
Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΔΩ
Οι όσιοι Νεκτάριος και Θεοφάνης ήσαν αδέλφια από την ευγενή και ισχυρή οικογένεια των Αψαράδων των Ιωαννίνων. Αφού έλαβαν εξαιρετική μόρφωση, απαρνήθηκαν τις χίμαιρες και την ψευδή δόξα του κόσμου τούτου και έγιναν μοναχοί υπό την καθοδήγηση ενός αγίου γέροντα, ονόματι Σάββα [3 Φεβρ.], στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Αυτός τους κατάρτισε στις αρχές της ασκητικής πολιτείας και για όλον τον υπόλοιπο βίο τους εφάρμοσαν βιοτή αυστηρή και ξένη προς κάθε ανάπαυση της σαρκός: δεν γεύονταν ποτέ λάδι, έτρωγαν συχνά μία φορά κάθε δύο ημέρες και ο Θεοφάνης έφερε μέχρι τον θάνατό του βαρειές αλυσίδες γύρω στο σώμα του.
Όταν εκοιμήθη ο γέροντάς τους, μετά από δέκα χρόνια, οι δύο αδελφοί που είχαν χειροτονηθεί πρεσβύτεροι, αλλά αισθάνονταν ορφανοί, μετέβησαν στο Άγιον Όρος, στην ιερά Μονή Διονυσίου, ονομαστή για την αυστηρότητά της, προκειμένου να λάβουν την συμβουλή του αγίου πατριάρχου Νήφωνος [11 Αυγ.]. Εκείνος τους συνέστησε να επιστρέψουν στο ερημητήριό τους, για να ζήσουν σύμφωνα με τις διδαχές του Γέροντά τους. Επιστρέφοντας, όμως, ανακάλυψαν ότι οι λαϊκοί κτήτορες του μονυδρίου απαιτούσαν την πληρωμή δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.
Επιθυμώντας να διαφυλάξουν την ησυχία τους και να αποφύγουν τις στρεψοδικίες, οι δύο αδελφοί προτίμησαν να παραιτηθούν από τα νόμιμα δικαιώματά τους και αναχώρησαν για να κτίσουν ένα νέο ασκητήριο, στο εσωτερικό του νησιού, όπου ανήγειραν αργότερα δύο ναούς, τον ένα αφιερωμένο στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον άλλο στον άγιο Νικόλαο (1507), κοντά στους οποίους ήλθαν να εγκαταβιώσουν οι τρεις αδελφές τους, καθώς και οι γονείς τους, για να διάγουν κι εκείνοι τον ισάγγελο βίο.
