Όταν μπαίνουμε σ’ ένα ορθόδοξο ναό, στον πιο περικαλλή ή στο πιο ταπεινό ξωκλήσι, έχουμε την αίσθηση ότι αφήνουμε πίσω μας τη γη και προσεγγίζουμε τον ουρανό, ότι αφήνουμε τον χρόνο και εισερχόμαστε στην αιωνιότητα.
Μέσα στην κατάνυξη του ορθόδοξου ναού βρισκόμαστε στο κατάλληλο κλίμα για ανάταση και προσευχή. Λειτουργούν εκεί οι συνθήκες που ανεβάζουν τον πιστό σε άλλους χώρους, υπερκόσμιους. Αισθάνεται εκεί ο άνθρωπος το μεγαλείο της θείας καταγωγής του. Συνειδητοποιεί ότι πραγματικά ανήκει στην Εκκλησία, στη μεγάλη οικογένεια του Θεού.
Μέσα στην εκκλησία ο Παντοκράτορας επιβλέπει και ευλογεί από το θόλο ψηλά, η Πλατυτέρα των ουρανών σκέπει από την κόγχη του ιερού, πιο κάτω οι Απόστολοι μετέχουν στην ιερουργία του μυστηρίου της Ευχαριστίας ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση «λάβετε, φάγετε…», σε κύκλο γύρω και παντού οι Άγιοι της Εκκλησίας, οι αδελφοί και πρεσβευτές μας προς τον Κύριο. Προφήτες, Απόστολοι, Μάρτυρες, Ιεράρχες, Όσιοι, Δίκαιοι, άνδρες, γυναίκες, ακόμη και βρέφη, Άγγελοι και Αρχάγγελοι, όλοι, κι εμείς ανάμεσά τους, προσφέροντας δόξα και λατρεία στο Θεό.
Μέσα στο ναό όλοι μαζί, ιερείς, ψάλτες, αναγνώστες, λαός, αναπέμπουμε αίνους, ευχαριστίες και ικεσίες προς τον Ύψιστο και Κύριο των Δυνάμεων, όπως οι ασώματοι άγγελοι στον ουρανό. «Σοι δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».


