραῖα τριαντάφυλλα κι ὅσο ποτίζεται μέ τήν πίστη, μέ τήν ἀγάπη, μέ τήν ὑπομονή, μέ τήν ταπείνωση, τόσο παύει νά ἔχει δύναμη τό κακό, παύει νά ὑπάρχει· δηλαδή δέν ἐξαφανίζεται, ἀλλά μαραίνεται. Ὅσο δέν ποτίζεται ἡ τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται κι ἀμέσως ξεπετάγεται τό ἀγκάθι. Δέν εἶναι, ὅμως, μόνο ἡ ἀντίδραση καί τά «γιατί», πού δείχνουν ὅτι ἐκπειράζομε τόν Θεό. Ἐκπειράζομε τόν Θεό, ὅταν ζητοῦμε κάτι ἀπό Ἐκεῖνον, ἀλλά ἡ ζωή μας εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ. Τόν ἐκπειράζομε, ὅταν ζητοῦμε κάτι, ἀλλἀ ἡ ζωή μας δέν εἶναι σύμφωνη μέ τό θέλημά Του- πράγματα, δηλαδή, ἐνάντια στόν Θεό· ἄγχος, ἀγωνία, ἀπ' τό ἕνα μέρος, κι ἀπ' τό ἄλλο παρακαλοῦμε»9 

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου


Πηγή εἰκόνας: Ἱ. Ἡσ. Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς, Ἅγ. Βασίλειος Λαγκαδᾶ.
1 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 208.
2 Γέροντος Πορφυρίου ἱερομονάχου, Ἀνθολόγιο συμβουλῶν, Α' ἔκδοση, 2002, σελ.177.
3 Χαρακτηριστικό εἶναι ἕνα σύνθημα, ἀπό τά πολλά, πού γράφουν οἱ νέοι στούς δρόμους: «Ὑπάρχει ζωή πρίν τό θάνατο;»
4 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 375.
5 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 376.
6 Ὅ.π. σελ. 377.
7 Γέν. 3, 6.
8 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 346.
9 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 330-331.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου