Ἐπανένταξη στήν Ἐκκλησία.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά ἐπανενταχθοῦμε στήν «ἐπίγεια ἄκτιστη Ἐκκλησία»[1]. Ἡ ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου στήν κλήση τοῦ Θεοῦ συνίσταται στήν Μετάνοια. «Γιά νά μετανοήσει ἡ ψυχή», παρατηροῦσε εὔστοχα ὁ Γέροντας Πορφύριος, «πρέπει νά ξυπνήσει...Ἐδῶ βρίσκεται ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου...Ἡ μετάνοια διά τῆς Θείας Χάριτος κατορθοῦται. Ἁπλᾶ καί ἁπαλά ἐμεῖς θά κάνουμε μία κίνηση πρός τόν Θεό κι ἀπό κεῖ καί πέρα ἔρχεται ἡ Χάρις»[2].
Παρ΄ ὅλη τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ νά μᾶς βάλει στόν Παράδεισο, στήν ἄναρχη καί ἄκτιστη Ἐκκλησία, πού εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, ἐμεῖς φανήκαμε ἀχάριστοι καί ὑπερόπτες. Συμμαχήσαμε μέ τόν ἐχθρό τοῦ Θεοῦ καί χάσαμε τήν κοινωνία μέ τήν Τριαδική Θεότητα. «Ἡ σπλαχνική καρδιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα»[3] ὅμως, δίδασκε ὁ Γέροντας, μᾶς ἔβαλε πάλι στήν Ἐκκλησία, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του[4]. Ὁ κάθε ἄνθρωπος διά τῆς πίστεως καί τῶν Μυστηρίων, τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, τοῦ Ἁγίου Χρίσματος καί τῆς Μετανοίας ἔχει τή δυνατότητα νά ἐπανενταχθεῖ στήν Ἐκκλησία καί νά σωθεῖ. «Ἡ ἐλευθερία», τόνιζε ὁ π. Πορφύριος, «δέν κερδίζεται, ἄν δέν ἐλευθερώσουμε τό ἐσωτερικό μας ἀπό τά μπερδέματα καί τά πάθη. Καί αὐτό βέβαια μόνο σύν Χριστῷ γίνεται»[5].








