Λέγαμε
τήν προηγούμενη φορά μέ τήν χάρη τοῦ
Θεοῦ, σχετικά
μέ τά μέσα, πού μᾶς δίνει ὁ Θεός, γιά νά
πετύχουμε τόν τελικό μας σκοπό. Ἀρχίσαμε
νά κάνουμε κάποια θέματα, πού ἔχουν
σχέση μέ τόν ἄνθρωπο, μέ ἐμᾶς δηλαδή
τούς ἴδιους καί νά προσπαθοῦμε νά
ἀπαντᾶμε σ’ αὐτά τά λεγόμενα ὑπαρξιακά
ἐρωτήματα: «Γιατί ὑπάρχουμε», «ποιοί
εἴμαστε», «ποῦ πηγαίνουμε», «ποιός
εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας;».
Εἴχαμε
πεῖ, ὅτι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι
ὁ Θεός. Πλαστήκαμε ἀπό τόν Θεό, γιά τόν
Θεό καί μάλιστα ὄχι μόνο γι’ αὐτήν τήν
ζωή, ἀλλά γιά νά εἴματε αἰώνια μέ τόν
Θεό. Σ’ αὐτόν τόν ἀγῶνα νά εἴμαστε
συνεχῶς καί πάντα μέ τόν Θεό, ἔρχεται
ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί μᾶς βοηθάει μέ πάρα
πολλά μέσα, μέ πνευματικά καί ὑλικά
ὅπλα. Ὅλα αὐτά τά ὑλικά ἀγαθά πού μᾶς
δίνει, εἶναι οὐσιαστικά μέσα γιά νά
πετύχουμε τήν σωτηρία μας, ἄν ἐμεῖς
δέν κάναμε κακή χρήση, γιά τήν ὁποία θά
μιλήσουμε σήμερα.
Ἐκτός
ὅμως ἀπό τά ἐξωτερικά ἀγαθά πού μᾶς
δίνει ὁ Θεός, ὅπως εἶναι ἡ περιουσία,
οἱ τιμές, ὁ πλοῦτος, ἡ προσωρινή εὐτυχία
πού ἔχουμε καί ἀπολαμβάνουμε πολλές
φορές, μᾶς δίνει καί τά καλά τῆς φύσεως.
Μᾶς δίνει τόν νοῦ, τήν κρίση, τήν
ἀντίληψη, τήν εὐστροφία, τήν ἀκεραιότητα
στίς αἰσθήσεις μας, στά μέλη μας, στό
σῶμα μας, στήν ψυχή μας.