Ἀκούστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:
Σήμερα, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, θά δοῦμε τήν ΜΕ΄(45η) Ὑπόθεση, Β΄ τόμου τοῦ Εὐεργετινοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τόν ἑξῆς τίτλο: «Ὅτι οὐ δεῖ ψεύδεσθαι, ἀλλ΄ ἀληθεύειν»[1], ὅτι δέν πρέπει νά ψευδόμεθα, ἀλλά νά λέγουμε τήν ἀλήθεια. Καί βεβαίως θυμόμαστε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη, πού ὁ Θεός ἔχει μία ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Δεκαλόγου γιά τό ψεῦδος καί λέγει «οὐ ψευδομαρτυρήσεις»[2]. Καί στήν Καινή Διαθήκη ἐπίσης πάρα πολλές φορές τονίζεται ὅτι πρέπει νά μήν ψευδόμεθα.
Λέει, πρῶτα στήν Παλαιά Διαθήκη, στίς Παροιμίες, «ὅς ἐρείδεται ἐπί ψεύδεσιν», ὅποιος στηρίζεται δηλαδή στό ψεῦδος, «οὗτος ποιμαίνει ἀνέμους», αὐτός ματαιοπονεῖ δηλαδή. «Ὁ δ᾿ αὐτός διώξεται ὄρνεα πετόμενα»[3]. Αὐτός εἶναι σάν νά κυνηγάει πουλιά, τά ὁποῖα πετοῦν στόν ἀέρα καί εἶναι ἄπιαστα, αὐτός πού βασίζεται σέ ψεύδη.
Ἐπίσης στίς Παροιμίες, στό 10ο κεφάλαιο, «βδέλυγμα Κυρίῳ χείλη ψευδῆ, ὁ δέ ποιῶν πίστεις δεκτός παρ᾿ αὐτῷ»[4]. Εἶναι ἀποκρουστικά καί μισητά ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τά χείλη πού ψεύδονται. Βδελυκτά, ἀηδιαστικά. Ὅποιος ὅμως φέρεται μέ εἰλικρίνεια καί ἀξιοπιστία, εἶναι ἀγαπητός καί εὐπρόσδεκτος στόν Θεό. Ὁ ποιῶν πίστεις, αὐτός πού εἶναι πιστός καί ἀξιόπιστος καί εἰλικρινής.
Καί πάλι λέει στή Σοφία Σειράχ, νά μήν πεῖς κανένα ψέμα, γιατί ἡ ψευδολογία ποτέ δέν καταλήγει σέ καλό. «Μή θέλε ψεύδεσθαι πᾶν ψεῦδος, ὁ γάρ ἐνδελεχισμός αὐτοῦ οὐκ εἰς ἀγαθόν»[5]. Ποτέ δέν βγαίνει καλό ἀπό τό ψέμα.
Καί στή Σοφία Σειράχ λέει, προτιμότερος εἶναι ἕνας κλέπτης παρά ἐκεῖνος πού συνεχῶς ψεύδεται. «Αἱρετόν κλέπτης ἤ ὁ ἐνδελεχίζων ψεύδει»[6].
Ὅπως ὁ λάρυγγας, ὅταν γεύεται φαγητά ἀγρίων ζώων τοῦ κυνηγίου, τά διακρίνει, ἔτσι καί ἡ σοφή διάνοια διακρίνει τούς ψευδεῖς λόγους. «Φάρυγξ γεύεται βρώματα θήρας, οὕτως καρδία συνετή λόγους ψευδεῖς»[7].
Δυστυχῶς πάρα πολύ συχνά οἱ ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν τό ψεῦδος. Καί λέει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος ὅτι μπορεῖ νά πεῖς μέ τρεῖς τρόπους ψεῦδος. Πρῶτον, βεβαίως, μέ τά λόγια. Πάρα πολύ σύνηθες. Εἴτε γιά νά δικαιολογηθεῖ κανείς εἴτε γιά νά πετύχει κάτι πού θέλει εἴτε γιά νά ἀποφύγει τίς συνέπειες ἑνός λάθους. Ἐπίσης, δεύτερος τρόπος ψεύδους εἶναι μέ τήν διάνοια, λέει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος. Ὅπως, γιά παράδειγμα, ὅταν μία σύζυγος ἤ ἕνας σύζυγος δέχεται ὑπόνοιες, ὑποψίες, γιά τό ἕτερον ἥμισυ καί φτιάχνει μέσα στήν διάνοιά του ἰδέες πού τόν ταλαιπωροῦν. Αὐτός ψεύδεται στήν διάνοιά του. Οἱ διάφορες ὑποψίες λοιπόν καί οἱ ὑπόνοιες εἶναι μιά μορφή ψεύδους.

