Ένα ακόμα θαυμαστό περιστατικό από την ζωή των οσίων γερόντων του Αγίου Όρους, που συνέβη στον Μακαριστό Γέρων Εμμανουήλ Γρηγοριάτη (1918-2008)
~ Ἐγώ κάποτε, ὡς Μοναχός θυμᾶμαι, ἤμουν πολύ ἄρρωστος. ῎Επρεπε νά κάνω μία ἐγχείρησι στήν καροτίδα. Οἱ ἰατροί μοῦ εἶπαν, ὅτι ἐάν δέν τήν κάνω, θά τελειώσω τήν ζωήν μου σέ ὀλίγες ἡμέρες. Ἐάν θά τήν κάνω, θά συμβοῦν δύο πράγματα· ἤ θά πεθάνω ἐπάνω εἰς τήν ἐγχείρησι, ἤ θά παραμείνω «φυτό».
Εἶπα στόν ἑαυτόν μου, ὅτι ἐκείνη τήν νύκτα θά κάνω ἀγρυπνία, νά παρακαλέσω τόν Χριστό, τούς ῾Αγίους μας, νά μέ πληροφορήσουν τί πρέπει νά κάνω. Προσευχόμουν ὄρθιος ἐπί ἀρκετές ὧρες. Κουράσθηκα κάι κάθισα λίγο νά ξεκουρασθῶ. Τότε μέ πῆρε ὁ ὕπνος καί εἶδα τό ἑξῆς ὄνειρο.
Εἶδα ὅτι εὑρισκόμουν σέ μία ἐκκλησία. Στό τέμπλο τῆς ὁποίας οἱ ῞Αγιοι ἦσαν διαστάσεων τριῶν μέτρων καί φάρδους δύο μέτρων. Μέ θαυμασμό ἔβλεπα, ὅτι τά πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ, καί τῆς Παναγίας, ἦσαν ζωντανά, δηλαδή ἐστέκοντο ἐκεῖ ὡς ζωντανοί ἄνθρωποι. Ἐπλησίασα στόν Χριστό, τοῦ ἔβαλα τρεῖς μετάνοιες, καί τοῦ εἶπα·
«Πές μου Δέσποτα Χριστέ μου, εἶναι θέλημά σου νά γίνῃ ἡ ἐγχείρησις ἤ ὄχι;»










