Σελίδες

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

«Οἱ γονεῖς πού ἀγαποῦν τόν Θεό πρέπει νά χαίρονται καί νά τόν εὐχαριστοῦν γιά τίς δοκιμασίες, τίς ὁποῖες ὑποφέρουν τά παιδιά τους γιά χάρη τοῦ Κυρίου· πρέπει ἐπίσης νά παρακινοῦν τά παιδία τους στούς ἀγῶνες καί στούς κινδύνους γιά τήν ἀρετή»,μέρος γ΄


Ὑπόθεση ΙΒ΄(12)

«ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

Ἀπό τό βίο τοῦ ἁγίου Ἀλυπίου

Ὁ μέγας Ἀλύπιος, νιώθοντας τήν καρδιά του νά καίγεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, συλλογιζόταν τί νά κάνει σέ αὐτή τή ζωή, ὥστε νά μπορέσει νά εἶναι πάντοτε καί μέ ὅλη του τήν ὕπαρξη μαζί μέ τόν ποθούμενο Θεό καί μέ ὅλο του τόν νοῦ νά τόν βλέπει καθαρά καί νά ἑνώνεται μέ αὐτόν χωρίς τό παραμκρό ἐμπόδιο. Κατέληξε στήν ἀπόφαση νά ἀπαρνηθεῖ τά πάντα, νά φύγει μακριά ἀπό φίλους, συγγενεῖς, γνωστούς καί ἀπό τήν ἴδια τή μητέρα του καί νά ἀκολουθήσει τό καλό τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Τήν ἀπόφασή του τή φανέρωσε μόνο στή μητέρα του λέγοντας:
«Μητέρα, μέ κυρίεψε φλογερός πόθος νά πάω στά μέρη τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου πολλοί ἔζησαν θεάρεστα καί μέ μακαριότητα, ἀκολουθώντας τήν ἡσυχαστική ζωή. Ξεπροβόδισέ με λοιπόν γιά τό ταξίδι πρός τά ἐκεῖ, δίνοντάς μου τίς εὐχές σου σάν φυλαχτό».

Ἀκούγοντας αὐτά ἐκείνη, δέν ἀντέδρασε ὅπως συνήθως οἱ γυναῖκες· δέν πρόβαλε τή χηρεία ἤ τή μοναξιά της, οὔτε τή στέρηση τόσο καλοῦ παιδιοῦ, κάτι πού εἶναι ἀβάσταχτο γιά τίς μητέρες· οὔτε εἶπε κάτι ἄλλο παρόμοιο, οὔτε ἔκανε κάτι γιά νά κάμψει τήν πρόθεση τοῦ ἀγαπημένου της παιδιοῦ, γιατί πραγματικά προτιμοῦσε ὄχι τό δικό της συμφέρον, ἀλλά τοῦ παιδιοῦ της. Μόνο ὕψωσε τό βλέμμα καί τά χέρια, συγκέντρωσε ὅλο τόν νοῦ της στήν προσευχή, καί τοῦ εἶπε:
«Πήγαινε, παιδί μου, πήγαινε ὅπου σέ κατευθύνει παρακίνηση τοῦ Πνεύματος. Θεός, μέσα στόν ὁποῖο ζοῦμε καί στόν ὁποῖο σέ ἐμπιστεύομαι, αὐτός θά στείλει μπροστά σου τόν ἄγγελό1 του καί θά σέ ὁδηγήσει σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Εἴθε νά σοῦ στείλει βοήθεια ἀπό τόν ἅγιο οἶκο του καί ἀπό τή Σιών συμπαράσταση2· νά σοῦ φορέσει τόν θώρακα τῆς δικαιοσύνης καί νά σοῦ βάλει τήν περικεφαλαία τῆς σωτηρίας3. Ἄς λάμψει σάν τόν μεσημεριάτικο ἥλιο ἀρετή τῶν ἔργων σου4, ἐπειδή ἀγάπησες τόν Κύριο πιό πολύ ἀπό τούς γονεῖς καί τήν πατρίδα σου».
Πραγματικά ἦταν μητέρα ἑνός τέτοιου παιδιοῦ καί, θεωρώντας τήν ἀρετή ἰσχυρότερη ἀπό τή φύση, δέν θέλησε νά κάνει ἤ νά πεῖ τίποτε ἀταίριαστο.
Μετά τήν προσευχή λοιπόν ὁ γιός ἔσφιξε τή μητέρα στήν ἀγκαλιά του καί ἡ μητέρα ἀγκάλιασε μέ λαχτάρα τόν γιό· καί ἀφοῦ ἔκλαψαν καί οἱ δύο μέ θερμά δάκρυα, φιλήθηκαν καί χωρίστηκαν. Ἡ μητέρα γύρισε στό σπίτι καί ὁ γιός ξεκίνησε τήν ποθούμενη πορεία.
Σέ λίγες μέρες μαθεύτηκε ἡ ἀναχώρησή του καί, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ὅλοι λυπήθηκαν. Ὁ ἐπίσκοπος μάλιστα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, μόλις τό ἔμαθε, δέν καθυστέρησε καθόλου, ἀλλά ἔτρεξε νά τόν προλάβει. Πράγματι, τόν βρῆκε στά Εὐχάτια, στήν πανήγυρη τοῦ μάρτυρα Θεόδώρου, καί μέ παρακάλια καί δάκρυα τόν ἔπεισε νά γυρίσει πίσω στήν πατρίδα του. Πέρα ἀπό αὐτά, βέβαια, ὁ ἅγιος εἶδε σέ ὄνειρό του καί κάποιον μέ θεῖο μήνυμα, ὁ ὁποῖος τόν πρόσταξε νά μή λυπᾶται καθόλου πού δέν πέτυχε τόν σκοπό του, γιατί οἱ ἅγιοι τόποι βρίσκονται ἐκεῖ ὅπου θά ἀποφασίσει κανείς νά ζήσει μέ εὐσέβεια.
Ἔτσι μέ θέλημα Χριστοῦ ξαναδόθηκε στήν πατρίδα καί τή χώρα του ὁ γλυκός της καρπός.
Ὅταν ξαναγύρισε λοιπόν, ἀνέβηκε σέ κάποιο βουνό στά νότια τῆς πόλης καί ἀρχικά κλείστηκε σέ ἕνα χαμηλό καλυβάκι καί δόθηκε στούς ἀσκητικούς κόπους. Ἀφοῦ πέρασε ἔτσι κάποιο διάστημα καί γυμνάστηκε ἀρκετά μέ τούς κόπους τῆς ἀρετῆς, δέν ἔμεινε εὐχαριστημένος μέ τό νά κατοικεῖ χαμηλά στό ἔδαφος, ἀλλά ἤθελε νά κατοικήσει ψηλότερα, αὐτός πού πάντοτε ποθοῦσε τά ὑψηλά καί θεῖα. Βλέποντας λοιπόν ἐκεῖ σέ κάποιον τάφο ἕναν χαμηλό στύλο, κάλυψε μέ λίγες σανίδες τήν κορυφή του καί περιορίστηκε σωματικά ἐκεῖ μέσα, παλεύοντας μέ τίς ἀντίξοες καιρικές μεταβολές. Στόν ἀγώνα του εἶχε τήν πρόθυμη συμπαράσταση τῆς μητέρας του, ἡ ὁποία δέν ἔφευγε ποτέ ἀπό κοντά του.
Κάποτε τά πονηρά πνεύματα, φθονόντας τόν ἅγιο γιά τόν ἀγγελικό τρόπο τῆς ζωῆς του, παρατάχθηκαν σέ φάλαγγα καί τοῦ ἔριξαν τόσες πέτρες, ὥστε οἱ γύρω σανίδες, πού τόν στέγαζαν, νά ἀνοίξουν ἀπό τό πετροβόλημα καί νά φύγουν ἀπό τή θέση τους, καί μιά μεγάλη πέτρα νά τόν χτυπήσει δυνατά στόν ὦμο. Ὁ ἅγιος ὅμως, θέλοντας νά δείξει στούς δαίμονες ὅτι θεωρεῖ τά χτυπήματά τους βέλη νηπίων5, μετά τήν πρωινή προσευχή ζήτησε σκεπάρνι ἀπό τή μητέρα του, διέλυσε ἐντελῶς τό στέγαστρο καί τό ἔριξε στό ἔδαφος, γιά νά μήν ἐμποδίζει πιά, ὅπως εἶπε, τό πετροβόλημα.
Ἡ μητέρα ἄκουσε τόν κρότο τῶν σανιδῶν καί, ὅταν τίς εἶδε σπασμένες κάτω στό ἔδαφος, χτύπησε μέ τό χέρι τό μέτωπό της καί τοῦ εἶπε:

«Τί ἔκανες, παιδί μου;
Γιατί χάλασες τό μικρό αὐτό φυλάκιό σου;
Πῶς θά ἀντέξεις τόν χειμωνιάτικο καιρό;
Πῶς τίς ραγδαῖες βροχές καί τούς ἀνέμους;
Πῶς τίς καλοκαιρινές ἀκτίνες πού καῖνε σάν φωτιά;»

σέ αὐτά ὁ ὅσιος ἀπάντησε:

«Τί λοιπόν;
Δέν θά κρυώσουμε, μητέρα, γιά νά ζεσταθοῦμε ἐκεῖ;
Δέν θά ὑποφέρουμε τόν καύσωνα τῆς ἡμέρας, γιά νά ἀποφύγουμε τήν τιμωρία τῆς αἰώνιας φωτιᾶς καί ἐπιπλέον νά πάρουμε ἀμοιβή ἀντάξια τῆς ἐργασίας;»

Μέ αὐτά καί ἄλλα παρόμοια πού εἶπε, ἔπεισε τή μητέρα του ὄχι μόνο νά συμφωνήσει στό βγάλσιμο τῶν σανιδῶν, ἀλλά παρά λίγο νά τόνπαρακινήσει νά βγάλει καί τό ροῦχο του· γιατί δέν ἤξερε νά λυπᾶται τόν γιό της –ἄν καί τόν ἀγαποῦσε πάρα πολύ– ὅταν τόν ἔβλεπε νά πάσχει γιά τόν Χριστό· ἀρνιόταν τή φύση, προτιμώντας τόν Θεό ἀντί γιά τό παιδί της.
Ἔβλεπε λοιπόν κανείς στ᾿ ἀλήθεια τή μητέρα νά εὐφραίνεται μέ τόν πολυαγαπημένο της γιό καί τόν γιό μέ τή φιλόθεη μητέρα, καί τόν Θεό ἔπειτα νά δοξάζεται ἀπό αὐτούς ὅπως ἔπρεπε. Ποιός δηλαδή δέν εὐλόγησε τόν καρπό τῆς σεμνῆς αὐτῆς μητέρας; Ἤ ποιός πάλι δέν μακάρισε τή ρίζα τέτοιου γιοῦ; Γιατί κοντά στά ἄλλα καλά της, αὐτή ἔμενε, ὅπως εἶπα, μαζί μέ τόν γιό της, ὑπηρετώντας στίς ἀνάγκες του. Ἔφτιαξε γιά τόν ἑαυτό της ἕνα καλυβάκι πλάι στόν στύλο καί ἀρνήθηκε ὅλα τά εὐχάριστα τῆς ζωῆς, ὡστόσο ζοῦσε καί ἀπολάμβανε σάν στόν παράδεισο. Μέ τόν κόπο τῶν χεριῶν της ἐξοικονομοῦσε τά ἀπαραίτητα καί φρόντιζε συνεχῶς γιά τήν ἐλεημοσύνη καί τούς φτωχούς.
Ἔτσι, μιά φορά πού κάποιος τούς ἔδωσε ἀπό εὐλάβεια ἕνα ποσό ὅσο τό ἕνα τρίτο τοῦ χρυσοῦ νομίσματος, τό πῆρε αὐτή καί μέ ἐντολή τοῦ γιοῦ της πῆγε στήν πόλη, γιά νά ἀγοράσει τά ἀπαραίτητα τρόφιμα. Ὅταν εἶχε τελειώσει καί γύριζε πίσω, λυπήθηκε τούς φτωχούς πού τήν ἐξόρκιζαν νά τούς ἐλεήσει καί τούς τά μοίρασε ὅλα. Καθώς τήν εἶδε ὁ γιός της μέ ἄδεια χέρια, τή ρώτησε:
«Ποῦ εἶναι τά ψώνια, μητέρα; Γιατί τά ἔχουμε ἀνάγκη».
«Στόν Θεό καί τούς φτωχούς, παιδί μου», ἀπάντησε, «ἀλλά καί σ᾿ ἐμᾶς, ὅπως πιστεύω. Γιατί δέν τό βρῆκα σωστό νά βάλω πιό κάτω ἀπό τήν τροφή μας τά λόγια τῶν φτωχῶν πού μέ ἐξόρκιζαν στό ὄνομα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ἔτσι νά γίνω ἐπίορκη· ἀλλά καί πίστεψα ὅτι μέ τίς εὐχές τους θά ἐλεηθοῦμε καί ἐμεῖς».
Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ ἅγιος, εὐλόγησε τή μητέρα του, ὡς γνήσιος γιός της, καί εὐχαριστήθηκε μέ αὐτό πού ἔγινε.

Εικόνα5

Ἐπίσης, ἡ ἀξιοθαύμαστη Σοφία, τίς τρεῖς θυγατέρες της, τήν Πίστη, τήν Ἐλπίδα καί τήν Ἀγάπη, καί πρίν ἀπό τό μαρτύριό τους τίς χαλύβδωσε γιά τούς ἀγῶνες καί τόν θάνατο μέ λόγια ἐνθαρρυντικά πού πραγματικά παρακινοῦσαν στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί στή διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τους ἦταν παρούσα καί, βλέποντας τήν καθεμία νά βασανίζεται, τῆς ἔδινε θάρρος μέ παρηγορητικά λόγια, ὥσπου τίς εἶδε ὅλες τελειωμένες. Καί ἀφοῦ χάρηκε πολύ καί εὐχαρίστησε θερμά τόν Θεό, μετά ἀπό τρεῖς μέρες πῆγε καί αὐτή νά συναντήσει τίς θυγατέρες της, ἔχοντας ἀγκαλιάσει τά σώματά τους, καί κληρονόμησε μαζί τους τήν οὐράνια δόξα6.

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.


Εὐεργετινός τόμος α΄

Ἐκδόσεις: « ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ »

Εὐχαριστοῦμε θερμά τίς ἐκδόσεις  « ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ » γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδουν.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
 


1Πρβ. Ἐξ. Κγ΄ : 20.
2Ψαλμ. 19 : 3.
3Πρβ. Ἐφ. Στ΄ : 14 καί 17.
4Πρβ. Ψαλμ. 36 : 6.
5Πρβ. Ψαλμ. 63 : 8.
6Ἡ ἁγία Σοφία, τρεῖς μέρες μετά τό μαρτυρικό τέλος τῶν θυγατέρων της, πῆγε στόν τάφο τους, ἀγκάλιασε τά λείψανά τους καί προσευχήθηκε νά τήν πάρουν μαζί τους. Πράγματι, μετά τήν προσευχή ξεψύχησε (PG 115, 513B). Ἡ μνήμη αὐτῆς καί τῶν θυγατέρων της ἑορτάζεται στίς 17 Σεπτεμβρίου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου