
Πηγή:εδώ
Αββάς Μωυσής – διδακτικές ιστορίες
Ένας αδελφός έσφαλε κάποτε στη Σκήτη. Για το θέμα αυτό έγινε συμβούλιο και κάλεσαν και τον αββά Μωυσή, εκείνος όμως δεν ήθελε να πάει. Ο πρεσβύτερος λοιπόν έστειλε να τον φωνάξουν λέγοντας: «Έλα, όλοι εσένα περιμένουν». Σηκώθηκε τότε ο γέροντας, πήρε ένα τρύπιο καλάθι, το γέμισε άμμο, το φορτώθηκε και πήγε. Οι αδελφοί βγήκαν να τον υποδεχτούν και τον ρώτησαν: «Τι είναι αυτό, πάτερ;» Ο γέροντας τους αποκρίθηκε: «Είναι οι αμαρτίες μου που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω, και ήρθα εγώ σήμερα να δικάσω ξένα αμαρτήματα». Όταν τον άκουσαν, δεν είπαν τίποτε στον αδελφό και τον συγχώρησαν.

Άλλοτε έγινε συμβούλιο στη Σκήτη και οι πατέρες, θέλοντας να τον δοκιμάσουν, τον εξευτέλισαν λέγοντας: «Και αυτός ο αράπης γιατί έρχεται ανάμεσά μας;» Εκείνος το άκουσε χωρίς να μιλήσει. Όταν έφυγαν από εκεί, τον ρώτησαν: «Αββά, την ώρα εκείνη δεν ταράχτηκες καθόλου;» «Ταράχτηκα», τους απάντησε, «αλλά δεν μίλησα».

Έλεγαν για τον αββά Μωυσή ότι, όταν χειροτονήθηκε κληρικός και του φόρεσαν τα άμφια, του είπε ο αρχιεπίσκοπος: «Τώρα έγινες ολόλευκος (1), αββά Μωυσή». Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Μήπως από έξω μόνο, άγιε πάπα, ή και από μέσα;»
Ο αρχιεπίσκοπος, θέλοντας να τον δοκιμάσει, είπε στους κληρικούς: «Όταν θα μπει ο αββάς Μωυσής στο άγιο βήμα, να τον διώξετε και να τον ακολουθήσετε, για να ακούσετε τι θα πει». Όταν λοιπόν μπήκε ο γέροντας, τον αποπήραν και τον έδιωξαν λέγοντας: «Πήγαινε έξω, αράπη». Εκείνος βγαίνοντας έλεγε στον εαυτό του: «Καλά σου έκαναν, σταχτόδερμε, μαύρε. Αφού δεν είσαι άνθρωπος, γιατί πηγαίνεις μαζί με τους ανθρώπους;»







