Σελίδες

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

«Εἶναι πολύ σπουδαία ἡ ἐργασία τοῦ πένθους. Πόσα εἶναι τά εἴδη τοῦ πένθους καί ποιά ἡ διαφορά τῶν δακρύων» μέρος γ΄



ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΒ΄ (32)

Ἀπό τό Γεροντικό

Ὁ ἀββάς Λογγίνος εἶπε:

«Ἡ νηστεία ταπεινώνει τό σῶμα· ἡ ἀγρυπνία καθαρίζει τόν νοῦ· ἡ ἡσυχία φέρνει τό πένθος· τό πένθος βαφτίζει τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει ἀναμάρτητο».
Ὁ ἀββάς αὐτός, ὁ Λογγίνος, εἶχε πολλή κατάνυξη στήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία του. Τοῦ εἶπε λοιπόν κάποια μέρα ὁ μαθητής του:
  • «Ἀββά, αὐτός εἶναι ὁ πνευματικός κανόνας, νά κλαίει δηλαδή πάντοτε ὁ μοναχός στήν προσευχή του;»
  • «Ναί, παιδί μου» ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας, «αὐτός εἶναι ὁ κανόνας πού θέλει τώρα ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς. Στήν ἀρχή βέβαια ὁ Θεός δέν ἔκανε τόν ἄνθρωπο γιά νά πενθεῖ, ἀλλά γιά νά χαίρεται καί νά εὐφραίνεται, δοξάζοντας τόν Θεό μέ καθαρότητα καί ἀναμαρτησία, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε στήν ἁμαρτία, χρειάστηκε τό κλάμα· τό ἴδιο καί ὅλοι ὅσοι ἔπεσαν τό χρειάζονται. Ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ δέν χρειάζεται τό κλάμα».


Ὁ ἀββάς Μωυσῆς εἶπε:

«Νικηθήκαμε ἀπό κάποιο σωματικό πάθος; Ἄς μήν ἀμελήσουμε νά μετανοοῦμε καί νά πενθοῦμε τόν ἑαυτό μας, πρίν μᾶς προλάβει τό πένθος τῆς κρίσεως».

Ὁ ἴδιος εἶπε:

«Μέ τά δάκρυα ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος τίς ἀρετές, καί μέ τά δάκρυα συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες. Ὅταν ὅμως κλαῖς, μή στενάζεις δυνατά, καί μήν ξέρει τό ἀριστερό σου χέρι, δηλαδή ἡ κενοδοξία, τί κάνει τό δεξί1».


Κάποιος ἀδελφός ρώτησε τόν ἀββά Μωυσῆ:
«Τί πρέπει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος σέ κάθε πειρασμό πού ἔρχεται καταπάνω του ἤ σέ κάθε λογισμό πού σπέρνεται ἀπό τόν ἐχθρό;».
Ὁ Γέροντας ἀποκρίθηκε:
«Ὀφείλει νά κλαίει μπροστά στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, γιά νά τόν βοηθήσει· καί γρήγορα θά βρεῖ ἀνακούφιση, ἄν παρακαλεῖ μέ ἐπίγνωση. Γιατί ἡ Γραφή λέει· “Κοντά εἶναι ὁ Κύριος σέ ὅλους ὅσοι τόν ἐπικαλοῦνται”2».


Ὁ ἀββάς Θεόδωρος μᾶς διηγήθηκε:

«Ἦταν ἕνας ἀδελφός πού ἔμενε στά Κελλιά καί εἶχε τό χάρισμα τῆς κατάνυξης. Μιά μέρα λοιπόν ἀπό τόν πόνο τῆς καρδιᾶς του συνέβη νά τοῦ ἔρθουν πολλά δάκρυα. Βλέποντας αὐτό ὁ ἀδελφός, εἶπε μέσα του· “Στ᾿ ἀλήθεια, τοῦτο εἶναι σημάδι ὅτι πλησιάζει ἡ μέρα τοῦ θανάτου μου”. Ὅσο τό σκεφτόταν αὐτό, τά δάκρυα πλήθαιναν περισσότερο· καί βλέποντάς τα νά πληθαίνουν, πιό πολύ βεβαιωνόταν γιά τόν λογισμό του καί ἔλεγε· “Στ᾿ ἀλήθεια, ἔφτασε ὁ καιρός”. Καί κάθε μέρα μέ τή σκέψη αὐτή τά δάκρυά του γίνονταν περισσότερα. Τόν ρωτήσαμε λοιπόν σχετικά μέ τά δάκρυα, γιατί ἄλλοτε ἔρχονται ἀπό μόνα τους καί ἄλλοτε δέν μπορεῖ κανείς οὔτε μέ κόπο νά τά προκαλέσει. «
»Ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε· “Τά δάκρυα μοιάζουν μέ τή βροχή, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ γεωργός. Ὅταν λοιπόν ἔρθουν, αὐτός πού καλλιεργεῖ τή γῆ τῆς καρδιᾶς του ὀφείλει νά ἀγωνιστεῖ ὥστε νά μήν χαθεῖ τίποτε ἀπό τή βροχή, ἀλλά ὅλη νά μπεῖ στόν κῆπο του καί νά τόν ποτίσει. Καί σᾶς λέω, παιδιά μου· συχνά τυχαίνει μιά μέρα βροχῆς πού ἀρκεῖ γιά ὅλη τή χρονιά καί σώζει ὅλους τούς καρπούς. Γι᾿ αὐτό ὀφείλουμε νά προσέχουμε καί, ὅταν καταλάβουμε ὅτι ἦρθε, νά ἀγωνιστοῦμε νά φυλάξουμε τούς ἑαυτούς μας καί νά ἀφοσιωθοῦμε στό νά παρακαλέσουμε θερμά τόν Θεό. Γιατί δέν ξέρουμε ἄν ἄλλη μέρα θά βροῦμε ἀκείνη τή βροχή”. «

»Στή συνέχεια τόν ρωτήσαμε·
Καί πῶς φυλάγει κανείς τήν κατάνυξη, ὅταν ἔρθει;”.
Ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε· “Πρέπει νά προσέχει νά μήν ἐπισκεφτεῖ ἄνθρωπο ἐκείνη τή μέρα ἤ ὅσο καιρό ἐνεργεῖ τό πένθος. Ἐπίσης νά φυλάξει τόν ἑαυτό του ἀπό τή γαστριμαργία καί τήν ὑψηλοφροσύνη, νά μή φανταστεῖ διόλου ὅτι κλαίει, νά μήν κατακρίνει κανέναν καί νά ἀφοσιωθεῖ στήν προσευχή καί τήν ἀνάγνωση. Πλήν ὅμως, ὅταν ἔρθει τό πένθος, αὐτό θά μᾶς διδάξει ποιά μᾶς συμφέρουν καί τό διατηροῦν καί ποιά τό ἐμποδίζουν. Γνωρίζω κάποιον ἀδελφό πού καθόταν στό κελλί του καί ἔπλεκε σχοινιά, καί τοῦ ἐρχόταν τό πένθος. Αὐτός, μόλις ἄρχιζαν νά κυλοῦν τά δάκρυα, σηκωνόταν νά προσευχηθεῖ, καί ἐκεῖνα ἀμέσως σταματοῦσαν. Καταπιανόταν τότε πάλι στό πλέξιμο συγκεντρώνοντας τόν νοῦ του, καί ἀμέσως τά δάκρυα ἔρχονταν. Τό ἴδιο καί μέ τήν ἀνάγνωση: ὅταν διάβαζε ἐρχόταν σέ κατάνυξη, καί μόλις σηκωνόταν νά προσευχηθεῖ τήν ἔχανε· καί μόνο ὅμως πού ξανάσκυβε στό βιβλίο, ἄρχιζαν πάλι τά δάκρυα. Τότε λοιπόν ὁ ἀδελφός κατάλαβε τήν αἰτία αὐτῆς τῆς διαφορᾶς καί εἶπε μέσα του· “Καλά εἶπαν οἱ Πατέρες ὅτι τό πένθος εἶναι δάσκαλος· γιατί αὐτό διδάσκει τόν ἄνθρωπο ὅλα ὅσα τόν συμφέρουν”».
Νομίζω ὅτι δύο ἦταν οἱ αἰτίες πού ὁ ἀδελφός ἔχανε κατά τήν προσευχή τό πένθος. Ἡ μία ἦταν ὅτι δέν εἶχε ἀποκτήσει ἀκόμη προσευχή καθαρή καί χωρίς ρεμβασμούς, καί ἔτσι διασκορπιζόταν ὁ νοῦς του μέ τήν περιπλάνηση καί δέν εἶχε τήν προηγούμενη κατάνυξη πού τοῦ ἐρχόταν στό ἐργάχειρο καί στήν ἀνάγνωση, κατά τά ὁποῖα συγκέντρωνε περισσότερο τόν νοῦ του.
Ἡ ἄλλη αἰτία ἦταν γιά νά μή νομίσει ὅτι μέ τή δική του προσπάθεια καί προσευχή κατόρθωσε αὐτό τό πένθος, ἀλλά νά καταλάβει ὅτι τοῦ δόθηκε μέ τό ἔλεος καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἔτσι νά παρακινηθεῖ νά εὐχαριστήσει τόν Εὐεργέτη καί νά ἀποκτήσει μεγαλύτερη ταπείνωση, μέ τά ὁποῖα τό πένθος δυνάμωνε καί ἄλλο μέσα του.
Ἄν ὅμως συμβεῖ σ᾿ ἐμᾶς κάτι τέτοιο, ἄν δηλαδή μᾶς ἔρθει κατάνυξη καρδιᾶς καί θερμά δάκρυα, ἀμέσως νά τά παρατήσουμε ὅλα, νά σπεύσουμε στήν προσευχή καί νά ἐπιμείνουμε σέ αὐτήν, ὥσπου νά αἰσθανθοῦμε ὅτι ἄναψε μέσα μας ἡ καρδιακή φλόγα· γιατί ἴσως νά μήν ἔχουμε ἄλλη φορά τέτοια εὐκαιρία.

Κάποιος Γέροντας εἶπε:

«Ἄν δεῖς ὅτι ὁ Θεός, χωρίς νά τό περιμένεις, σοῦ χάρισε κατάνυξη, στό διάστημα αὐτό παράτησε τό ἐργόχειρό σοῦ, ἄν καταλαβαίνεις ὅτι κάτι τέτοιο σέ συμφέρει, ἄν δηλαδή τό ἐργόχειρο σοῦ μειώνει τό πένθος, καί ἀφοσιώσου στό πένθος, μήν τυχόν πλησιάζει ἡ μέρα τοῦ θανάτου σου, καί γι᾿ αὐτό σοῦ χάρισε ὁ Θεός τό κλάμα, ὥστε μέ αὐτό νά βρεῖς κάποιο ἔλεος. Ὅπως δηλαδή ὁ σατανάς στά τέλη τοῦ ἀνθρώπου ἀγωνίζεται νά τόν ὁδηγήσει στήν ἀπώλεια, ἔτσι καί ὁ Θός συχνά στό τέλος τοῦ ἀνθρώπου τόν σώζει μέ κάποια ἀφορμή».

Ἕνάς Γέροντας εἶπε:
«Ὅπως τήν κακία μας, δηλαδή τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μας, τήν κουβαλοῦμε παντοῦ μαζί μας, ἔτσι ὀφείλουμε νά ἔχουμε πάντοτε μέσα μας τό πένθος καί τήν κατάνυξη, ὅπου καί ἄν εἴμαστε».

Ἕνας ἀδελφός ἀγωνιστής ἔκανε τόν κανόνα του μαζί μέ τόν ἀδελφό του, δέν μποροῦσε ὅμως νά συγκρατήσει τά δάκρυα καί ἄφηνε τόν στίχο τοῦ ψαλμοῦ. Μιά μέρα τόν παρακάλεσε ὁ ἀδελφός του νά τοῦ πεῖ τί συλλογίζεται στόν κανόνα καί κλαίει ἔτσι πικρά. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
«Συγχώρησέ με, ἀδελφέ. Ἐγώ στόν κανόνα μου βλέπω πάντοτε τόν Κριτή καί τόν ἑαυτό μου νά στέκεται σάν κατάδικος καί νά ἀνακρίνεται. Ἐπειδή λοιπόν δέν ξέρω τί νά ἀπολογηθῶ, τά χάνω, μοῦ κλείνεται τό στόμα καί ἀπό αὐτό χάνω τόν στίχο τοῦ ψαλμοῦ. Συγχώρησέ με ὅμως πού σέ στενοχωρῶ καί, ἄν προτιμᾶς, ἄς κάνει ὁ καθένας μας χωριστά τόν κανόνα του».
«Ὄχι, πάτερ», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀδελφός. «Γιατί ἄν καί ἐγώ δέν πενθῶ, ὡστόσο ὅμως σέ βλέπω καί ἐλεεινολογῶ τόν ἑαυτό μου».
Βλέποντας ὁ Θεός τήν ταπείνωσή του, χάρισε καί σέ αὐτόν τό πένθος πού εἶχε ὁ ἀδελφός του. Ἄς φροντίσουμε λοιπόν καί ἐμεῖς νά προσέχουμε αὐτούς πού πενθοῦν, καί θά κερδίσουμε ὅ,τι καί ὁ ἀδελφός αὐτός.

Ἕνας ἄλλος Γέροντας εἶπε:

«Ὅπως κάθε ἁμαρτία πού κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔξω ἀπό τό σῶμα του, ἐνῶ ὅποιος πορνεύει ἁμαρτάνει στό ἴδιο τό σῶμα3, γιατί μέσα ἀπό αὐτό βγαίνει ὁ μολυσμός, ἔτσι καί κάθε πνευματική ἐργασία πού κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔξω ἀπό τό σῶμα του, ἐνῶ ἐκεῖνος πού κλαίει καθαρίζει τήν ἴδια του τήν ψυχή καί τό σῶμα· γιατί τά δάκρυα, κατεβαίνοντας ἀπό ψηλά, πλένουν καί ἁγιάζουν ὅλο τό σῶμα».

Ὁ ἴδιος Γέροντας εἶπε:

«Τό νά μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος σχετικά μέ τήν πίστη καί τό νά διαβάζει δογματικά ἔργα ξεραίνουν καί ἀφανίζουν τήν κατάνυξή του. Οἱ βίοι ὅμως καί οἱ λόγοι τῶν Γερόντων φωτίζουν τήν ψυχή καί τή γεμίζουν μέ πνευματικά δάκρυα».




Κάποιος Γέροντας εἶπε:

«Ὁ ἄνθρωπος πού κάθεται στό κελλί του καί μελετᾶ ψαλμούς μοιάζει μέ ἐκεῖνον πού στέκεται ἀπό ἔξω καί ζητᾶ τόν βασιλιά. Αὐτός ὅμως πού παρακαλεῖ μέ δάκρυα, μοιάζει μέ ἐκεῖνον πού πέφτει στά πόδια τοῦ βασιλιᾶ καί τοῦ ζητᾶ ἔλεος, ὅμοια μέ τήν πόρνη ἐκείνη πού μέσα σέ λίγη ὥρα ἔπλυνε μέ τά δάκρυα ὅλες τίς ἁμαρτίες της4».

Καί ἀλλοῦ εἶπε:

«Πραγματικά, ἄν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἀγωνιστής, ὁ Θεός ἀπαιτεῖ ἀπό αὐτόν νά μήν ἔχει προσκόλληση σέ κάτι σωματικό, ἔστω καί σέ ἕνα βελόνι· γιατί αὐτό ἔχει τή δύναμη νά ἐμποδίσει τόν λογισμό του ἀπό τήν προσήλωση στόν Ἰησοῦ καί ἀπό τό πένθος».

Ἕνας Γέροντας εἶπε:

«Ἄν δέν ἔχεις κατάνυξη, νά ξέρεις ὅτι ἔχεις τήν ἀρρώστια τῆς κενοδοξίας ἤ τῆς φιληδονίας· γιατί αὐτές δέν ἀφήνουν τήν ψυχή νά ἔρθει σέ κατάνυξη».

Ὁ ἴδιος εἶπε:

«Ἄν σοῦ χαρίσει ὁ Θεός τό πένθος, μή νομίσεις ὅτι κάνεις κάτι σπουδαῖο πού κλαῖς συνεχῶς καί ἐπιτρέψεις νά σπαρθοῦν λογισμοί ὑψηλοφροσύνης στήν καρδιά σου. Διαφορετικά, θά σοῦ πάρει ὁ Θεός τά δάκρυα καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα θά μείνει ἡ καρδιά σου σκληρή καί χωρίς κατάνυξη».


Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.



«ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

Εὐεργετινός τόμος β΄

Ἐκδόσεις: « ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ »


Εὐχαριστοῦμε θερμά τίς ἐκδόσεις: « ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ »γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά  Μονή.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://HristosPanagia3.blogspot.com



1Ματθ. Στ΄ : 3.
2Ψαλμ. 144 : 18.
3Α΄ Κορ. στ΄ : 18.
4Λουκ. Ζ΄ : 37-50.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου