Στα μέσα του 19ου αιώνα, λοιπόν, ένας γηραιός Εφέτης είχε καλέσει στην οικία του τον τότε ιερέα του Ναού και ημιπαράφρων από τον τρόμο, του διηγήθηκε την τραγική περιπέτειά του και ικέτεψε γονυπετής για άφεση αμαρτιών.
Ο πατέρας του γηραιού Εφέτη, ο οποίος είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη Μικρά Ασία ως ιερέας, του είχε εμπιστευθεί κατά τις τελευταίες του στιγμές, λίγο πριν ξεψυχήσει, ότι σε μια μυστική κρυψώνα φύλαγε τη δεξιά χείρα του Αγίου Ελευθερίου, την οποία του την είχε παραδώσει άλλος πάλι ιερέας στη Μικρά Ασία τις ώρες του δικού του θανάτου.
Ο νεαρός τότε δικαστικός κράτησε μυστική την ύπαρξη του ιερού αυτού λειψάνου, το οποίο εγκατέλειψε λησμονημένο στην κρυψώνα του. Έτσι, πέρασαν αρκετά χρόνια, οπότε αιφνιδίως ένας άνεμος καταστροφής και συμφοράς φύσηξε στο σπίτι του Εφέτη. Τα ατυχήματα έρχονταν το ένα μετά το άλλο, φρικτές αρρώστιες τους έδερναν, μια μιζέρια είχε πέσει στο άλλοτε ευτυχισμένο σπίτι του δικαστικού λειτουργού και τέλος, ο θάνατος κατέφτασε και τους θέρισε τον έναν μετά τον άλλον. Τα μέλη της οικογένειας ξεκληρίστηκαν πριν προλάβουν να το καταλάβουν, κατά έναν τρόπο μυστηριώδη και φοβερό. Ένας μαρασμός, μια διαρκής μελαγχολία, το βάρος ενός φόβου αδικαιολόγητου κι έπειτα, κάποιο πρωί, το θανατικό, το βαρύ πένθος…



