Σελίδες

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

Θαύματα στά Καλλίσια, Α΄ μέρος, Βίος καί λόγοι Ἁγ. Πορφυρίου, Ἀρχιμ. Σάββας Ἁγιορείτης




Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ. Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ζώντας εἰς τά Καλίσσια, πού εἶναι μιά ἐρημική περιοχή κοντά εἰς τήν Ἀθήνα, ἔζησε πολλά θαύματα. Ὁ Θεός ἐνήργησε μέσω αὐτοῦ πολλά θαύματα. «Ἐρχόντουσαν», λέγει ὁ Ἅγιος, «ἄνθρωποι στά Καλίσσια περιστασιακά. Κάποιος μεγάλος πόνος, κάποιο πρόβλημα τούς ἀνάγκαζε νά πάρουν τό χωματόδρομο γιά τόν Ἅγιο Νικόλαο», τήν ἐκκλησία πού ὑπῆρχε ἐκεῖ. «Μιά ἡμέρα ἔρχεται μιά κυρία μέ τόν σύζυγό της καί τά τέσσερα παιδάκια τους. Νέοι ἄνθρωποι, εἶχαν λίγα χρόνια παντρεμένοι. Εἶχαν κάνει μιά γέννα δύο παιδιά καί ἀργότερα ἄλλη μιά δύο ἀκόμα παιδιά.

Αὐτή ἡ νέα μοῦ εἶπε: - Γέροντα, ὑποφέρω πάρα πολύ, δέν εἶμαι καλά. Ὅπως μοῦ μίλαγε, τήν ἐκοίταζα προσεκτικά». Ὁ Ἅγιος εἶχε αὐτό τό χάρισμα τό διορατικό, καί προφανῶς εἶδε μέ τά μάτια τά πνευματικά ποῦ ὑπῆρχε τό πρόβλημα τῆς ἀσθενείας. «Ἔβαλα -λέει- τό χέρι κάτω ἀπο ἀπό τόν λαιμό της. - Ἐδῶ, τῆς λέγω, αἰσθάνεσαι ἕνα σφίξιμο. - Ναί, μοῦ λέει. - Καί σέ πιάνει μία λύπη, πού ἐκείνη ἀποτελειώνει τό ἔργο της. Δηλαδή, στήν ἀρχή σέ πιάνει ἕνα σφίξιμο καί μετά σοῦ ἔρχεται ἡ θλίψη καί δέν μπορεῖς νά κουνηθεῖς. Κουνιέσαι, μπορεῖ καί νά γελάσεις, ἀλλά μέσα σου ζεῖς αὐτή τήν κατάσταση. - Ναί, μέ βεβαίωσε. Λοιπόν, τῆς τά ζωγράφισα ὅλα», λέει ὁ Ἅγιος. «Μή νομίσεις, λέω, ὅτι ἔχεις τίποτα. Ξαναέβαλα τό χέρι στό λαιμό. - Τίποτα δέν ἔχεις τώρα ἀπ' ὅλα αὐτά», τῆς λέει ὁ Ἅγιος. «Νά, σοῦ ἔφυγαν ὅλα! Γιατί τό εἶδα. Ὅπως ἔβλεπα, ὁ λαιμός της δέν εἶχε τίποτα. Μοῦ λέει κι αὐτή: - Μοῦ ἔφυγαν ὅλα κι αἰσθάνομαι μιά χαρά μέσα μου. Λοιπόν μετά τῆς λέω: - Γονάτισε. Γονάτισε, τῆς ἔβαλα τό ἕνα χέρι μπροστά στό λαιμό καί τό ἄλλο πίσω ἀπό τό κεφάλι ἀρχίζοντας μέ τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καί συνεχίζοντας μέ λίγη σιωπή. Μετά, ὅπως ἦταν ἐκείνη γονατισμένη, φωνάζει «ἄχ!», ἀπό ἀνακούφιση. - Λοιπόν, πήγαινε, πήγαινε. Σήκω, τῆς λέω, γιατί τώρα περιμένουνε κι ἄλλοι. Μοῦ φίλησε τό χέρι κι ἔφυγε. Πάει πιό πέρα καί τούς ἀναστάτωσε ὅλους. Κι ὁ ἄνδρας της, ὅλο χαρά κι αὐτός, δοξάζανε τόν Θεό γιά τό θαῦμα.

«Μιά ἄλλη φορά πάλι -λέγει- ἦλθαν ἀπό τό Ξυλόκαστρο οἱ γονεῖς τοῦ Κώστα. Νά δεῖτε πόνο πού ἔχουν μερικοί ἄνθρωποι! Αὐτοί εἶναι καλοί ἄνθρωποι, ἀλλά καί τά δυό τους παιδιά ἔγιναν φανατικοί ὀπαδοί τοῦ Σάι-Μπάμπα τῶν Ἰνδιῶν». Ἕνας γκουρού. «Ὁ Κώστας ἦταν φοιτητής τῆς ἰατρικῆς. Ἔφυγε μέ τήν ἀδελφή του ἀπό τό σπίτι παραμονές τοῦ Πάσχα. Τήν ὥρα πού θά φεύγανε, λέει ὁ πατέρας στήν κόρη του: - Καλή Ἀνάσταση, Μαρία μου! - Ἡ ἀνάσταση ἦλθε, πατέρα μου, κι ὁ κόσμος δέν τήν ἐγνώρισε, τοῦ ἀπάντησε ἐκείνη». Ἐννοοῦσε ὅτι ὁ Σάι- Μπάμπα εἶναι αὐτός ὁ «Μεσσίας» ὁ ἀναμενόμενος ἕνας ἀναστημένος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔφερε τήν ἀνάσταση στούς ἀνθρώπους. «Ἐν τῷ μεταξύ οἱ γονεῖς τούς δίνανε συνέχεια χρήματα. Τώρα τό κόψανε αὐτό, γιατί τά χρησιμοποιοῦσαν γιά τόν... θεό τους». Γιατί τόν λάτρευαν αὐτόν τόν γκουρού ὡς θεό. «Ὁ Κώστας πῆγε στή Θεσσαλονίκη, γιά νά κάνει προπαγάνδα, καί τόν ἐδείρανε κιόλας ἐκεῖ πάνω. Πῆγε νά προσελκύσει κάποια παιδιά, οἱ γονεῖς τῶν ὁποίων τόν ἐπιάσανε καί τόν ἐχτυπήσανε.

Αὐτοί, λοιπόν, οἱ καλοί άνθρωποι μοῦ φέρανε ἕνα περιοδικό καί στό ἐξώφυλλο ἔχει μία φωτογραφία αὐτοῦ τοῦ Σάι-Μπάμπα. Ἔχει φτιάξει μία καινούργια θρησκεία, πού πιστεύουν ὅτι αὐτός εἶναι ὁ «νέος Χριστός» πού ἦλθε στόν κόσμο γιά νά τόν σώσει, νά τόν ὁδηγήσει στήν ἀλήθεια». Εἶναι ἕνας ἀπό αὐτούς τούς ψευδοπροφῆτες καί τούς ψευδόχριστους, ἀντίχριστους οἱ ὁποῖοι θά ἐμφανίζονται συνεχῶς καί μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὅπως καί μέχρι τώρα. «Λένε αὐτός ὅτι εἶναι ὁ «καινούργιος θεός». Ὁ Σάι-Μπάμπα ζεῖ τώρα, εἶναι ἄνδρας παντρεμένος ἔχει δίπλα του τήν γυναίκα του καί τά δύο παιδάκια του. Στό κάτω μέρος τῆς φωτογραφίας βλέπουμε πολλούς νέους νά τόν ἀκολουθοῦν καί μάλιστα πολλοί εἶναι καί μορφωμένοι. Σέ μία ἄλλη σελίδα τοῦ φιλᾶνε τά πόδια. «Ἐκεῖνος ὁ Χριστός -δηλαδή ὁ ἀληθινός- πάει τώρα!, ἔτσι τούς λέει. Ἄλλη ἐποχή, σοῦ λέει. Ὅλα ἀλλάζουν. Μοιάζει μέ παραμύθι. Μπορεῖ ὁ Σάι-Μπάμπα νά εἶναι τρελός. Λένε ὅτι ἔχει συγκεντρώσει καί χρήματα πολλά.

Νά σᾶς πῶ καί ἕνα ἄλλο σχετικό περιστατικό. Μία μέρα ἕνας πλωτάρχης μέ πῆγε στόν Ὠρωπό, στήν παραλία. Μπήκαμε στόν λιμενοβραχίονα κι ἐκεῖ ἕνας ψάρευε. Λέω τοῦ πλωτάρχη: - Πήγαινε νά μοῦ φέρεις ἕνα ψάρι ἀπ' αὐτά πού ψαρεύει αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ψαράς ὅμως ἀπαντάει: - Τό καλάθι εἶναι ἄδειο. Ἀπό τό πρωί προσπαθῶ, τίποτα δέν ἔκανα. Φύγετε, ἀφῆστε με ἥσυχο... Τοῦ λέω: - Ρίξε τ' ἀγκίστρι στή θάλασσα. - Φύγετε! μᾶς λέει στενοχωρημένα.

Ξεκινήσαμε καί φεύγαμε. Ἐκείνη τή στιγμή, καθώς ὁ ψαράς ἔβαλε τό ἀγκίστρι στή θάλασσα, αἰσθάνθηκε ὅτι κάτι ἔπιασε. Τό σήκωσε κι ἕνα μεγάλο ψάρι σπαρταροῦσε στό ἀγκίστρι. Μᾶς φωνάζει: - Μή φεύγετε! Ἐλᾶτε, μή φεύγετε! Ἔπιασα ψάρι! Ὁ πλωτάρχης εἶπε: -Ξέρω, παππούλη, γιατί ἔγινε αὐτό. Ἔγινε γιά νά πιστέψω σέ ἐσᾶς πού εἶστε τοῦ Θεοῦ, καί νά πιστέψει κι ὁ ψαράς. Ὡς τώρα πίστευα στόν «νέο Χριστό», τόν Σάι-Μπάμπα τῶν Ἰνδιῶν. Τώρα πιστεύω ἀληθινά»[1].

Βλέπουμε τώρα καί ἕνα θαῦμα πνευματικό. Μία ψυχή ἡ ὁποία εἶχε πλανηθεῖ ἀπό τόν σατανᾶ, ξαναβρίσκει τήν πίστη της, μέσα ἀπό αὐτό τό θαυμαστό περιστατικό τῆς ἐνέργειας τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου καί τῆς ἁλιείας αὐτοῦ τοῦ ψαριοῦ.

«Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώπους, δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστί»[2]. Αὐτά πού εἶναι ἀδύνατα γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι κατορθωτά καί δυνατά στόν Θεό. Καί «ὅπου θέλει ὁ Θεός νικᾶται φύσεως τάξις». Αὐτό εἶναι τό θαῦμα. Εἶναι κάτι τό ὁποῖο ὑπερβαίνει τούς φυσικούς νόμους καί τήν φυσική τάξη, γιατί ἔτσι θέλει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος καί τελικά εἶναι Αὐτός πού κυβερνᾶ τά σύμπαντα. Καί βεβαίως ὁ Θεός ἐνεργεῖ καί μέσω τῶν Ἁγίων Του, ὅπως τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου, καί κάνει θαυμαστά πράγματα. «Ἀμήν ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιήσει»[3], λέγει ὁ Κύριος. Δηλαδή σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι ἐκεῖνος πού πιστεύει σέ Μένα, θά κάνει αὐτά τά ὁποῖα κάνω κι Ἐγώ, χάρη στή πίστη πού ἔχει σέ Μένα, τά μεγάλα καί θαυμαστά ἔργα, καί ἀκόμα μεγαλύτερα ἀπό αὐτά.

«Πολλές φορές ὁ Θεός δέν πραγματοποιεῖ τό θαῦμα», λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «ἀλλά ἀφήνει προηγουμένως σέ ἐκείνους στούς ὁποίους πρόκειται νά γίνει τό θαῦμα νά συναισθανθοῦν τίς συμφορές, ὥστε μετά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά κακά νά μήν δείξουν καμιά ἀχαριστία». Δηλαδή ἀφήνει ὁ Θεός νά ταλαιπωρηθοῦμε λίγο οἱ ἄνθρωποι πρίν μᾶς κάνει τήν θαυμαστή Του παρέμβαση, γιά νά καταλάβουμε πόσο μᾶς ἀγαπᾶ καί νά μήν φερθοῦμε μέ ἀχαριστία, ἀλλά νά παραμείνουμε κοντά Του καί νά Τόν εὐχαριστοῦμε συνεχῶς.

«Ἐκεῖνος πού σκέφτεται πνευματικά καί φιλοσοφημένα», πάλι λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «δέν ἔχει καθόλου ἀνάγκη ἀπό τά θαύματα. Γιατί «μακάριοι γάρ οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες»[4], ὅπως εἶπε καί στόν Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος ὀλιγοπίστεψε. Καί τοῦ εἶπε, ἐπίστεψες σέ Μένα γιατί ἔβαλες τό χέρι σου καί Μέ ψηλάφησες∙ μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες. Εἶναι μακάριοι αὐτοί οἱ ὁποῖοι δέν εἶδαν καί πιστέψαν.

«Αὐτός πού παρουσιάζει ἄριστο βίο», λέει πάλι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «ἀποσπᾶ τήν Χάρη νά κάνει θαύματα». Ὁ Θεός δηλαδή ἐνεργεῖ διαμέσου αὐτοῦ θαυμαστά πράγματα. «Καί αὐτός πού κάνει θαύματα, παίρνει αὐτό τό χάρισμα γιά νά διορθώνει τήν ζωή τῶν ἄλλων». Καί ὁ Χριστός γι' αὐτό πραγματοποίησε τόσα θαύματα, γιά νά φανεῖ ἡ ἀξιοπιστία Του καί νά προσελκύσει τούς ἀνθρώπους κοντά Του, δηλαδή νά εἰσαγάγει τήν ἁγιότητα στή ζωή, ὅπως βλέπουμε μέ αὐτόν τόν πλωτάρχη, ὁ ὁποῖος εἶχε πλανηθεῖ ἀπό τόν λεγόμενο «νέο Χριστό», τόν Σάι-Μπάμπα καί πίστεψε χάρη σέ αὐτό τό θαυμαστό περιστατικό∙ τό θαῦμα πού ἔκανε ὁ Ἄγιος Πορφύριος σέ αὐτόν τόν ψαρά. Τά θαύματα γίνονται γιά νά βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι καί νά μετανοήσουν.

«Χωρίς ἀρετή δέν ὠφελεῖται σέ τίποτε αὐτός πού κάνει θαύματα, ἔστω καί ἄν ἔχει πίστη καί κάνει ἐπίδειξη θαυμάτων». Δέν εἶναι τά θαύματα πού σώζουν τόν θαυματουργό ἄνθρωπο, ἀλλά εἶναι ἡ σωστή ζωή. Πολλοί ἄνθρωποι μπορεῖ νά ἔκαναν θαύματα ἀλλά νά ἔχασαν τήν ψυχή τους, γιατί ἡ ζωή τους δέν ἤτανε κατά Θεόν.

«Ὁ Θεός πολλές φορές ἐνεργεῖ», λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «καί διά τῶν ἀναξίων. Τό μεγαλύτερο θαῦμα ἀπό ὅλα τά θαύματα εἶναι», λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «τό νά ἀπαλλαγεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἄν ἐγκαταλείψεις τά ἄσχημα θέατρα καί ἔρχεσαι πλέον στήν ἐκκλησία, εἶναι σάν νά γιατρεύτηκε τό κουτσό σου πόδι. Ἄν πάρεις τά μάτια σου ἀπό πορνικά θεάματα καί ἀπό κάλλος ξένου προσώπου, εἶναι σάν νά γιατρεύτηκαν τά τυφλά σου μάτια. Ἄν δέν ἀκοῦς πλέον σατανικά τραγούδια, ἀλλά ἀκοῦς πνευματικά ἄσματα, ψαλμωδίες, προσευχές, εἶναι σάν νά γιατρεύτηκε ἡ κουφαμάρα σου. Αὐτά εἶναι τά μέγιστα θαύματα. Αὐτά εἶναι τά καταπληκτικά σημεῖα»[5]. Λέει δηλαδή ὁ ἱερός πατήρ, ὅτι τά μεγαλύτερα θαύματα εἶναι τά πνευματικά, εἶναι ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς καί ὄχι τοῦ σώματος.

«Γιατί ὁ Χριστός στά «μεγάλα θαύματα», π.χ. στήν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, δέν προσευχόταν, ἐνῶ στά «μικρά θαύματα» προσευχόταν, π.χ. στόν χορτασμό τῶν πεντακισχιλίων; Γιά νά διδάξει ἀφενός σ’ ἐμᾶς τήν προσευχή, εἰδικά ὅταν τρῶμε, καί ἀφετέρου νά μᾶς δείξει ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί ὅτι δέν προσεύχεται ἀπό ἀνάγκη. Γιατί ἄν εἶχε ἀνάγκη, θά προσευχόταν καί γιά τά μεγαλύτερα θαύματα. Ὁ ἀληθινά πιστός δέν ἔχει ἀνάγκη νά δεῖ σημεῖα, νά δεῖ θαύματα, ἀλλά χρειάζεται μόνο διδασκαλία καί κατήχηση. Ὅποιος ὅμως ζητάει ἀποδείξεις ἤ τῆς δυνάμεως ἤ τῆς Πρόνοιας ἤ τῆς φροντίδας τοῦ Θεοῦ, αὐτός δέν πιστεύει καθόλου ὅτι ὁ Θεός εἶναι καί δυνατός καί φιλάνθρωπος».

«Τά θαύματα πολλές φορές ὠφέλησαν ἄλλον, ὄχι αὐτόν πού τά τέλεσε. Αὐτός βλάφτηκε, εἴτε διότι ὁδηγήθηκε σέ ὑπερηφάνεια καί κενοδοξία εἴτε γιά ἄλλο λόγο. Εἶναι δυνατόν», ρωτάει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «καί ἕνας πού ἔκανε θαύματα νά εἶναι σαρκικός ἄνθρωπος; Ὁ Θεός δέν ἐνήργησε -παρατηρεῖ- διά τοῦ Βαρλαάμ, διά τοῦ Φαραώ, διά τοῦ Ναβουχοδονόσορ; Ὁ Καϊάφας δέν προφήτευσε χωρίς νά κατανοεῖ ὅσα ἔλεγε;». Ὅταν ἔλεγε, ὅτι μᾶς συμφέρει νά πεθάνει ἕνας ἄνθρωπος γιά νά σωθεῖ ὅλο τό ἔθνος, καί ἐννοοῦσε τόν Χριστό. Καί πράγματι ὁ Χριστός πέθανε γιά τήν σωτηρία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Τά σημεῖα, τά θαύματα, δέν γίνονται γιά αὐτούς πού τά κάνουν, ἀλλά πρός χάρη ἄλλων. Καί γίνονται σημεῖα καί ἀπό ἀναξίους.

Γιά τά μέν θαύματα γινόμαστε ἐμεῖς ὀφειλέτες στόν Θεό. Γιά τίς ἀρετές ὅμως καί τίς καλές πράξεις ἐμεῖς κάνουμε ὀφειλέτη τόν Θεό, γιατί ἡ πράξη ἡ καλή εἶναι κατόρθωμα τοῦ δικοῦ μας ἀγώνα. Θαῦμα εἶναι χάρισμα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. Πράξη καλή εἶναι κατόρθωμα ἀνθρώπινων ἱδρώτων∙ θαῦμα εἶναι ἡ φανέρωση τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Ἡ καλή πράξη ξεκινάει ἀπό τήν δική μας ἐλεύθερη προαίρεση. Τό θαῦμα ξεκινάει ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο γίνονται θαύματα σέ μᾶς, τόσο χρεωνόμαστε ἀπέναντι στόν Θεό. Ὅσο ἐμεῖς ἀλλάζουμε ζωή καί κάνουμε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, τόσο καθιστοῦμε χρεώστη σέ μᾶς τόν Θεό. Ὅπως λέει πάλι ἡ Γραφή, «ὁ ἐλεῶν πτωχόν δανείζει Θεῷ»[6].

«Κατά τοῦτο θά εἴμαστε ὅμοιοι μέ τόν Θεό, ἄν ὅλοι ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας καί ὄχι ἄν κάνουμε θαύματα». Αὐτό εἶναι πού κατεξοχήν μᾶς κάνει νά ὁμοιάσουμε μέ τόν Θεό ἡ ἀγάπη πρός ὅλους καί μάλιστα πρός τούς ἐχθρούς. «Ἄν κάποιος προφήτης παρουσιαστεῖ καί κάνει κάποιο θαῦμα ἤ ἀναστήσει ἕναν νεκρό ἤ γιατρέψει ἕναν λεπρό ἤ κάποιον ἀνάπηρο καί ὕστερα ἀπό τό θαῦμα σέ καλέσει σέ ἀσέβεια, τότε νά μήν τόν πιστέψεις ἐπειδή ἔκανε θαῦμα». Γιατί ἄλλο εἶναι τό θαῦμα, πού τό κάνει ὁ Θεός, ὄχι ὁ ἄνθρωπος, καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀσέβεια, στό ὁποῖο δέν πρέπει ποτέ νά πέσουμε.

Καί ὁ σατανικός ἄνθρωπος, ὁ Ἀντίχριστος, θά κάνει ἐπίδειξη δυνάμεως, ψευτοθαύματα, ὅπως τά τερτίπια τοῦ μάγου, ἀλλά ὅλα θά τά ἐνεργεῖ πρός ἐξαπάτηση. Γι' αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔκανε ἀντιδιαστολή, δέν εἶπε ἁπλῶς δυνάμεις, ἀλλά πρῶτα εἶπε πνεύματος καί κατόπιν δυνάμεις, τονίζοντας ἔτσι ὅτι τά γινόμενα ἦταν πνευματικά. Ὅταν θά ἔρθει ὁ τελικός Ἀντίχριστος, λίγο πρίν τήν Δευτέρα Παρουσία, θά ἐνεργήσει τέρατα καί σημεῖα -ψευτοθαύματα ὅμως θά εἶναι ὅλα αὐτά- καί πολλοί θά ἐξαπατηθοῦν καί θά τόν ἀκολουθήσουν μετά καί στίς ἄλλες πλανεμένες του σκέψεις καί ἐνέργειες καί θά τόν πιστέψουν ὡς τόν Χριστό, στή θέση τοῦ Χριστοῦ, καί θά πλανηθοῦν καί θά κολαστοῦν. Γι' αὐτό πρέπει νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί στά διάφορα σημεῖα καί θαύματα καί νά μήν εἴμαστε εὔκολοι νά δεχόμαστε τό καθετί.

«Θέλεις νά μάθεις καί ἀπό ἀλλοῦ πῶς δοξάζεται ὁ Θεός ἀπό τόν βίο τῶν δούλων του καί πῶς δοξάζεται ἀπό τά θαύματα;», λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. «Κάποτε ὁ Ναβουχοδονόσορ ἔριξε τούς τρεῖς παῖδες στό καμίνι. Ὅταν ὅμως εἶδε ὅτι ἡ φωτιά δέν τούς κατέκαψε, εἶπε «εἶναι εὐλογητός ὁ Θεός πού ἔστειλε τόν ἄγγελό Του καί ἔσωσε τά παιδιά Του ἀπό τό καμίνι»[7].

«Ὅταν βλέπω μεγάλους νά μοῦ ζητοῦν νά δοῦν κανένα θαῦμα γιά νά πιστέψουν», λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «ξέρεις πῶς γίνομαι; Νά ἦταν μικροί, θά εἶχαν κάποια δικαιολογία λόγῳ τῆς ἡλικίας. Ἀλλά αὐτοί νά μήν ἔχουν κάνει τίποτε γιά τόν Χριστό καί νά λένε νά δοῦμε κάτι γιά νά πιστέψουμε, αὐτό εἶναι πολύ φτηνό πράγμα. Μήπως καί θαῦμα νά δοῦν θά βοηθηθοῦν; Θά ποῦν ὅτι εἶναι μαγεία κ.λπ. Τό θαῦμα γίνεται ὅταν συμμετέχει κανείς στόν πόνο τοῦ ἄλλου. Ὅλη ἡ βάση εἶναι τόν ἄλλον νά τόν νιώσεις ἀδελφό καί νά τόν πονέσεις. Αὐτός ὁ πόνος συγκινεῖ τόν Θεό καί κάνει τό θαῦμα. Γιατί δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο πού νά συγκινεῖ τόν Θεό τόσο, ὅσο ἡ ἀρχοντιά, δηλαδή ἡ θυσία»[8].

Ἄς ἀγαπήσουμε τόν Θεό, ἄς τηροῦμε τίς ἅγιες ἐντολές Του καί τότε θά ζήσουμε τό μέγιστο θαῦμα πού εἶναι ἡ μετάνοιά μας, ἡ μεταστροφή μας καί ἡ σωτηρία μας.

Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

[1] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Β΄ ἔκδοση, Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς.

[2] Λουκ. 18, 27.

[3] Ἰωάν. 14, 12.

[4] Ἰωάν. 20, 29.


[6] Παρ. 19, 17.

[7] Δαν. 3, 95.

[8] Πνευματική Ἀφύπνιση, Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Β΄, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/κης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου