
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση
Πολλοὶ νέοι κληρικοί, ἀκόμα καὶ ἀκριτικῶν περιοχῶν, εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ ὑπηρετήσουν σὲ μικρὲς καὶ ἀπομακρυσμένες ἐνορίες, γιατί δὲν ἐπιθυμοῦν τὶς περιπέτειες τῆς μετακίνησης, φοβοῦνται τὴν ἐρήμωση τοῦ τόπου, ὑπολογίζουν τὶς δαπάνες, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔλλειψη βοηθῶν. Τὸ θεωροῦν σπουδαῖο κατόρθωμα ἂν μία φορὰ πῆγαν σὲ κάποια μακρινὴ ἐνορία καὶ δηλώνουν ὅτι δὲν θὰ ξαναπᾶνε.
Αὐτοὶ οἱ ἱερεῖς προφανῶς δὲν ἔχουν ἐνδιαφέρον νὰ προσφέρουν καὶ νὰ κοπιάσουν γιὰ τὸν ἐγκαταλειμμένο λαό. Εἶναι ἄνθρωποι ποὺ θέλουν νὰ βολεύονται, νὰ διαχειρίζονται τὸ ἱερὸ χρῆμα μεγάλων ἐνοριῶν, νὰ δέχονται πολλὰ τυχερὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὅλες τους οἱ κινήσεις εἶναι τυπικές, γιὰ νὰ μὴ ποῦμε ἐπαγγελματικές.
Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα ποὺ οἱ ἱερεῖς τῶν μεγάλων πόλεων δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐξυπηρετήσουν, ἔστω καὶ γιὰ λίγες μέρες τὸ χρόνο, ἀκριτικὲς ἐνορίες, οὔτε ἀκόμα καὶ κατὰ τὴ θερινὴ περίοδο, ποὺ ὡς ἀδειοῦχοι ταξιδεύουν γιὰ ἀναψυχή. Κι ἐνῶ ἐξυπηρετοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀκρίτες, οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ λειτουργήσουν μερικὲς φορές, καλύπτοντας στοιχειώδεις θρησκευτικές τους ἀνάγκες.





