
Το πρώτο λέγεται από τον ιερέα μαζί με το «Σοφία· ορθοί» μετά το Παλαιοδιαθηκικό ανάγνωσμα από τη Γένεση, το δεύτερο προκείμενο που ακολουθεί, και το «Κέλευσον» που λέγει ο αναγνώστης. Τότε ο ιερέας κρατώντας θυμιατό στο δεξί χέρι και λαμπάδα, «μανουάλιον μετά κήρου», στο αριστερό, στέκεται μπροστά στην Αγία Τράπεζα και φωτίζει σταυροειδώς το λαό, λέγοντας το «Σοφία· ορθοί». Κατόπιν σφραγίζει σταυροειδώς πάλι το λαό, λέγοντας το «φως Χριστού φαίνει πάσι».
Για τη λειτουργική και θεολογική σημασία αυτής της ευλογίας έχουν εκφρασθεί διάφορες άπόψεις. Κατά μίαν ερμηνεία το «φως Χριστού...» αναφέρεται στα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, των οποίων οι συγγραφείς φωτίσθηκαν και εμπνεύσθηκαν από το φως του Χριστού. Επομένως, πρέπει να σχετισθούν με το αληθινό φως της θεογνωσίας που πηγάζει από το Χριστό και να ερμηνευθούν στην προοπτική του ευαγγελικού φωτός.
