
Οἱ νέοι μπροστὰ στοὺς δύο δρόμους τῆς ζωῆς
Καὶ ἡ ἔγγαμη καὶ ἡ ἄγαμη ζωὴ εἶναι εὐλογημένες
– Γέροντα, τί πρέπει νὰ ἀπαντήση κανεὶς σὲ νέα παιδιὰ ποὺ ρωτοῦν ἂν ἡ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἔγγαμη;
– Κατ᾿ ἀρχὰς πρέπει νὰ τοὺς δώση νὰ καταλάβουν ποιός εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ποιό εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Ὕστερα νὰ τοὺς ἐξηγήση ὅτι καὶ οἱ δύο δρόμοι ποὺ ἔχει χαράξει ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εὐλογημένοι, γιατὶ καὶ οἱ δύο μποροῦν νὰ τοὺς ὁδηγήσουν στὸν Παράδεισο, ἂν ζήσουν κατὰ Θεόν. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι δύο ἄνθρωποι ξεκινοῦν νὰ πᾶνε σὲ ἕνα προσκύνημα. Ὁ ἕνας πηγαίνει μὲ τὸ λεωφορεῖο ἀπὸ τὸν δημόσιο δρόμο καὶ ὁ ἄλλος πηγαίνει μὲ τὰ πόδια ἀπὸ κάποιο μονοπάτι. Καὶ οἱ δύο ὅμως ἔχουν τὸν ἴδιο σκοπό. Ὁ Θεὸς καὶ τὸ ἕνα τὸ χαίρεται καὶ τὸ ἄλλο τὸ θαυμάζει. Κακὸ εἶναι ὅταν αὐτὸς ποὺ πάει ἀπὸ τὸ μονοπάτι κατακρίνη μέσα του τὸν ἄλλον ποὺ πάει ἀπὸ τὸν δημόσιο δρόμο ἢ καὶ τὸ ἀντίστροφο. Καλὰ εἶναι οἱ νέοι ποὺ σκέφτονται τὸν Μοναχισμὸ νὰ γνωρίζουν ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ μοναχοῦ εἶναι πολὺ μεγάλη· εἶναι νὰ γίνη Ἄγγελος. Στὴν ἄλλη ζωή, στὸν Οὐρανό, θὰ ζοῦμε σὰν Ἄγγελοι, εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς Σαδδουκαίους[1]. Γι᾿ αὐτὸ μερικοὶ πολὺ φιλότιμοι νέοι γίνονται μοναχοὶ καὶ ἀρχίζουν τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ ἀπὸ τούτη τὴν ζωή. Ἂς μὴ νομίση ὅμως κανεὶς ὅτι ὅσοι πᾶνε στὸ μοναστήρι θὰ σωθοῦν, ἐπειδὴ ἁπλῶς ἔγιναν μοναχοί. Ὁ κάθε ἄνθρωπος θὰ δώση λόγο στὸν Θεὸ ἂν τὴν ζωὴ ποὺ διάλεξε τὴν ἁγίασε. Παντοῦ χρειάζεται φιλότιμο. Ὁ Θεὸς δὲν κάνει προκομμένους καὶ ἀνεπρόκοπους ἀνθρώπους, ἀλλά, ὅποιος δὲν ἔχει φιλότιμο, ὅποια ζωὴ κι ἂν ἀκολουθήση, ἀνεπρόκοπος θὰ εἶναι. Ἐνῶ ὁ φιλότιμος προκόβει, ὅπου κι ἂν βρεθῆ, ἐπειδὴ ἡ θεία Χάρις βρίσκεται μαζί του. Ὑπάρχουν ἔγγαμοι ποὺ ζοῦν πολὺ ἐνάρετα καὶ ἁγιάζονται. Ἕνας οἰκογενειάρχης, ἂν ἀγαπάη τὸν Θεὸ καὶ ἕλκεται ἀπὸ τὸν θεῖο ἔρωτα, μπορεῖ νὰ κάνη μεγάλη πνευματικὴ προκοπή.




