Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος
δέν εἶναι ὁ «κουλτουριάρης», αὐτός πού συχνάζει σέ διαλέξεις, κοντσέρτα ἤ
θέατρα. Ἀληθινά πνευματικός εἶναι ὁ ἁγιοπνευματικός ἄνθρωπος. Εἶναι αὐτός, πού ἔχει
ἐνεργό τό Ἅγιο Πνεῦμα· κινεῖται καί ἐμπνέεται ἀπό Αὐτό.
Ὁ θεραπευμένος (πνευματικά ὑγιής) ἄνθρωπος ἔχει τό
φωτισμό ἀπό τήν Θεία Χάρη καί- ἄν θέλει ὁ Θεός- τή θέωση, ἐπίσης
ἀπό τήν Θεία Χάρη[1]. Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος εἶναι
αὐτός, πού βρίσκεται στό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ, δηλαδή ἔχει ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ
ὁποία στήν πληρέστερη μορφή της εἶναι αὐτενεργοῦσα[2]. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή δέν
προσεύχεται κάνοντας δική του προσπάθεια, ἀλλά «ἀκούει» ἐντός του[3] τήν προσευχή, πού κάνει τό
Ἅγιο Πνεῦμα «κράζον Ἀββᾶ ὁ Πατήρ»[4]. «Στήν Ἐκκλησία», τόνιζε ὁ ὅσιος
Πορφύριος, «γίνεται ἡ Θεία συνουσία, γινόμαστε ἔνθεοι»[5]. Ἡ ἀγάπη Του θέλει νά μᾶς κάνει
«θεούς κατά Χάριν καί δωρεάν»[6]. Αὐτό τό κάνει διά τοῦ
θεραπευτηρίου, πού λέγεται Ἐκκλησία σ’ ὅσους ἀφήνονται στήν θεραπευτική Του
φροντίδα.



