Ένα από τα ερωτήματα που με απασχολούσαν ήταν το πως είναι ποτέ δυνατόν να ζήσεις “αναμάρτητα” μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Γιατί όλες μας οι πράξεις είναι τόσο ασήμαντες, σε σχέση με όσα απαιτεί από εμάς το πνεύμα του Ευαγγελίου, το οποίο, στο τέλος φαίνεται να είναι απλώς αδύνατο και ουτοπικό.
»Και κατά τη διαμονή μου στον Άθωνα, όπως συνέβαινε και πριν να γίνω μοναχός, κάποιες φορές η προσευχή μου διακοπτόταν από “θεομάχους” λογισμούς.
»Θυμάμαι πόσο φοβερά βασανίστηκα κάποτε από αυτό το γεγονός, από το ότι δηλαδή δεν κατάφερα ούτε να μην κατακρίνω με τις σκέψεις ούτε να μην υπερηφανεύομαι ούτε να μην αισθάνομαι αντιπάθειες κλπ. Και, αφού όλα αυτά δεν τα κατάφερα, άρχισα με τον Θεό ένα είδος “διαμάχης” της τάξεως που θα λεχθεί παρακάτω.
»Έτσι, σε μια στιγμή από τη μαρτυρική μου παράσταση μπροστά στο κριτήριο του Λόγου του Θεού, παρά τις προσπάθειές μου, αισθάνθηκα την άκρα αδυναμία μου να παραμείνω στο πνεύμα των Εντολών Του. Και θυμάμαι που πρόφερα τότε αυτούς τους άφρονες λόγους:
—“Μιλάς, λοιπόν, Εσύ για την έσχατη και φοβερή Κρίση! Αλλά πως άραγε θα κρίνεις Εσύ εμένα; Ποιό είναι το δικό Σου το Είναι;

