Ήταν βράδυ, Τρίτη της Διακαινησίμου το 1984. Είχα ανάψει δύο κεράκια μέσα σε δύο τενεκεδάκια, όπως συνηθίζω να κάνω, ακόμη και όταν κοιμάμαι, γιά όλους όσοι πάσχουν ψυχικά και σωματικά.
Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνω ζώντες και κεκοιμημένους.
Εκεί που έλεγα την Ευχή, βλέπω ένα μεγάλο χωράφι περιφραγμένο με μία μάνδρα, σπαρμένο με σιτάρι που μόλις άρχιζε να ψηλώνει.
Εγώ στεκόμουν έξω από το χωράφι, άναβα κεριά γιά τους κεκοιμημένους και τα στερέωνα πάνω στον τοίχο της μάνδρας.
Αριστερά ήταν ένας ξερότοπος, γεμάτος βράχους και κρημνούς, που σειόταν συνέχεια από μία δυνατή βοή από χιλιάδες σπαραχτικές φωνές, που σου σπάραζαν την καρδιά.
Και ο πιο σκληρός άνθρωπος, αν τις άκουγε, ήταν αδύνατο να μη συγκλονισθή!

