
Όταν πήγαμε στη Σάμο, μου είχε κάνει πολύ εντύπωση αυτό, ήρθε ένας κύριος και μας έφερε ένα καφάσι σταφύλια.
Λέω “πως σας λένε, να σας μνημονεύουμε”.
Λέει “Θεολόγο”.
“Α, λέω, θα είστε επηρεασμένοι από την Πάτμο που είναι κοντά”.
“Όχι, λέει, ακούστε την ιστορία μου:
Ο πατέρας μου δούλευε στο χωράφι, η μητέρα μου ήταν έγκυος σ’ εμένα 6 μηνών. Ο πατέρας μου εκεί που δούλευε άκουσε απ’ το διπλανό χωράφι που είχε ο γείτονας ξωκκλήσι ψαλμωδίες.
Ε, λέει, θα γιορτάζει φαίνεται ή θα κάνει καμιά Λειτουργία ο γείτονας, ας πάω ν’ ανάψω κι εγώ ένα κεράκι.
Πήγε λοιπόν μέσα στο εκκλησάκι άκουγε τις ψαλμωδίες αλλά δεν ήταν κανένας μέσα. Ούτε παπάς, ούτε άνθρωπος, κανένας. Φοβήθηκε ο άνθρωπος. Φεύγει και πήγε στο σπίτι του.
Λέει η γυναίκα του «τί έπαθες σήμερα;».
