
Όσιος Σαμψών ο Ξενοδόχος
Ἐξῆγεν ὁ πρὶν ἐκ γνάθου Σαμψὼν πόμα.
Ὁ νῦν δὲ Σαμψὼν μύρον ἐκ τάφου βρύει.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Σαμψὼν θάνε, βλῦσέ τε μύρα.
***
Ο όσιος πατήρ ημών Σαμψών καταγόταν από οικογένεια της υψηλής αριστοκρατείας της Ρώμης, έχοντας καθώς φαίνεται συγγενικούς δεσμούς με το γένος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σπούδασε όλες τις επιστήμες της εποχής του και ιδιαιτέρως την ιατρική, προς την οποία τον ωθούσε η συμπονετική του φύση. Δεν μπορούσε να μένει απαθής στο θέαμα του πόνου και της δυστυχίας και δεχόταν στο σπίτι του τους αρρώστους και άπορους που συναντούσε για να τους προσφέρει με αγάπη όλες τις απαραίτητες φροντίδες και ακόμη περισσότερο την παραμυθία της προσευχής και της πίστης.
Όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε την μεγάλη περιουσία του και ελεύθερος στο εξής από κάθε επίγεια δέσμευση, επιθυμώντας να αποφύγει την εκτίμηση των ανθρώπων, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Εγκατεστημένος σε ένα πτωχικό σπίτι, δόθηκε ολόκληρος στην προσευχή μέσα στην ησυχία, συνεχίζοντας ωστόσο τις αγαθοεργίες του. Μάζευε όσους ασθενείς έβρισκε και τους φρόντιζε δίχως να απαιτεί πληρωμή. Αναλάμβανε ιδιαίτερα ασθενείς που έπασχαν από ανίατα νοσήματα ή εκείνους με ασθένειες τις οποίες οι άλλοι γιατροί δεν έστεργαν να φροντίσουν: λεπρούς, τυφλούς, δαιμονισμένους, κι έτσι η φήμη του απλώθηκε σε όλη την πόλη και η κατοικία του έγινε άσυλο των απελπισμένων.
