Σελίδες

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

Μέ τήν ἐξομολόγηση ὁ Θεός συγχωρεῖ ὅλα τά ἁμαρτήματα, Βίος καί λόγοι Ἁγ.Πορφυρίου.Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



«Ἐάν γάρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν»[1]. Αὐτό μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος, ὅτι θά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες μας, ἐάν καί ἐμεῖς συγχωρήσουμε τά σφάλματα τῶν ἀδελφῶν μας σέ μᾶς. Κι ἄν πάλι δέν συγχωρήσουμε στούς ἀδελφούς μας τά παραπτώματά τους σέ μᾶς, οὔτε καί Ἐκεῖνος θά συγχωρήσει τά παραπτώματά μας σέ Αὐτόν, τά ὁποῖα εἶναι βεβαίως πολύ-πολύ περισσότερα. Καί πάλι ὑποσχέθηκε εἰς τούς Ἁγίους Ἀποστόλους ὅτι θά τούς δώσει τήν ἐξουσία, καί μάλιστα τούς τήν ἔδωσε τήν ἐξουσία. Στήν ἀρχή εἶχε πεῖ στόν Ἀπόστολο Πέτρο ὅτι θά σοῦ δώσω «τάς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί ὅ ἐάν δήσῃς ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὅ ἐάν λύσῃς ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς»[2]. Θά σοῦ δώσω δηλαδή, Πέτρε, τά κλειδιά τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, δηλαδή τήν ἐξουσία διά τῆς ἐξομολογήσεως, ὥστε ὅποιο ἁμάρτημα δέν θά συγχωρέσεις ἐσύ στήν γῆ, θά εἶναι ἀσυγχώρητο καί στούς οὐρανούς. Καί ἁμάρτημα πού ἐσύ θά συγχωρήσεις πάνω στή γῆ, θά εἶναι συγχωρημένο καί στούς οὐρανούς. Καί στήν συνέχεια, μετά τήν Ἀνάσταση, ἔδωσε αὐτή τήν ἐξουσία καί σέ ὅλους τούς Ἀποστόλους καί τούς εἶπε: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐάν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ»[3]. Σᾶς βεβαιώνω λοιπόν, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι ὅσα ἁμαρτήματα ἀφήσετε δεδεμένα καί ἀσυγχώρητα στή γῆ, θά μείνουν δεμένα καί ἀσυγχώρητα στόν οὐρανό∙ καί ὅσα συγχωρήσετε στήν γῆ, θά εἶναι συγχωρημένα καί λυμένα καί στόν οὐρανό.

Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὅτι οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους, οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ Ἱερεῖς, ἔχουν πᾶσαν ἐξουσίαν νά λύνουν καί νά δένουν, ἀλλά νά λύνουν καί νά δένουν σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ καί νά συγχωροῦν αὐτά πού καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας συγχωρεῖ. Καί ὄχι μιά θά λέγαμε ἀνεξέλεκτο ἐξουσία ἐπί πάντων. Ἄν ὁ πνευματικός - ὁ ἐξομολόγος, συγχωρεῖ κακῶς, δηλαδή ἐνῶ δέν πρέπει νά συγχωρεῖ κάποια πράγματα, τά συγχωρεῖ καί τά ἐπιτρέπει, ἀφοῦ αὐτά εἶναι ἀντίθετα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ὁπωσδήποτε καί αὐτός κολάζεται, ἀλλά καί αὐτός ὁ ὁποῖος ὑποτάσσεται σέ αὐτόν καί υἱοθετεῖ αὐτές τίς ἄνομες σκέψεις καί τοποθετήσεις.

«Ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται»[4], λέγει πάλι στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο. Ἀπό ὅλα αὐτά βλέπουμε πώς ὅλες οἱ ἁμαρτίες συγχωροῦνται, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ὅμως μετανοεῖ, ἐφόσον ζητάει τήν συγχώρηση. Μιά μόνο ἁμαρτία δέν συγχωρεῖται, ἡ βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἁμαρτία; Δέν εἶναι ἄλλη παρά ἡ ἀμετανοησία, τό νά ἀποδίδει κανείς τά ἔργα τοῦ Θεοῦ εἰς τόν διάβολο. Ὁπότε καί δέν συγχωρεῖται, γιατί δέν μετανοεῖ.

«Ὁ ἄνθρωπος, ἄν θέλει νά νιώσει ἀνάπαυση», ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος, «θά πρέπει νά πετάξει τά σκουπίδια ἀπό μέσα του καί αὐτό γίνεται μέ τήν ἐξομολόγηση. Ἀνοίγοντας ὁ ἄνθρωπος τήν καρδιά του στόν Πνευματικό, λέγοντας τά ἁμαρτήματά του, ταπεινώνεται κι ἔτσι ἀνοίγει τήν πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Ἔρχεται πλούσια ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί ἐλευθερώνεται. Ἄν ὅμως βλέπεις ὅτι δέν ἔχεις γαλήνη, ἀλλά στενοχώρια, νά ξέρεις ὅτι ὑπάρχει κάτι μέσα σου, κάτι ἀτακτοποίητο, καί πρέπει νά τό βρεῖς γιά νά τό διορθώσεις. Κάνεις ἄς ὑποθέσουμε ἕνα σφάλμα. Στεναχωριέσαι, ἀλλά δέν τό ἐξομολογεῖσαι. Σοῦ συμβαίνει μετά ἕνα εὐχάριστο γεγονός καί νιώθεις χαρά. Αὐτή ἡ χαρά σκεπάζει τήν στενοχώρια γιά τό σφάλμα σου καί σιγά-σιγά τό ξεχνᾶς, δέν τό βλέπεις ἐπειδή καπακώθηκε ἀπό τή χαρά. Ἀλλά ἐκεῖνο ἐσωτερικά δουλεύει»[5]. Εἶναι δηλαδή σάν νά ἀφήνει ὁ ἄνθρωπος μιά ἑστία μικροβίων μέσα του, ἡ ὁποία ἐργάζεται, κάνει φωλιά καί ἑστία μικροβιακή, ἡ ὁποία συνεχῶς τόν κατατρώγει, τόν μολύνει καί τόν ὁδηγεῖ στόν θάνατο. Γι' αὐτό δέν πρέπει νά ἀφήνει ὁ ἄνθρωπος κανένα ἁμάρτημα ανεξὁμολόγητο, νά μήν ἀμελεῖ καθόλου. Ὅταν πέσει, νά τρέχει στήν μετάνοια καί στήν ἐξομολόγηση.

Ὅμως, ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν στιγμή πού θά ἐξομολογηθεῖ δέν θά πρέπει, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, νά γυρίζει πίσω, νά σκαλίζει πάλι παλιές ἁμαρτίες. «Ἄς μήν γυρίζομε -λέει- πίσω σέ ἁμαρτίες πού ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ. Ἡ ἀνάμνηση τῶν ἁμαρτιῶν κάνει κακό». Βεβαίως αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά θυμᾶται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, καί ὄχι ἕνας ἁπλός ἁμαρτωλός, ἀλλά «Ὁ Ἁμαρτωλός», ὁ μεγαλύτερος ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, ὁ χειρότερος ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους! Ἀλλά αὐτό γενικά, χωρίς νά γυρνάει πίσω καί νά σκαλίζει ἔτσι μέ λεπτομέρειες, τίς λεπτομέρειες παλαιῶν ἁμαρτιῶν του. «Ἡ ἀνάμνηση τῶν ἁμαρτιῶν κάνει κακό», λέει ὁ Ὅσιος. «Ζητήσατε συγγνώμη; Τελείωσε. Ὁ Θεός ὅλα τά συγχωρεῖ μέ τήν ἐξομολόγηση. Δέν πρέπει νά γυρίζομε πίσω καί νά κλεινόμαστε σέ ἀπελπισία. Νά εἴμαστε δοῦλοι ταπεινοί μπροστά στόν Θεό. Νά αἰσθανόμαστε χαρά καί εὐγνωμοσύνη γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Δέν εἶναι ὑγιές νά λυπᾶται κανείς ὑπερβολικά γιά τίς ἁμαρτίες του καί νά ἐπαναστατεῖ ἐναντίον τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ του φθάνοντας μέχρι τήν ἀπελπισία». Στό βάθος, ὅλο αὐτό βεβαίως εἶναι ἕνας κρυμμένος ἐγωισμός. «Πῶς ἐγώ ἔπεσα τόσο χαμηλά καί γιατί κ.λπ.». «Ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπογοήτευση εἶναι τό χειρότερο πράγμα», λέει ὁ Ὅσιος. «Εἶναι παγίδα τοῦ σατανᾶ, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο νά χάσει τήν προθυμία του στά πνευματικά καί νά τόν φέρει σέ ἀπελπισία, σέ ἀδράνεια καί ἀκηδία. Ὁ ἄνθρωπος τότε δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτα, ἀχρηστεύεται. Λέει: «εἶμαι ἁμαρτωλός, ἄθλιος, εἶμαι τοῦτο, εἶμαι κεῖνο, δέν ἔκανα τοῦτο, δέν ἔκανα ἐκεῖνο... Ἔπρεπε τότε, δέν ἔκανα τότε, τώρα τίποτα... πᾶνε τά χρόνια μου χαμένα, δέν εἶμαι ἄξιος». Τοῦ δημιουργεῖται ἕνα αἴσθημα κατωτερότητος, ἕνας ἄκαρπος αὐτοεξευτελισμός. Ὅλα γι' αὐτόνε εἶναι ρημάδια». Αὐτό εἶναι πολύ βαρύ πράγμα, λέει ὁ Ὅσιος. Τί εἶναι αὐτό; Εἶναι κάτι πολύ κακό. Δέν εἶναι καλό. «Εἶναι ψευτοταπείνωση»[6]. Εἶναι ψεύτικη ταπείνωση. Εἶναι αὐτή ἡ ταπείνωση πού δέν ἔχει καμία πραγματική οὐσία, καμία ὑπόσταση. Εἶναι ἕνα ἐπίπλαστο πράγμα, ἐξωτερικό.

«Ὅλα αὐτά εἶναι σημάδια ἀπελπισμένου ἀνθρώπου, πού τόν ἔχει κυριεύσει ὁ σατανᾶς. Ὁ ἄνθρωπος φθάνει στό σημεῖο νά μήν θέλει οὔτε νά μεταλάβει. Νομίζει ὅτι εἶναι ἀνάξιος γιά τά πάντα. Προσπαθεῖ νά ἐξουθενώσει τήν δράση του, τόν ἑαυτό του, γίνεται ἄχρηστος»[7]. Καί ἐνῶ φαίνεται ἐξωτερικά νά αὐτομέμφεται καί νά εἶναι ταπεινός, στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας μεγάλος ὑπερήφανος, ἀπελπισμένος.

«Αὐτή εἶναι ἡ παγίδα πού στήνει ὁ σατανᾶς. Γιά νά χάσει ὁ ἄνθρωπος τήν ἐλπίδα του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτά εἶναι φοβερά, ἀντίθετα πρός τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Κι ἐγώ», λέει ὁ Ὅσιος, «σκέπτομαι ὅτι ἁμαρτάνω. Δέν βαδίζω καλά. Ὅ,τι ὅμως μέ στενοχωρεῖ, τό κάνω προσευχή, δέν τό κλείνω μέσα μου. Πάω στόν Πνευματικό, τό ἐξομολογοῦμαι, τελείωσε! Νά μήν γυρίζουμε πίσω καί νά λέμε τί δέν κάναμε. Σημασία ἔχει τί θά κάνουμε τώρα, ἀπ' αὐτή τή στιγμή κι ἔπειτα. Ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τά μέν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος, τοῖς δέ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος»[8]. Ἔχει πολύ μεγάλη σημασία αὐτό πού λέει ὁ Ὅσιος. Ὁ ἄνθρωπος πολλές φορές συγκρίνεται μέ τό παρελθόν του καί λέει, τότε ἤμουνα καλύτερος, ἤ αὐτά πού τότε μποροῦσα νά κάνω δέν τά ἔκανα καί τώρα φύγανε τά χρόνια μου καί ἀπελπίζεται, καί ὅλο αὐτό δέν εἶναι παρά μιά τέχνη τοῦ πονηροῦ.

«Στόν Ἀπόστολο Παῦλο πήγαινε τό πνεῦμα τῆς δειλίας», λέει ὁ Ὅσιος. «Πήγαινε νά τόν ἐκκόψει ἀπό τήν προσπάθειά του πρός τόν Χριστό, ἀλλά ἔλαβε τό θάρρος καί εἶπε: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»[9]. Καί τό ἄλλο: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία, ἤ διωγμός, ἤ λιμός -πεῖνα δηλαδή- ἤ γυμνότης, ἤ κίνδυνος, ἤ μάχαιρα; Καθώς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς»[10]. Κανένας πειρασμός, κανένας κίνδυνος, καμιά δυσκολία, εἴτε ἔσωθεν, εἴτε ἐξωθεν, δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δέν μπορεῖ νά κάνει τόν Χριστό νά πάψει νά μᾶς ἀγαπάει. Ὁ Χριστός πάντοτε μᾶς ἀγαπᾶ, ἀκόμα κι ὅταν ἁμαρτάνουμε. Καί τότε, ὅπως ὁ πατέρας τοῦ ἄσωτου υἱοῦ, μᾶς περιμένει. «Ὁ Προφητάναξ Δαβίδ λέει: «Οὐκ ἀποθανοῦμαι, ἀλλά ζήσομαι καί διηγήσομαι τά ἔργα Κυρίου»[11]»[12]. Δέν πρέπει λοιπόν ποτέ νά ἀπελπιζόμαστε καί ποτέ νά μή γυρίζουμε πίσω στά παλιά.

«Νά ἐντρυφᾶτε», λέει ὁ Ὅσιος, «στίς Γραφές. Θυμηθεῖτε ἐκεῖνο τό ὡραῖο: «Ἐγώ τους ἐμέ φιλοῦντες ἀγαπῶ, οἱ δέ ἐμέ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν»[13]. Ὁ Θεός ἀγαπᾶ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν, ἀλλά ἀγαπᾶ καί αὐτούς πού δέν Τόν ἀγαποῦν, ὅμως ἐκεῖνοι δέν τό αἰσθάνονται. Ἐκεῖνοι ὅμως πού Μέ ζητοῦν, λέει ὁ Θεός, αὐτοί θά βροῦν χάρη. Αὐτοί θά βροῦνε ἔλεος, αὐτοί θά βροῦν συγχώρηση, αὐτοί θά βροῦν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης





[1] Ματθ. 6, 14-15.


[2] Ματθ. 16, 19.


[3] Ματθ. 18, 18.


[4] Ἰωάν. 20, 23.




[6] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Β΄ ἔκδοση, Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς, (στό ἑξῆς: Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου).


[7] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.


[8] Φιλ. 3, 14.


[9] Γαλ. 2, 20.


[10] Ρωμ. 8, 35-36.


[11] Ψαλμ. 117, 17.


[12] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.


[13] Παρ. 8, 17.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου