Σελίδες

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Θαύματα στά Καλλίσια, Β΄ μέρος, Βίος καί λόγοι Ἁγ. Πορφυρίου, Ἀρχιμ. Σάββας Ἁγιορείτης

 
33. Θαύματα στά Καλλίσια, Β΄ μέρος, Βίος καί λόγοι Ἁγ. Πορφυρίου, Ἀρχιμ. Σάββας Ἁγιορείτης

[Μαρκ. 8,22:26]


«Μείναμε ὧρες στό Θεῖο φῶς». Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἔζησε οὐράνιες καταστάσεις καί ἀξιώθηκε νά ἐπιτελέσει πολλά θαύματα, ἀκόμα καί ἐν ζωῇ, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Κι ὅπως ὁ Κύριος ἐθαυματουργοῦσε συνεχῶς κι ἐθεράπευε, ἔτσι γίνεται καί μέ τούς Ἁγίους Του. «Στόν Ἅγιο Νικόλαο», λέγει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, «στά Καλλίσια, τίς πιό πολλές ὧρες τίς διέθετα γιά ἐξομολόγηση. Ὑπῆρχε, βέβαια, καί πολύς χρόνος γιά προσευχή, ἰδιαίτερα τό βράδυ. Θά σᾶς πῶ κι ἕνα σχετικό περιστατικό.

Μιά φορά -βράδυ ἦταν- συμφωνήσαμε μέ τήν ἀδελφή μου νά πᾶμε στήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου οἱ δυό μας, γιά νά προσευχηθοῦμε. Εἴπαμε νά φᾶμε πρῶτα, νά ἡσυχάσουν ὅλοι καί μετά σηκωθήκαμε κι ἐπήγαμε στήν ἐκκλησία κρυφά. Κλείσαμε τήν πόρτα. Ἀρχίσαμε τήν προσευχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ..». Μετά ἀπό λίγη ὥρα, μᾶς πλημμύρισε ἕνα φῶς, θεῖο φῶς. Συνεχίσαμε τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...» καί νιώθαμε μία χαρά, μία ἄρρητη χαρά! Μείναμε ὧρες ἐκεῖ στό θεῖο φῶς καί μετά, πού σιγά-σιγά αὐτό ἔφυγε, συνεχίσαμε τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Μετά ἐγυρίσαμε στό κελλί. Ἡ μητέρα μᾶς περίμενε ξάγρυπνη καί μόλις ἀνοίξαμε τήν πόρτα, λέει: - Ποῦ ἐπήγατε; Γι' αὐτό μέ βάλατε στόν ὕπνο; Νομίσατε πώς δέν σᾶς εἶδα; Σᾶς εἶδα ἀπ' τό παράθυρο. Τά εἶδα, ὅλα! Εἶδα ἕνα φῶς· ἕνα φῶς, πού κατέβηκε ἀπ' τόν οὐρανό καί μπῆκε μές στήν ἐκκλησία. Τό κοίταζα κι ἔκλαιγα. Νά! Τά μάτια μου, εἶναι γεμάτα δάκρυα!... Ἡ γριά ἦταν στενόχωρη, ἀλλά εὐσεβεστάτη. Ἐνῶ ἡ πόρτα ἦταν κλειστή, εἶδε τό φῶς. Τό φῶς εἶχε πλημμυρίσει τήν ἐκκλησία[1].

Κι αὐτό βέβαια εἶναι ἕνα θαυμαστό περιστατικό, οὐσιαστικά μιά ἐμπειρία θεώσεως πού εἶχε ὁ Ἅγιος Πορφύριος μέ τήν ἀδελφή του. Καί βλέπουμε πώς τήν ἴδια ἐμπειρία εἶχε καί ἡ μητέρα του. Ἡ γριά, ὅπως λέγει, ἦταν στενόχωρη, ἀλλά εὐσεβέστατη καί ἐνῶ ἦταν κλειστή ἡ πόρτα, εἶδε τό ἄκτιστο φῶς. Εἶναι μία ἐμπειρία ἀνάλογη μέ αὐτή πού εἶχαν καί οἱ Ἀπόστολοι στήν Μεταμόρφωση, στό Ὄρος Θαβώρ. Εἶναι ἡ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων, ἡ κορυφαία πνευματική κατάσταση τῆς θεοπτίας, τῆς θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

«Ἄλλη μιά φορά», λέει ὁ Ἅγιος, «πού κατοικούσαμε στήν Πεντέλη -ἦταν μεγάλη γιορτή, Χριστούγεννα ἤ Πάσχα, δέν θυμᾶμαι- σηκώθηκε ἡ γριά καί λέει: - Θά πάω στόν Ἅγιο Νικόλαο, εἶναι σβηστά τά καντήλια του, ἔτσι αἰσθάνομαι. Μιάμιση ὥρα νά πάει κι ἄλλη τόση νά ἐπιστρέψει μέ τά πόδια. Πῆγε καί ηὗρε τήν ἐκκλησία ὅλη φῶς καί τά καντήλια ἀναμμένα»[2]. Ἕνα ἀκόμα θαῦμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ κανείς δέν θά μποροῦσε νά πάει, ἤτανε ἡ ἐκκλησία μέσα στό φῶς τοῦ Θεοῦ! Τά θαύματα βεβαίως τά κάνει ὁ Θεός καί δοξάζεται ὁ Θεός ἀπό μόνος Του, ἀλλά δοξάζεται καί ἐπί τοῖς ἔργοις Αὐτοῦ, δοξάζεται καί ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ καί ἐνεργεῖ μέσῳ τῶν Ἁγίων θαυμαστά σημεῖα γιά τήν ὠφέλεια τῶν ἀνθρώπων, γιά νά ὁδηγηθοῦμε ὅλοι στήν θεογνωσία καί στήν μετάνοια.

«Στήν ἐποχή μας δυστυχῶς ἡ λογική», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «κλόνισε τήν πίστη καί γέμισε τίς ψυχές μέ ἀμφιβολίες. Ἔτσι ἑπόμενο εἶναι νά στερούμαστε τά θαύματα, γιατί τό θαῦμα ζεῖται καί δέν ἐξηγεῖται»[3].

«Ἡ λογική κάνει πολύ κακό, ὅταν κανείς πάει νά ἐξετάσει μέ αὐτή τά θεῖα, τά μυστήρια, τά θαύματα. Οἱ καθολικοί μέ τήν λογική τους ἔφτασαν νά ἐξετάσουν τήν Θεία Κοινωνία στό Χημεῖο γιά νά δοῦν ἄν πράγματι εἶναι τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Οἱ Ἅγιοι ὅμως μέ τήν πίστη πού εἶχαν, συχνά ἔβλεπαν σάρκα καί αἷμα στήν ἁγία λαβίδα. Σέ λίγο θά φθάσουν νά περνοῦν καί τούς Ἁγίους ἀπ' τίς ἀκτίνες γιά νά διαπιστώσουν τήν ἁγιότητά τους. Πέταξαν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἔβαλαν τή λογική τους καί τώρα ἀσχολοῦνται μέ τήν λευκή μαγεία. Σέ ἕναν καθολικό πού εἶχε καλή διάθεση -ἔκλαιγε ὁ καημένος- εἶπα: μία ἀπό τίς σπουδαιότερες διαφορές πού ἔχουμε εἶναι καί αὐτή: ἐσεῖς βάζετε τόν ἐγκέφαλο, ἐμεῖς τήν πίστη. Ἐσεῖς ἀναπτύξατε τόν ὀρθολογισμό καί γενικά τόν ἀνθρώπινο παράγοντα. Μέ τήν λογική σας περιορίζετε τήν θεϊκή δύναμη, γιατί τήν Θεία Χάρη τήν πετᾶτε στήν ἄκρη. Ἐσεῖς στόν ἁγιασμό ρίχνετε συντηρητικό, γιά νά μήν χαλάσει. Ἐμεῖς στά χαλασμένα, ρίχνουμε ἁγιασμό καί γίνονται καλά. Πιστεύουμε στήν Χάρη πού ἁγιάζει καί ὁ ἁγιασμός κρατάει καί διακόσια καί πεντακόσια χρόνια∙ δέν χαλάει ποτέ.

Μέ ρώτησαν μιά φορά», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «γιατί ἡ Παναγία δέν ἔκανε θαῦμα στήν Τῆνο καί οἱ Ἰταλοί τίναξαν τό καράβι «Ἕλλη» τό 1940, τήν ἡμέρα τῆς μνήμης της; Ἐνῶ ἡ Παναγία ἔτσι ἔκανε μεγαλύτερο θαῦμα, τό ἀνατίναγμα τῆς Ἕλλης προκάλεσε τήν ἀγανάκτηση τῶν Ἑλλήνων. Κατάλαβαν οἱ Ἕλληνες ὅτι οἱ Ἰταλοί δέν σέβονται τίποτε καί ἀγανάκτησαν. Ὁπότε μετά τούς ἔδιωξαν, φωνάζοντας ἀέρα. Ἀλλιῶς θά ἔλεγαν: - Ναί αὐτοί θρησκεύουν, εἶναι φίλοι μας. Δέν θά καταλάβαιναν τήν ἀσέβεια τῶν Ἰταλῶν. Καί ἔρχονται τώρα αὐτοί μέ τήν λογική τους καί λένε, γιατί νά μήν κάνει θαῦμα ἡ Παναγία… τί νά πεῖς;

Ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει τό θαῦμα καί τήν Θεία Χάρη. Ὁ Ἰνδουισμός ἔχει τήν μαγεία καί τήν φιλοσοφία. Ἀντικαθιστᾶ τό θαῦμα μέ τήν μαγεία καί τήν Θεία Χάρη μέ τήν φιλοσοφία. Ὁ διάβολος δίνει στούς Γκουρού, στούς μάγους κ.λπ. δυνάμεις, ἐπειδή τοῦ δίνουν δικαιώματα. Ἔτσι μποροῦν νά κάνουν κάτι δῆθεν θαύματα καί ὁ ἄλλος πού τούς βλέπει, θαυμάζει. Μπερδεύουν τήν μαγεία μέ τό θαῦμα∙ δέν μποροῦν νά ξεχωρίσουν τόν χρυσό ἀπό τόν μπροῦτζο»[4].

«Θαύματα», ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης, «γίνονται καθημερινά, ἀλλά δέν τά βλέπουμε, δέν τά δίνουμε σημασία. Τό ὅτι ὁ Θεός παρά τίς κηλίδες καί ἁμαρτίες μας δέν ὀργίζεται καί δέν διακόπτει τήν σχέση Του μαζί μας, αὐτό δέν εἶναι θαῦμα μέγα;».

«Τά θαύματα δέν εἶναι ἀντίθετα στή φύση», λέει καί ὁ Ἱερός Αὐγουστίνος, «ἀλλά ἀντίθετα σέ αὐτά πού ξέρουμε γιά τήν φύση». Εἶναι μεγαλύτερο θαῦμα, εἶναι ἀντίθετα σέ αὐτά πού ἐμεῖς ἔχουμε κατασταλάξει ὡς γνώση γιά τήν φύση. Αὐτό εἶναι τό θαῦμα. Ὑπερβαίνει δηλαδή τίς γνώσεις μας γιά τήν φύση καί τούς λεγόμενους φυσικούς νόμους.

«Εἶναι μεγαλύτερο θαῦμα τό νά μεταστρέψεις τόν ἁμαρτωλό, τόν ἀμετανόητο, μέ τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου καί τήν συνδρομή τῆς προσευχῆς», λέει καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, «παρά νά ἀναστήσεις τόν σωματικά νεκρό. Γιατί σέ αὐτόν ἀνασταίνεται ἡ σάρκα πού θά πεθάνει πάλι, σέ ἐκεῖνον ὅμως ἀνασταίνεται ἡ ψυχή πού θά ζήσει αἰώνια».

«Τό θαῦμα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο», παρατηρεῖ καί ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, «παρά ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο».

«Ὅσοι ἀφήνουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί γιά νά πιστέψουν ζητοῦν θαύματα», παρατηρεῖ καί ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, «εἶναι νά τούς λυπᾶται κανείς. Ἡ ἀξίωσή τους αὐτή προδίνει πόσο μέσα τους κυριαρχεῖ τό σαρκικό φρόνημα∙ ἡ παχυλή ἄγνοια∙ ἡ ζωή-θυσία στήν φθορά καί τήν ἁμαρτία∙ ἡ ἔλλειψη κάθε προσπάθειας νά μάθουν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ σωστά καί νά ἀποκτήσουν τίς θεάρεστες ἀρετές∙ ἡ ἀδυναμία τῆς ψυχῆς τους νά εὐθυγραμμιστεῖ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά αἰσθανθεῖ ἔτσι τήν Πρόνοιά Του καί τήν ἐνέργειά Του στόν λόγο Του». Γιατί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζεῖ σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τότε αἰσθάνεται μέσα του τό μέγιστο θαῦμα, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Αἰσθάνεται τήν θεία Χάρη πού γεμίζει μέ εἰρήνη καί χαρά. «Τά θαύματα προορίζονται κατά κύριο λόγο νά πείσουν ἀνθρώπους ἀφοσιωμένους στίς μέριμνες τοῦ κόσμου καί νά τούς ὁδηγήσουν στήν πίστη», νά τούς ξυπνήσουν δηλαδή. «Οἱ πεφορτισμένοι μέ τίς βιοτικές μέριμνες, οἱ προσηλωμένοι στή γῆ καί στίς δουλειές τους, δέν ἔχουν τήν δύναμη νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ λόγου. Γι' αὐτό ὁ εὔσπλαχνος λόγος τοῦ Θεοῦ τούς προσελκύει κοντά Του στήν σωτηρία πού δίνει ὁ λόγος Του μέσω ὁρατῶν θαυμάτων, πού ἀποτελοῦν μιά ὑλική προσιτή στήν αἴσθησή μας ἀπόδειξη καί ὁδηγοῦν τήν ἀδύνατη ψυχή στόν παντοδύναμο Σωτῆρα Θεό Λόγο»[5].

«Ἡ καλή πράξη εἶναι θαῦμα», λέει καί ὁ Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, «πού κάνει εὐτυχισμένες δύο καρδίες. Ἡ κακή πράξη εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ θαύματος πού μαραίνει δύο καρδιές. Κοίτα, κανείς δέν μιλάει γιά θαῦμα ὅταν μαραίνεται τό χόρτο, ἐνῶ ὅλοι μιλοῦν γιά θαῦμα ὅταν μεγαλώνει τό χόρτο».

«Ἄν ἐπιθυμεῖς νά βλέπεις ἕνα θαῦμα κάθε μέρα», λέει καί ὁ Ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντόνσκ, «τό μόνο πού ἔχεις νά κάνεις εἶναι νά σκέπτεσαι τήν θεία ἐνανθρώπηση καί τό πάθος τοῦ Κυρίου».

«Παιδιά μου», λέει καί ὁ πατήρ Ἐπιφάνειος ὁ Θεοδωρόπουλος, «ἕνα θαῦμα μόνο εἶδα, ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός καί ὅτι ὁ Χριστός, σταυρώθηκε γιά μένα γιά νά μέ σώσει. Δέν χρειάζομαι ἄλλο θαῦμα. Τό μεγαλύτερο θαῦμα εἶναι νά βλέπουμε τίς ἁμαρτίες μας καί νά μετανοοῦμε. Τό θαῦμα ὁδηγεῖ σέ πίστη τούς καλοπροαίρετους, ὄχι ὅμως καί τούς κακοπροαίρετους ἀνθρώπους. Οἱ κακοπροαίρετοι ἄνθρωποι καί ἀνάσταση νεκρῶν νά δοῦν δέν θά πιστέψουν».

«Πολλοί εἶναι οἱ λόγοι», λέει ὁ πατήρ Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος, «πού ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά γίνει ἕνα θαῦμα. Οἱ βασικοί ὅμως λόγοι εἶναι δύο: πρῶτον, γιά νά ἐπιστρέψει ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό μέ τήν ζωή του καί ἔτσι νά ἐξασφαλίσει τήν σωτηρία του καί δεύτερον, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός. Ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός ἔχει τήν ἀνάγκη νά δοξαστεῖ ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι θέλει νά Τόν δοξάζουμε, γιατί θέλει ὁ Κύριος νά μποῦμε στήν μακαριότητά Του. Καί πάλι δηλαδή ἀφορμή μᾶς δίνει ὁ Κύριος γιά νά μᾶς εὐεργετήσει. Γιατί ὅπως εἶπε ὁ Ἴδιος: «τούς δοξάζοντάς Με, ἀντιδοξάσω»[6]. Καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος δοξάζει τόν Θεό μέ ὅλη του τήν καρδιά καί τή ζωή, τότε δοξάζεται ὁ ἴδιος καί σώζεται. «Καί ὁ διάβολος κάνει θαύματα, κατ' ἐπίφαση θαύματα. Κάνει φαινομενικά θαύματα, τά ὁποῖα βέβαια ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Τά θαύματα τοῦ Θεοῦ ἀποσκοποῦν στή δόξα τοῦ Θεοῦ καί στήν οἰκοδομή τῆς Ἐκκλησίας. Ἔξω ἀπό αὐτούς τούς σκοπούς τό θαῦμα τοῦ Θεοῦ ποτέ δέν προσφέρεται. Ἀντίθετα, τά «θαύματα» τοῦ διαβόλου γίνονται χάρη περιεργείας καί χάρη τοῦ παιχνιδιοῦ τῆς διασκέδασης. Εἶναι θαύματα γελοῖα, μέ τά ὁποῖα ὁ διάβολος ξεγελάει τούς ἀνθρώπους καί τούς κοροϊδεύει.

«Οἱ πραγματικοί Χριστιανοί», λέει καί ὁ μακαριστός ἱεροκήρυκας Παναγόπουλος, «δέν ζητᾶνε νά δοῦν θαύματα. Οἱ πραγματικοί Χριστιανοί πιστεύουν στά θαύματα. Ὁ Χριστός δέν ἔκανε θαύματα στούς ἀνθρώπους πού δέν πίστευαν. Τό μεγαλύτερο θαῦμα ὅλων τῶν ἐποχῶν εἶναι τό πῶς ὁ Θεός μᾶς ἀνέχεται νά Τόν κοροϊδεύουμε. Τρῶμε, πίνουμε, καλοπερνᾶμε, ἔχουμε τόν ἀέρα, ἔχουμε τόν ἥλιο, ἔχουμε τά πάντα καί τοῦ λέμε τοῦ Θεοῦ: «ὅλα τά παίρνω τά δικά Σου, ἀλλά δέν Σέ δέχομαι, δέν Σέ θέλω». Τέτοια μακροθυμία! Δέν πρέπει ἄνευ σοβαροῦ λόγου νά ζητᾶς τήν θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, γιατί πειράζεις τόν Θεό σου. Γιά παράδειγμα σοῦ πονάει τό κεφάλι σου; Μήν πάρεις λάδι νά τό σταυρώσεις καί νά παρακαλέσεις τόν Θεό. Δέν θά γίνει καλά τό κεφάλι σου. Θά πάρεις μιά ἀσπιρίνη γιά νά γίνεις καλά. Ὁ Θεός τήν ἔδωσε τήν ἀσπιρίνη. Ἄν ὅμως χρησιμοποιήσεις ὅλα τά μέσα πού σοῦ προσφέρει ἡ ἐπιστήμη, πού καί αὐτή δικιά Του εἶναι, καί δέν σοῦ πέρασε ὁ πόνος, τότε μόνο πήγαινε στόν Θεό καί στούς Ἁγίους, νά σέ βοηθήσουν».

«Ἐάν τά θαύματα εἶχαν τή δύναμη τῆς ἐπιστροφῆς», λέει καί ὁ μακαριστός Νικηφόρος Θεοτόκης, «ἔπρεπε ὅσοι εἶδαν τά θύματα τοῦ Χριστοῦ, νά πιστέψουν σέ Αὐτόν. Οἱ Φαρισαῖοι βλέποντας τόν ἄλαλο καί τόν δαιμονισμένο νά θεραπεύονται ἀπό τόν Χριστό ἔλεγαν: «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τά δαιμόνια»[7]». Ἐπειδή δηλαδή εἶναι ἀρχηγός τῶν δαιμόνων, γι' αὐτό βγάζει τά δαιμόνια. «Ἑπομένως δέν εἶναι τά θαύματα τά ὁποῖα κάνουν τούς ἀνθρώπους νά πιστέψουν, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ θέλησή τους, ἡ καλή τους προαίρεση. Ἄν τά θαύματα εἶχαν τήν δύναμη νά πείθουν καί νά ἐπιστρέφουν, ἔπρεπε πάντες ὅσοι εἶδαν θαύματα νά ἐπιστρέψουν. Κι ὅμως ὁ Φαραώ εἶδε θαύματα καί πολλά καί μεγάλα, ἀλλά ἀντί νά ἐπιστρέψει, σκληρύνθηκε! Θά ἔπρεπε ὅλοι ὅσοι ἔβλεπαν τά θαύματα πού ἔκανε ὁ Χριστός νά πιστέψουν∙ κάτι πού δέν ἔγινε».

Ἄς δοξάζουμε τόν Θεό ὁ Ὁποῖος μέ κάθε τρόπο προσπαθεῖ νά μᾶς σώσει, προπάντων μέ τό Θεῖο Του Λόγο, τήν θεία Του διδασκαλία μᾶς ἑλκύει κοντά Του καί στήν ἀδυναμία μας φανερώνει καί πολλά θαυμαστά σημεῖα, θαύματα, ἔτσι ὥστε νά πιστέψουμε καί νά ἀκολουθήσουμε τόν Λόγο Του καί ἔτσι νά ἀξιωθοῦμε καί τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



[1] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Β΄ ἔκδοση, Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς.

[2] Ὅ.π.

[3] Ὁ δικός μας Παΐσιος, Μακατούνης Ἀντώνης, Παππᾶς Κώστας, ἐκδ. Πορφύρα, 2017.

[4] Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, Ἁγίου Παϊσίου Ἀγιορείτου, Λόγοι Α΄, Ἱ. Ἡ. "Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος", Σουρωτή Θεσ/νικης.

[5] Θαύματα καί σημεῖα, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπρατσιανίνωφ, ἔκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα.

[6] Α΄Βασ. 2, 30.

[7] Ματθ. 9, 34.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου