Ὅταν ἔλθη ἡ ὥρα νά πεθάνω, φρόντισε γιά τήν ταφή μου.
Τή μητέρα σου, μετά τό θάνατό μου μή τήν περιφρονήσης.
Νά τήν τιμᾶς ὅσο ζῆς.
Δῶσε της χαρά κάνοντας αὐτό πού θέλει καί μή τήν πικροχολιάσης.
Θυμίσου, παιδί μου, πόσο κινδύνεψε ὅσο στά σπλάχνα της σέ κυοφοροῦσε.
Ὅταν πεθάνη, φρόντισε γιά τήν ταφή της καί θάψε την στόν ἴδιο τάφο μέ μένα.
Παιδί μου, ὅλες τίς μέρες τῆς ζωῆς σου νἄχης στή μνήμη σου καί στήν καρδιά σου τό Θεό.
Μή θελήσης νά ἁμαρτάνης καί νά παραβαίνης τίς ἐντολές του.
Τήν ἁγιότητα ν᾿ ἀκολουθῆς, καί τῆς κακίας τά μονοπάτια μή βαδίσης.
Γιατί ὅταν κάνεις τό ἀγαθό, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ θά σφραγίζη τά ἔργα σου, ὅπως κι᾿ ὅλους ἐκείνους πού ἐργάζονται τό καλό.
Ἀπ᾿ τά ὑπάρχοντά σου κάνε ἐλεημοσύνη καί μή τσιγκουνευτῆ τό μάτι σου, σ᾿ αὐτά πού δίνει.
Μήν ἀποστρέψης τό πρόσωπό σου ἀπό κάθε φτωχό, γιά νά μήν ἀποστρέψη καί ὁ Θεός τό πρόσωπό του ἀπό σένα.

